Supreme Court dismisses appeal for failure to read evidence at trial, upholding conviction for fraud and forgery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for forgery and fraud, ruling that the lower court's decision was legally sound. The appellant argued that the trial court erred by considering a document without reading it aloud in court, violating procedural rights. However, the court held that the document's identity was sufficiently established in the record, allowing the defendant to exercise their right to comment, and thus the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 329, 331, 333, 364, 369, 510, 358 of the Code of Civil Procedure: The admission of a document not read aloud at trial constitutes absolute nullity only if the defendant's right to comment is violated; mere failure to read the content does not invalidate the judgment if the document's identity was clearly established.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 541 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 541/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Αιμιλία Λίτινα – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητράτο, περί αναιρέσεως της 529/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 397/2005.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ.
ως άνω δικαίωμά του. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα διαδικαστικά έγγραφα, καθώς και τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση του εγκλήματος και συνεπώς αναπόσπαστο μέρος της εναντίον του κατηγορουμένου κατηγορίας, κατά την απόκρουση της οποίας παρασχέθηκε στον τελευταίο η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και δώσει τις απαιτούμενες εξηγήσεις επί των εγγράφων αυτών.
Στην ερευνώμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος για πλαστογραφία και απάτη, κατ' εξακολούθηση, κρίση του μεταξύ άλλων εγγράφων και α) στο από 7/1/98 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάσεως ομορρύθμου εμπορικής εταιρείας, β) στην από 25/11/1998 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση – διαμαρτυρία ενώπιον παντός δικαστηρίου και πάσης αρχής, γ) στην υπ' αριθμ. 948/9.12.98 περίληψη κατασχετηρίου εκθέσεως κινητής περιουσίας, δ) στην υπ' αριθμ. 74022 πρόσκληση δανειστών, ε) στο με ημερομηνία 29/5/2003 απόσπασμα του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών και στ) Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή των εγγράφων αυτών, που δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα η ανάγνωσή τους, δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους και για το αν πράγματι αναγνώσθηκαν, με συνέπεια να μην νοείται απ' αυτήν την αιτία στέρηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά.
Άλλωστε, δεν δημιουργείται καμμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων διότι έγγραφα με τον συγκεκριμένο ή παραπλήσιο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Όσον αφορά την υπ' αριθμ. .... από 10-7-1998 και την υπ' αριθμ. .... μεταχρονολογημένη επιταγή, οι οποίες και δεν φέρονται ως αναγνωσθείσες στα αναγνωστέα έγγραφα, αυτές δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν, αφού αποτελούσαν υλικές αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, παρασχέθηκε δε ως εκ τούτου η δυνατότητα απόκρουσης αυτών και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα και η τ'αντίθετα προβάλλουσα με τον 1ο λόγο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ.
Α ΚΠΔ αίτηση για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη ανάγνωσης των ανωτέρω επιταγών. Με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, στην κυριαρχική όμως κρίση του δικαστηρίου εναπόκειται να διατάξει αυτές εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίες προς μόρφωση της κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ δικανικής του πεποίθησης.
Τούτο άλλωστε μπορεί να πράξει και αυτεπαγγέλτως χωρίς να είναι υποχρεωμένο, όταν αυτές είναι επαρκείς, να απαντήσει εκτενώς περί της επάρκειας αυτών στην απόφασή του, αλλά αρκεί ότι έκρινε επί του αιτήματος της αναβολής έστω με συνοπτική και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Στην ερευνωμένη περίπτωση με τον με στοιχείο α) του δεύτερου λόγου της αίτησής του ο αναιρεσείων, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι στερείται της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος της 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε αυτός (αναιρεσείων) στο ακροατήριο του δικάσαντος Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου για αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη επί των επιταγών τις οποίες κατά την αποδιδόμενη σ'αυτόν κατηγορία φέρεται ότι είχε πλαστογραφήσει.
Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατά την εκδίκαση της εφέσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πριν από την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε γραπτά αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύ-νης για να εξακριβωθεί ότι αυτός δεν είχε πλαστογραφήσει 18 από τις επίμαχες επιταγές.
Ο Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει και το Δικαστήριο ν' αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ο εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης για τον ως άνω σκοπό και ο συνήγορος του αναιρεσείοντος να γίνει αυτό δεκτό. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη σκέψη που διέλαβε τέλος του στο σκεπτικό της απόφασής του κρίνοντας προδήλως ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, μετά δηλαδή την αξιολόγηση στο σκεπτικό πλην των αποδεικτικών μέσων όπως είχεν επιφυλαχθεί, απέρριψε το εν λόγω αίτημα, διαλαμβάνοντας σ'αυτό ειδικότερα ότι «πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμο το νόμιμο περί κρείσσονες αίτημα αναβολής της δίκης λαμβανομένου υπόψιν και του χρόνου τελέσεως των πράξεων και στη συνέχεια προέβη στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος απόφασή του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και απάντησε αρνητικά στο εν λόγω αίτημα του κατηγορουμένου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού η όπως ανωτέρω περί του αιτήματος μερικότερη συνοπτική σκέψη δεν είναι αυτοτελής, αλλά διατυπώνεται σε συνδυασμένο με το όλο σκεπτικό περί της ενοχής και αποτελεί ενιαίο μετ' αυτού σύνολο.
Με τον υπό στοιχείο β του δεύτερου λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση της επί των αποδιδομένων σε βάρος του αξιοποίνων πράξεων. Στην υπόθεση που ερευνάται το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, επιτρεπτά αλληλοσυμπληρού-μενο από το διατακτικό αυτής, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος, αφού είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του .... στις αρχές του 1998 στην Αθήνα εζήτησα απ' αυτόν και πέτυχε να παραλάβει με το πρόσχημα λογιστικών αναγκαιοτήτων του καρνέ επιταγών που εσύρετο στον υπ' αριθμ. ..... λογαριασμό όψεως της εταιρίας με την επωνυμία «.... Ο.Ε.», της οποίας διαχειριστής ήταν ο .....
Στη συνέχεια χωρίς να έχει εντολή ή εξουσιοδότηση από τον τελευταίο στην ..., στην ... στην ... και στο .... και των 15/6/1998, 10/7/1998, κατά μήνα Φεβρουάριο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 23-9-1998, στις αρχές Μαρτίου και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 5-3-1998, το μήνα Φεβρουάριο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 10-2-1998, κατά μήνα Φεβρουάριο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 10-2-1998, κατά μήνα Μάρτιο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 18-3-1998, κατά μήνα Μάρτιο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 16-3-1998, κατά μήνα Μάρτιο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 16-3-1998, αρχές Φεβρουαρίου 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 6-2-1998, κατά μήνα Φεβρουάριο 1998 και σε ημερομηνία που δεν εξακριβώθηκε από την ανάκριση πάντως πριν την 12-2-1998 και στις 28-6-1998, αφού έθεσε ιδιοχείρως και αναλυτικά κατ' απομίμηση την υπογραφή του εγκαλούντα στη θέση του εκδότη των παρακάτω επιταγών εντύπωσε την επαγγελματική σφραγίδα της εταιρείας «....
ΟΕ», την οποία είχε κατασκευάσει ο ίδιος κατ' απομίμηση της γνήσιας και συμπλήρωσε όλα τα κενά στοιχεία αυτών (τόπος, ημερομηνία και ποσό) στην συνέχεια έκανε χρήση αυτών ήτοι των υπ' αριθμ..... (αναφέρονται 12 επιταγές), επιταγών αντιστοίχως. Επίσης στην .., στο .... και στην ....., κατά την 15-6-1998, κατά την 20-5-1998, στις 20-6-1998, στις 10-7-1998, κατά Μάρτιο 1998 και σε ημεροχρονολογία που δεν εξακριβώθηκε από την κύρια ανάκριση, πάντως πριν την 17-3-1998, κατά μήνα Μάρτιο 1998 και σε ημεροχρονολογία που δεν εξακριβώθηκε από την κύρια ανάκριση, πάντως πριν την 17-3-1998, αρχές Φεβρουαρίου 1998 και σε ημεροχρονολογία που δεν εξακριβώθηκε από την κύρια ανάκριση, πάντως πριν την 4-2-1998, στις 10-5-1998, στις 15-5-1998 στις 20-5-1998 και στις 30-5-1998 νόθευσε τις υπ' αριθμ. (αναφέρονται 11 επιταγές) επιταγές αντίστοιχα, θέτοντας στη θέση του πρώτου ή δεύτερου οπισθογράφου την υπογραφή του εγκαλούντα και εκτυπώνοντας την πλαστή σφραγίδα της εταιρείας «..........
Ο.Ε.» και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτών εμφανίζοντας προς πληρωμή τις εκ τούτων των υπ' αριθμ. (αναφέρονται 3 επιταγές) , και καταθέτοντας των εκ τούτων .... ως αξία λόγω ενεχύρου, με σκοπό να πραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους των Τραπεζών ώστε να εισπράξει την αξία τους μεταβιβάζοντας τις λοιπές σε τρίτους με σκοπό να τους παραπλανήσει καθώς και οιονδήποτε άλλο σχετικά με την γνησιότητα της υπογραφής, του εγκαλούντα και το γεγονός της νόμιμης κατοχής του απ' αυτόν, ύστερα από την νομότυπη οπισθογράφηση, ώστε οι λήπτες να δεχθούν την εξόφληση ισόποσης οφειλής του κατηγορουμένου προς αυτούς, με επιταγή (αυτή μετρητών).
Έτσι όμως, πείστηκαν οι λήπτες των υπ' αριθμ. (αναφέρονται 9 επιταγές) επιταγών και οι αρμόδιοι υπάλληλοι των Τραπεζών στις οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή οι υπ' αριθμ. (αναφέρονται 3 επιταγές) επιταγές και κατατέθηκαν ως αξία λόγω ενεχύρου οι υπ' αριθμ. (αναφέρονται 11 επιταγές) επιταγές, που θεώρησαν ως αληθείς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και δέχτηκαν, οι μεν πρώτοι, οι δε Τράπεζες να κατατεθούν ως αξία λόγω ενεχύρου οι επιταγές, την αξία των οποίων κατέβαλλαν στον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της κομίστριας εταιρίας «....
ΟΕ» και να σφραγίσουν τις υπόλοιπες επιταγές. Έτσι όμως, επήλθε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία στην περιουσία του εγκαλούντα, διότι οι επιταγές όταν εμφανίστηκαν προς πληρωμή στις τράπεζες σφραγίστηκαν ελλείψει επαρκούς υπολοίπου, οι δε κομιστές αυτών εξέδωσαν διαταγές πληρωμής κατά της εκδότριας και οπισθογράφου εταιρίας «......
Ο.Ε.» και του ..... . Η δε συνολική ζημία του εγκαλούντα και της υπ' αυτού εκπροσωπούμενης εταιρίας ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 61.471.500 δρχ., το οποίο ωφελήθηκε παράνομα περιουσιακά ο κατηγορούμενος και η υπ' αυτού εκπροσωπούμενη εταιρία «...... Ο.Ε.». Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο πλαστογρα-φίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και απάτης κατ' εξακολούθηση, εκ της οποίας, η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κατά πλειοψηφία υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, όπως γι' αυτές τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § 1 και 382 § 1β Π.Κ.
τις οποίες εφήρμοσε ορθά χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Τέλος πρέπει ν'απορριφθεί και ο τελευταίος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού που πρόβαλλε ο αναιρεσείων για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτιών και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου που δίκασε, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε ν'αναγνωρισθούν σ'αυτόν η ελαφρυντική περίσταση των μη ταπεινών αιτιών, χωρίς ν' αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης και συνεπώς επί του αορίστως διατυπουμένου αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού δεν δημιουργήθηκε υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας για αιτιολόγηση της μη παραδοχής του.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/2/2005 με δήλωση στο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του ........... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 529/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλη/των Αθηνών και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα τα εκ διακοσίων δέκα (210) Ευρώ δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2006
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2006
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ