Legislator Case Law & Legislation
540/2025 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against state's court costs, ruling public sector lawyers must pay reduced fees.

Case Number 540/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's decision regarding litigation costs. The State argued for a higher fee, but the Court found the lower court incorrectly applied the law by setting costs above the statutory limit for public sector representatives. Consequently, the Court reduced the State's liability to 300 euros and ordered the State to pay the lower court's costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure; The State, when represented by a legal advisor of the State Council, is liable for reduced court costs of 300 euros in the second instance, and the lower court cannot impose higher amounts.

Keywords

AI generated
State Council Legal Advisor Court Costs Reduction Public Sector Litigation Code of Civil Procedure Partial Appeal Success Litigation Expenses State Liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 540/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 7-1-2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βαονάκη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2015 (με αρ. εκθ. κατ. δικογράφου ΜΤ/160/24-8-2018) αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 144/2022 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 8-5-2023 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 144/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558,560,564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 2-8-2015 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε ότι το έτος 2007, το εναγόμενο εκπροσωπούμενο από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου με το αναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, νομίμως καταχωρημένο στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, πώλησε σε αυτόν με παρακράτηση κυριότητας, μέχρις πλήρους εξοφλήσεως του τιμήματος, το περιγραφόμενο ακίνητο που βρίσκεται μεταξύ των οικισμών ...

και ... του Δήμου Ρεθύμνου, μετά δε την πλήρη εξόφληση του τιμήματος το 2009, συντάχθηκε η αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος, άρσης αναβλητικής αίρεσης και μεταβίβασης παρακρατηθείσας κυριότητας που επίσης καταχωρήθηκε νόμιμα στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Ότι στην ανωτέρω σύμβαση περιεχόταν βεβαίωση του εναγομένου περί μη οφειλής εισφοράς σε γη ή σε χρήμα, εν γένει δε απαλλαγής του ακινήτου από νομικά και πραγματικά ελαττώματα, αλλά και όρος περί πλήρους απαλλαγής του από την ευθύνη σε περίπτωση υπάρξεως νομικού ή πραγματικού ελαττώματος και ότι το έτος 2010 πληροφορήθηκε από το Δήμο Ρεθύμνου ότι το αντισυμβαλλόμενο-εναγόμενο όφειλε σε αυτόν το ποσό των 44.165,59 ευρώ, που αντιστοιχούσε στη μετατροπή της εισφοράς γης σε χρήμα του πωληθέντος ακινήτου, λόγω της κύρωσης και μεταγραφής της υπ' αριθμ. 52 Πράξης Εφαρμογής της Πολεοδομίας Ρεθύμνου και τη δημιουργία του 03Ν ακινήτου στο ...

που στη συνέχεια μεταβιβάστηκε στον ίδιο (ενάγοντα), χωρίς την καταβολή του οποίου (ποσού) δεν ήταν δυνατή η χορήγηση βεβαίωσης μη οφειλής του ακινήτου σε εισφορά σε γη ή χρήμα, ήτοι βεβαίωση που του ζητήθηκε από την Πολεοδομία Ρεθύμνου για να προχωρήσει στην αιτούμενη από αυτόν έκδοση οικοδομικής αδείας.

Ότι επειδή η διαπραγμάτευση με το εναγόμενο θα καθυστερούσε, ενώ ο ίδιος επειγόταν να οικοδομήσει το ακίνητο προκειμένου να το εκμεταλλευτεί οικονομικά, κατέβαλε ο ίδιος εφάπαξ στις 25-2-2010 το ποσό των 35.352,47 ευρώ για λογαριασμό του εναγομένου στο Δήμο Ρεθύμνου κατόπιν έκπτωσης 20%. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το παραπάνω ποσό νομιμότοκα μέχρις εξοφλήσεως.

Επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία η υπ' αριθμ.131/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος εναγομένου εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Κρήτης η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 144/2022 απόφασή του, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

ΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π.903/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 15 του ν. 2386/1996 και των άρθρων 8 και 9 του ν. 1337/1983 δεχθέν επί λέξει ότι "η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 15 του ν. 2386/1996....

σε καμία περίπτωση δεν αφορά την υποχρέωση για εισφορά σε γη των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου, που εντάσσονται στο σχέδιο πόλεως, καθώς μόνο με την εισφορά σε γη είναι δυνατή η δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων στην υπό ένταξη περιοχή. Άλλως, θα έπρεπε να δεχθούμε ότι τα υπό ένταξη ακίνητα του Δημοσίου δεν θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση σε δρόμους, πλατείες, πάρκα κ.λ.π.

και γενικά ότι θα αποκλείονταν η δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων και σε κάθε περίπτωση θα ματαιώνονταν η εφαρμογή του σχεδίου πόλεως..... Άλλωστε στο παραπάνω συμπέρασμα καταλήγει σαφώς και η υπ' αριθμ. 403/2002 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ, που επικαλείται το εκκαλούν, η οποία δέχεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της εισφοράς σε χρήμα, ουδεμία δε αναφορά ή μνεία κάνει για την εισφορά σε γη που αφορά την υπό κρίση περίπτωση, καθώς αναγνωρίζεται ότι δεν είναι δυνατή η απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου από την υποχρέωσή του αυτή για τους προαναφερόμενους λόγους".

Ο λόγος αυτός αναγόμενος σε εσφαλμένη διατύπωση της μείζονας πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης περί της έννοιας και της έκτασης εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 15 του ν. 2386/1996, παραλείποντας να δεχθεί ότι καταλαμβάνει και την εκ του άρθρου 8 του Ν. 1337/1983 εισφορά σε χρήμα, μετά από μετατροπή εισφοράς σε γη, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ., τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 έως 182 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Κατά την επιβολή των εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ., (Α.Π. 121/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 του ΕισΝ.Κ.Πολ.Δ., επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς.

Κατά το άρθρο 5 παρ.12 ν.1738/1987 "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αναπροσαρμόζονται κάθε φορά τα χρηματικά ποσά για τα οποία διαλαμβάνουν οι παράγραφοι 1, 3 και 4 εδ. α` του άρθρου 3 του ν. 663/1977, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν. 969/1979 και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του ν. 427/1945 "περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων", όπως κωδικοποιήθηκε από το β.δ.

της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 ν. 3693/ 1957)". Με την παρ.2 της με αριθ.134423 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης της 8 Δεκ.1992/20 Ιαν.1993, αναπροσαρμόστηκε το προαναφερθέν ποσό και ορίστηκε ότι σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Α.Ν. 427/1945, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ.

της 7/20 Ιουνίου 1957 (άρθρο22 Ν. 3693/1957) ορίζεται σε 100.000 δρχ., ήδη 300 ευρώ (ν.2842/2000 και άρθρο 3 παρ.1, 4 και 5 παρ.4 ν.2943/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 176, 179 Κ.Πολ.Δ και του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τ.Β αριθ. 11/Β/20-1-1993), επέβαλε σε βάρος του δικαστική δαπάνη, ύψους 700 ευρώ, ενώ αυτή έπρεπε να συμψηφιστεί κατ' άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.

ως εκ του δυσερμήνευτου των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του Ν.1337/1983 και 19 παρ. 15 του Ν. 2386/1996, που εφαρμόστηκαν, άλλως το επιδικασθέν ποσό δεν έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό των 300 ευρώ. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του που αφορά την εσφαλμένη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ. περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κατά τα προεκτεθέντα κρίση του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο όσον αφορά την ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, αφού δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία αυτήν, καταδίκασε το εκκαλούν (αναιρεσείον) στην δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου (αναιρεσίβλητου), καθορίζοντας το ποσό στο ύψος των 700 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με το να επιδικάσει το ανωτέρω ποσό ως δικαστική δαπάνη, αντί του ορθού μέχρι του ποσού των 300 ευρώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι η επιβαλλομένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ παραβιάζοντάς τις με εσφαλμένη ερμηνεία και μη ορθή εφαρμογή τους, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια και συνεπώς ο άνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του είναι βάσιμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκειμένη περίπτωση, δεκτού γενομένου ως βασίμου του ως άνω λόγου αναιρέσεως , η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας και μετά την αναίρεση, επανέρχεται στο στάδιο κατά το οποίο είχε εμφιλοχωρήσει το σφάλμα, που επισημάνθηκε με το λόγο αναιρέσεως ο οποίος ευδοκίμησε, ήτοι στη διάταξη περί δικαστικών εξόδων, τα οποία λόγω του ότι η νομική υπηρεσία του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος διεξάγεται από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα ήτοι στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 192 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-93), όπως επίσης ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 144/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, και δη κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της.

Καταδικάζει το εκκαλούν της από 9-9-2019 υπ' αριθμ. 98/10-9-2019 έφεσης στην δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου της έφεσης αυτής, το ποσό της οποίας (δικαστικής δαπάνης) ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-5-2023 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 144/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ