Supreme Court dismisses appeal against lower court decision for admitting undisputed facts without proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a liability dispute. The appellant argued that the lower court admitted certain facts as undisputed without requiring evidence, claiming this violated procedural rules. The court rejected this claim, ruling that the disputed facts were actually supported by the evidence presented and constituted valid judicial arguments rather than unsupported assertions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the admission of undisputed facts without proof is inadmissible unless the fact was denied by the opposing party, and even then, the appeal must specify the material impact on the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 540 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 540/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Μ. του Ν., κατοίκου …... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Ν., κατοίκου …… και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε.", που εδρεύει στη …… και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου μετά από συγχώνευση με απορρόφηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Α. Α. Α.. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τηλέμαχο Λέσση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πλέγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2005 αγωγή και την από 5-3-2007 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 908/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 13-9-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 207/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου και του εναγομένου - αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 908/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 2496/1997, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 278 παρ. 7 του Ν. 4364/2016 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση προβλέπει: ''Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση [ασφαλιστής] αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της [λήπτη της ασφάλισης] ή σε τρίτον, παροχή [ασφάλισμα] σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του [ασφαλιστική περίπτωση].
Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων [ασφαλιστικοί κίνδυνοι], το τυχόν ανώτατο όριο της ευθύνης του ασφαλιστή [ασφαλιστικό ποσό], τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό [ΑΠ 1785/2022, ΑΠ 1522/2022].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο [ολΑΠ 4/2018, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 156/2019]. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατικά αιτιολογία] [ολΑΠ 15/2006, ΑΠ 1328/2021, ΑΠ 1057/2019].
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες [ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 83/2022]. Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 83/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019].
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος - παρεμπίπτων ενάγων,... Χ. Μ. (αναιρεσείων), διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην περιοχή ….. επί της ……. … στον ……, επιχείρηση και συγκεκριμένα σχολή θαλάσσιων σπορ και εκμίσθωσης θαλάσσιων μέσων αναψυχής με τον διακριτικό τίτλο "Κ.", διαθέτοντας την σχετική άδεια, καθώς επίσης και άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους.
Στις 31.8.2003 ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) συνοδευόμενος από την σύζυγο του και τον ανήλικο υιό του Ν., ηλικίας 9 ετών και την οικογενειακή τους φίλη Ε. Ξ. με τον επίσης ανήλικο υιό της Α., δώδεκα ετών, επέλεξαν να ψυχαγωγηθούν με το φουσκωτό θαλάσσιο έλκηθρο τύπου "μπανάνα", ως εκ του σχήματος του, που διέθετε η επιχείρηση του εναγομένου, το οποίο εκμίσθωσαν για την διενέργεια σύντομου πλου αναψυχής και επιβιβάστηκαν σ' αυτό οι τέσσερις εξ αυτών στην σειρά με τελευταίο τον ενάγοντα, ενδιάμεσα τα δύο ανήλικα παιδιά και μπροστά την Ε.
Ξ. και το οποίο ελκόταν από μηχανοκίνητο ταχύπλοο σκάφος του εναγομένου υπό την διεύθυνση και τον χειρισμό του. Ειδικότερα, το εν λόγω θαλάσσιο μέσο αναψυχής συνίσταται στο ότι το ταχύπλοο σκάφος έλκοντας μέσα στη θάλασσα το φουσκωτό "μπανάνα", στην οποία μπορούν να επιβαίνουν περίπου 8 με 10 άτομα, που κρατιούνται από τις χειρολαβές, που βρίσκονται επ' αυτής, αναπτύσσει ταχύτητα σταδιακά και πραγματοποιεί ελιγμούς δεξιά και αριστερά, έτσι ώστε να παρασύρεται η "μπανάνα" και με την ταχύτητα και τους διαδοχικούς ελιγμούς, να επιτυγχάνεται η διασκέδαση και η ψυχαγωγία των επιβαινόντων.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την διενέργεια του εν λόγω πλου, ο εναγόμενος οδηγώντας το ταχύπλοο, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που έπρεπε και μπορούσε να επιδείξει υπό τις επικρατούσες συνθήκες, ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα και πραγματοποίησε απότομους και αιφνίδιους ελιγμούς, χωρίς προειδοποίηση, διακόπτοντας και επανεκκινώντας ξαφνικά το σκάφος και εναλλάσσοντας διαρκώς κατεύθυνση, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι στο έλκηθρο επέβαιναν δύο ανήλικα παιδιά, που δεν διέθεταν από την φύση και την ηλικία τους την ανάλογη σωματική δύναμη, ούτε την εμπειρία, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν την ισορροπία τους και να παραμείνουν στις θέσεις τους, καθ' όλη την διάρκεια του πλου, με αποτέλεσμα, ένεκα της αιφνίδιας κίνησης του σκάφους και απότομης εναλλαγής κατευθύνσεων, σε συνδυασμό με την μη επιτρεπόμενη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις αναπτυσσόμενη ταχύτητα, ο ανήλικος Α., να εκτιναχθεί από την θέση του μη μπορώντας να συγκρατηθεί περαιτέρω από την χειρολαβή και να επιπέσει με σφοδρότητα στον ενάγοντα προκαλώντας του σωματική βλάβη και συγκεκριμένα διπλό κάταγμα στην γνάθο του και να καταλήξουν και οι δύο στην θάλασσα από όπου περισυνελλέγησαν.
Ο ενάγων διακομίστηκε άμεσα στο Κέντρο Υγείας …… και ακολούθως στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο … "….", όπου διαπιστώθηκε ανωτέρω τραυματισμός του και αντιμετωπίστηκε χειρουργικώς με επέμβαση στις 9.9.2003, κατά την οποία πραγματοποιήθηκε ανάταξη και ακινητοποίηση με πλάκες οστεοσύνθεσης. Η νοσηλεία του διήρκεσε μέχρι τις 12.9.2003, που εξήλθε από το νοσοκομείο και του συνεστήθη άδεια ενός μηνός και επανεξέταση σε εβδομαδιαία βάση.
Κατά την τελευταία επίσκεψη του στο ανωτέρω νοσοκομείο στις 8.10.2003 αφαιρέθηκαν οι μεταλλικές βίδες από τα οστά της γνάθου του. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων περιστατικών, που δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο, την αποκλειστική υπαιτιότητα για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και την σωματική βλάβη του ενάγοντος, φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος επέδειξε αμέλεια περί την διακυβέρνηση και τον χειρισμό του ταχύπλοου σκάφους, ιδιοκτησίας του, καθόσον όντας υποχρεωμένος για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, έδει να χειριστεί το σκάφος με επιμέλεια και προσοχή και να αποφύγει τους επικίνδυνους ελιγμούς, φροντίζοντας για την ασφάλεια των επιβαινόντων στο ελκούμενο θαλάσσιο έλκηθρο.
Επιπλέον, ως υπαίτιος του ατυχήματος σε βάρος του ενάγοντος, όφειλε να παραμείνει στον τόπο του ατυχήματος και να παράσχει κάθε δυνατή συνδρομή στον παθόντα, καθώς επίσης ήταν υποχρεωμένος να αναφέρει το ταχύτερο στην Λιμενική Αρχή το ατύχημα, πλην όμως ουδέν των ανωτέρω έπραξε, τουναντίον αρνείται την επέλευση του συμβάντος επιχειρώντας αλυσιτελώς να θεμελιώσει την άρνηση του στο ότι ο παθών δεν ονοματίζει το ζημιογόνο σκάφος.
Τούτο όμως δεν αναιρεί την πρόκληση του ατυχήματος από υπαιτιότητα του εναγομένου, που συνίσταται στην αμέλεια του, ως προς τον χειρισμό του εν λόγω ζημιογόνου σκάφους, που του ανήκε, υπό τις εκτιθέμενες αποδειχθείσες περιστάσεις, ούτως ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από υπαιτιότητα του στην διακυβέρνηση του ταχύπλοου σκάφους-μέσου αναψυχής της δικής του επιχείρησης του, που κατά τον κρίσιμο χρόνο έλκυε το θαλάσσιο έλκηθρο "μπανάνα", όπου συνεπέβαινε ο ενάγων και όχι παρακείμενης, πλην όμως ο εναγόμενος εμμένει να μην το κατονομάζει, αν και μόνο ο ίδιος διαθέτει την συγκεκριμένη πληροφορία και μπορεί να την παράσχει, θεωρώντας αλυσιτελώς ότι ωφελείται από την απόκρυψη του στοιχείου τούτου.
Άλλωστε είναι πασίδηλο ότι ο τόπος, που καταλαμβάνει έκαστη επιχείρηση δραστηριοποιούμενη σε θαλάσσια αθλήματα και λοιπές ασχολίες αναψυχής, είναι καθορισμένος και διακριτός, ώστε να μην εμποδίζει, ούτε να κωλύει την δραστηριότητα της ανταγωνίστριας επιχείρησης, ούτε τους λουόμενους και οφείλει να εφαρμόζει την κείμενη τοποθεσία (ενν:
νομοθεσία), που επιβάλλουν(ει) τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, γεγονός που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τήρηση των καθοριζομένων αποστάσεων, με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται κίνδυνος, ούτε σύγχυση στους καταναλωτές για τα όρια που καταλαμβάνει στην παροχή των υπηρεσιών της. Εξάλλου, τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από κανένα αποδεικτικό μέσο, μήτε από τους ισχυρισμούς του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν διαθέτει σχετική απόδειξη παροχής υπηρεσιών της επιχείρησης του, καθώς επίσης ότι ουδείς λουόμενος ή ο ναυαγοσώστης της παραλίας δεν αντιλήφθηκαν το συμβάν επικαλούμενος προς επίρρωση τούτου την ένορκη ενώπιον του πρωτόδικου ακροατηρίου κατάθεση της μάρτυρος του, συζύγου του, Ε.
Σ., καθόσον, αφενός ο ίδιος παραδέχεται με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι η σχετική απόδειξη εκδίδεται μετά την διενέργεια του πλου με το θαλάσσιο έλκηθρο, που εν προκειμένω δεν ολοκληρώθηκε κανονικά, εφόσον συνεπεία του τραυματισμού του ενάγοντος μεταφέρθηκε αυτός εσπευσμένα από την παρευρισκόμενη σύζυγο του προς παροχή ιατρικών βοηθειών και νοσηλείας και αφετέρου, τα όσα αορίστως καταθέτει η σύζυγος του εναγομένου, δεν επιρρωνύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και αντικρούονται επαρκώς από τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων του ενάγοντος, Μ.
Κ., συζύγου του, ενώπιον του πρωτόδικου ακροατηρίου και των επιβαινόντων μαζί του στο θαλάσσιο έλκηθρο κατά τον επίμαχο πλου, Ε. Ξ. και του υιού της, ενώπιον του του Ειρηνοδικείου Αθηνών συντασσομένων των υπ' αριθμ. …/5.8.2011 και …./12.10.2011 ενόρκων βεβαιώσεων αντιστοίχως. Επισημαίνεται ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 846/2011 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, ο εναγόμενος έχει καταδικασθεί τελεσίδικα για το επίδικο συμβάν της σωματικής βλάβης του ενάγοντος από αμέλεια παρ' υποχρέου.
Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που αποφάνθηκε με την εκκαλουμένη ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου και απέρριψε κατ' ουσίαν τις ενστάσεις ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του και περί υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του ανήλικου συνεπιβάτη, Α.
Κ., κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση της στο ότι ο έτερος ανήλικος, αν και μικρότερος, δεν αποσπάστηκε βιαίως από την θέση του, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, όπως και οι ισχυρισμοί, που διαλαμβάνει στις πρωτόδικες προτάσεις του και επαναφέρει με τις παρούσες προτάσεις του, ως υπεράσπιση κατά της σε βάρος του έφεσης, κρίνονται απορριπτέοι, ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενάγων είναι επαγγελματίας ναυτικός από το έτος 1974, κάτοχος του υπ' αριθμ. …. ναυτικού φυλλαδίου και απασχολούνταν αρχικά, ως βοηθός θαλαμηπόλου, ακολούθως, ως βοηθός μαγείρου και μετέπειτα, ως μάγειρας, ναυτολογημένος από του έτους 1997 σε ποντοπόρα φορτηγά υπό ελληνική σημαία πλοία από την ναυτιλιακή εταιρεία "C. (H.) S.A..", που είναι εγκατεστημένη στον ….
και ενεργεί, ως αντιπρόσωπος και διαχειρίστρια, της πλοιοκτήτριας εδρεύουσας στον …. εταιρείας "D. N. S.A.". Ειδικότερα, κατά το προγενέστερο του τραυματισμού του έτος 2002 είχε ναυτολογηθεί στον …. με την ιδιότητα του μαγείρους στο Φ/Γ πλοίο "Μ.V.A." από 1.1.2002 μέχρι 8.4.2002, που απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει και από 1.7.2002 στο πλοίο "M.V.A." μέχρι 25.6.2003, οπότε απολύθηκε με συμφωνία των συμβληθέντων μερών.
Αν δεν μεσολαβούσε ο ένδικος τραυματισμός του, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και όπως προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές ενέργειες, που είχαν λάβει χώρα και τα συμφωνηθέντα με την εν λόγω εργοδότρια εταιρεία δια της ως άνω αντιπροσώπου διαχειρίστριας της που αποτυπώνονται στην νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζομένη από 29.9.2003 βεβαίωση της τελευταίας, θα επαναυτολογούνταν, ως μάγειρας, στις 5.9.2003, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων σε 3.570 ευρώ συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής ποσού 1.066,72 ευρώ για τα επιπλέον καθήκοντα του θαλαμηπόλου.
Εντέλει, δυνάμει της από 7.11.2003 σύμβασης ναυτικής εργασίας ναυτολογήθηκε, υπό τους ίδιους όρους και συμφωνίες, στο λιμάνι ….. στις 19.11.2003 στο Φ/Γ πλοίο "M.V.A." της ανωτέρω πλοιοκτήτριας, αντί κλειστών μηνιαίων αποδοχών, βάσει των προβλεπομένων στην οικεία Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ανερχομένων σε 2.683,28 για την ειδικότητα του μάγειρα και επιπλέον αμοιβής 1.066,72 ευρώ για την εκτέλεση των καθηκόντων του θαλαμηπόλου και συνολικά 3.750 ευρώ, που καταβάλλονταν από την ημέρα αναχώρησης του από την Ελλάδα και απολύθηκε στις 7.7.2004 με αμοιβαία συναίνεση των μερών, ενώ επαναυτολογήθηκε στις 26.9.2004.
Επομένως, λόγω της αδυναμίας του να εργασθεί, εξαιτίας του ατυχήματος, για χρονικό διάστημα δύο μηνών, ήτοι από 5.9.2003 μέχρι 7.11.2003, ο ενάγων απώλεσε εισοδήματα, που με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την ανωτέρω εργασία του, συνολικού ποσού 7.500 ευρώ (3.750 ευρώ X 2 μήνες), απορριπτομένου του επιπλέον αιτουμένου ποσού διαφυγόντος κέρδους, ως ουσιαστικά αβασίμου, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το διάστημα, που μεσολάβησε από την σύναψη της νέας εργασιακής σύμβασης μέχρι την ναυτολόγηση του στο ανωτέρω πλοίο οφείλεται σε ανικανότητα του για ανάληψη των καθηκόντων του.
Ενόψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ολικώς την αξίωση του ενάγοντος για την αποθετική του ζημία, ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου εν μέρει του συναφούς δεύτερου λόγου της έφεσης του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βασίμου.
Επιπλέον, από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου κυβερνήτη του ζημιογόνου σκάφους, η οποία κατά τα ανωτέρω συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, που υπέστη ο ενάγων, αυτός υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της έντονης στενοχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε, συνεπεία της σοβαρής βλάβης της υγείας του και προς αποκατάσταση της.
Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, ενόψει της αδικοπραξίας, που έχει διαπραχθεί σε βάρος του και των συνθηκών τέλεσης της, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του υπαιτίου εναγομένου, του είδους, της έκτασης και της σοβαρότητας της σωματικής βλάβης του ενάγοντος και της μετέπειτα κατάστασης του εξαιτίας αυτής, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 8.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και επιδίκασε το ανωτέρω ποσό στον ενάγοντα για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών, που διαλαμβάνονται στον τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος και τον δεύτερο λόγο της έφεσης του εναγομένου, ως αβασίμων κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. ….. και …… ασφαλιστηρίων συμβολαίων, όπως ανανεώθηκαν, ο εναγόμενος είχε ασφαλίσει, κατά τον κρίσιμο χρόνο, τα δύο ταχύπλοα σκάφη της επιχείρησης του "Δ." και "Ν.", με τα οποία διενεργούνταν πλόες αναψυχής των επιβατών του συρόμενου θαλάσσιου έλκηθρου "μπανάνα" και για την αστική του ευθύνη απέναντι των τρίτων, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ για θάνατο και σωματικές βλάβες, στην προσεπικαλούμενη-παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Α.
Α. Ε. Ε. Γ. Α.", που έχει συγχωνευθεί δια απορροφήσεως από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ." και ήδη "E. Α. Α. Ε.", όπως μετονομάστηκε (δεύτερη αναιρεσίβλητη), η οποία κατέστη καθολική διάδοχος της, με αριθμό καταχώρησης …. στο Γ.Ε.Μ.Η. αριθμ. πρωτ. …./2.1.2018 ανακοίνωσης της οικείας σχετικής εγκριτικής υπουργικής απόφασης.
Εντούτοις, από τα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα δεν μπορεί να διαγνωσθεί με ποιο εκ των δύο ασφαλισμένων σκαφών επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος, εφόσον ο ηττηθείς εναγόμενος - προσεπικαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων, αν και μόνο αυτός γνωρίζει, δεν κατονομάζει το σκάφος με το οποίο, κατά την διακυβέρνηση του, από αμέλεια του προκάλεσε την αποδεικνυόμενη σωματική βλάβη τούτου, με συνέπεια, αν και έλαβε χώρα επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, να μην δύναται να γίνει εντέλει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, η αξίωση του περί καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, εφόσον δεν αποδεικνύεται ποιο ακριβώς εκ των ανωτέρω δύο ασφαλισμένων σκαφών πλοιοκτησίας του ήταν το ζημιογόνο, ούτως ώστε να διαγνωσθεί σε ποια συγκεκριμένα από τις δύο, ως άνω, ασφαλιστικές συμβάσεις ερείδεται η επίδικη απαίτηση του ατυχήματος με την καταβολή για ασφαλιστική κάλυψη του από την προσεπικαλουμένη παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική του εταιρεία, του ποσού, που επιδικάστηκε σε βάρος του με την εν μέρει ευδοκίμηση της κύριας αγωγής, υπό τον όρο καταβολής τούτου εκ μέρους του στον ενάγοντα παθόντα.
Επομένως, η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του προσεπικαλούντος εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος κατά της ασφαλιστικής του εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου και του εναγομένου - αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, στο σύνολό της για την ενότητα της εκτέλεσης, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την κύρια αγωγή, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 15.500 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ενώ απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ και 1 παρ. 1 και 2 Ν. 2496/1997, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων είχε ασφαλίσει δύο σκάφη στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αλλά δεν αποδείχθηκε ποιο από τα δύο προκάλεσε, κατά τη διακυβέρνησή του από τον αναιρεσείοντα, την ένδικη σωματική βλάβη του κυρίως ενάγοντος και, συνακόλουθα, ποια συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση, καλύπτουσα την ένδικη περίπτωση, ενεργοποιήθηκε, ώστε να προκύπτει εξ αυτής αντίστοιχη ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς καταβολή στον αναιρεσείοντα της ασφαλιστικής αποζημίωσης λόγω επέλευσης του καλυπτόμενου από τη σύμβαση αυτή ασφαλιστικού κινδύνου.
Το γεγονός ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις των δύο σκαφών είχαν όμοιο περιεχόμενο, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού προϋπόθεση της ασφαλιστικής κάλυψης είναι η ενεργοποίηση της συγκεκριμένης ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία και μόνο παρέχει ασφαλιστική κάλυψη στο συγκεκριμένο ατύχημα.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' και περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ο ανωτέρω από τον αρ. 11α αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1607/2022). Εξάλλου, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης 11β, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία ή παρά τη ρητή άρνηση θεώρησε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία, ή έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1536/2022, ΑΠ 1434/2007).
Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, γραπτή ή προφορική, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολογεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε ρητή δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση.
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία. Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν όντως υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων [ΑΠ 450/2019, ΑΠ 1227/2010].
Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συνήγαγε, παρά τούτο, ομολογία ιδρύεται ο ως άνω λόγος [ΑΠ 1720/2013]. Όμως, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία, να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός, που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επέδρασε δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού [ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 31/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 376/2019].
Εξάλλου, από τη γενική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τις προτάσεις τους ή άλλο δικόγραφο, δε συνάγεται ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένη ομολογία. Αν δε στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, από τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν "και από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους", δε σημαίνει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία κάποιου διαδίκου, αφού η κρίση του σχηματίστηκε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, η δε φράση "και από τις ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους" νοεί τα μη αμφισβητούμενα, πέραν εκείνων με τα οποία σχηματίστηκε η δικανική πεποίθηση, περιστατικά (ΑΠ 1076/2010, ΑΠ 1717/2009, ΑΠ 1987/2009, ΑΠ 1203/2009, ΑΠ 1016/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα αναφερόμενα στη σχετική βεβαίωσή του αποδεικτικά μέσα "... σε συνδυασμό... προς τις μερικές παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους...'', λαμβάνοντας έτσι υπόψη, μεταξύ των άλλων, και το αποδεικτικό μέσο της μερικής παραδοχής των ισχυρισμών των διαδίκων, το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει.
Επίσης, με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανύπαρκτες ομολογίες που συνήγαγε από τα δικόγραφα των διαδίκων. Ωστόσο οι όροι ''παραδοχές των διαδίκων'' και ''ομολογίες των διαδίκων'', είναι ταυτόσημοι, αφού ως ομολογία θεωρείται η παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου για την έκβαση της δίκης και, ως εκ τούτου, από την εκ περισσού αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της πρώτης από τις πιο πάνω φράσεις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ.
αποδεικτικά μέσα. Επίσης, από την όλη ως άνω αναφορά, ότι δηλαδή ο ως άνω σχηματισμός πεποιθήσεως έγινε "σε συνδυασμό... προς τις μερικές παραδοχές και ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους", δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο ομολογία για την απόδειξη κάποιου συγκεκριμένου κρίσιμου και αμφισβητούμενου πραγματικού περιστατικού, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ως προς την κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της κύριας αγωγής, δεν συνήγαγε ομολογία του αναιρεσείοντα, κατά την έννοια των άρθρων 352 και 261 Κ.Πολ.Δ, αφού κάτι τέτοιο ούτε ρητά βεβαιώνεται, ούτε έμμεσα προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, και συνεπώς η φράση αυτή έχει την έννοια ότι από τις εν λόγω ομολογίες αποδείχτηκαν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού που παρατίθενται από το δικαστήριο ασυνόδευτα από τη σχετική διχογνωμία των διαδίκων, ήτοι τα μη αμφισβητούμενα από τους διαδίκους πέραν εκείνων, με τα οποία σχηματίστηκε η πιο πάνω δικανική πεποίθηση, περιστατικά.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, από τον αρ. 11 περ. α και β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πασίδηλο, ή κατά την ταυτόσημη έκφραση ''παγκοίνως γνωστό'', είναι το πραγματικό γεγονός, που είναι πασίγνωστο σε τέτοιο βαθμό στο κοινό, άρα και τους δικαστές, ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία για την αλήθειά του (ΑΠ 319/2019, ΑΠ 196/2010).
Για το λόγο αυτό και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προταθεί στη δίκη από κάποιο διάδικο (ΑΠ 1429/2005), δεν διατάσσεται, δε, για την αλήθεια τούτου απόδειξη. Τα πασίδηλα δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, αφού δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα, που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1216/2003).
Τα πασίγνωστα αυτά γεγονότα μπορεί να είναι γνωστά παγκοσμίως (παγκόσμια πασίδηλα) ή σε ορισμένη χώρα (εθνικά πασίδηλα) ή σε ορισμένο τόπο (τοπικά πασίδηλα). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν κάποιο γεγονός είναι πασίδηλο, είναι αξιολογική (νομική), αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας του γεγονότος στην έννοια του ''πασίδηλου'' και συνεπώς υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Αντίθετα, το πραγματικό περιστατικό, που αποτελεί το περιεχόμενο του πασίδηλου γεγονότος, συνδέεται με την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες (ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 1/2013). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 KΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 KΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 944/2020, 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο δέχθηκε πραγματικό περιστατικό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αποδεδειγμένο, ως πασίδηλο, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, μόνον αν ο διάδικος είχε αρνηθεί το περιστατικό, που συνιστά το ''πασίδηλο γεγονός'' (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 116/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 10 (κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αρ. 11 α'και β') του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε ''...Άλλωστε είναι πασίδηλο ότι ο τόπος, που καταλαμβάνει έκαστη επιχείρηση δραστηριοποιούμενη σε θαλάσσια αθλήματα και λοιπές ασχολίες αναψυχής, είναι καθορισμένος και διακριτός, ώστε να μην εμποδίζει, ούτε να κωλύει τη δραστηριότητα της ανταγωνίστριας επιχείρησης, ούτε τους λουομένους και οφείλει να εφαρμόζει την κείμενη νομοθεσία, που επιβάλλει τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, γεγονός που συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τήρηση των καθοριζομένων αποστάσεων, με αποτέλεσμα να μην δημιουργείται κίνδυνος ούτε σύγχυση στους καταναλωτές για τα όρια που καταλαμβάνει στην παροχή των υπηρεσιών της...''.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποια ήταν η ουσιώδης επίδραση στο διατακτικό της απόφασης του επικαλούμενου ως άνω ισχυρισμού, τον οποίο το εφετείο έλαβε υπόψη χωρίς απόδειξη. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον οι προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούν επιχείρημα του δικαστηρίου, αντλούμενο από τις αποδείξεις, προς ενίσχυση της προηγηθείσας κρίσης του ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος συνισταμένη "στην αμέλειά του, ως προς τον χειρισμό του εν λόγω ζημιογόνου σκάφους, που του ανήκε, υπό τις εκτιθέμενες αποδειχθείσες περιστάσεις, ούτως ώστε να μην καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από υπαιτιότητα του στην διακυβέρνηση του ταχύπλοου σκάφους-μέσου αναψυχής της δικής του επιχείρησης του,....
και όχι παρακείμενης", και συνεπώς το φερόμενο ως ''πασίδηλο'' δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό για καθέναν από αυτούς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2019 αίτηση του Χ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 207/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ για καθέναν από αυτούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ