Legislator Case Law & Legislation
540/2022 AI generated

540/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 540/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

540/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 540/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κρινάνθη Τζουμπάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6462/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3808/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 11-10-2019 και με Γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 88897/2019, Ειδικό αριθμό κατάθεσης 127/15-10-2019 (αριθ. δικογραφίας 987/2020) αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", κατά του αναιρεσίβλητου Χρήστου Σουρουλή για αναίρεση της, εκδοθείσας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατ αντιμωλία των αντιδίκων, υπ' αριθμ. 3808/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του (δικάσαντος ως Εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 15-10-2019, προ πάσης επιδόσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 561 παρ. 3 ΚΠολΔ, που αρχίζει από την γενόμενη στις 28-3-2019 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 22-12-2015, της ένδικης, από 16-12- 2015, αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν.3869/2010, "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρ.323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1208/2017, AΠ 951/2015).

Εξάλλου, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 "Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις" ότι για την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεολυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ) για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπαλλήλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους, κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή:

α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών του (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κ.λπ.), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής σύνταξής του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών που τακτικά λαμβάνει από τα ασφαλιστικά του ταμεία (τα ποσοστά αυτά των εδαφίων α' και β' μειώθηκαν σε 3/10 σύμφωνα με την ΥΑ2/19843/0094 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 677/Β/7-3-2012), γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σ' αυτόν από οποιοδήποτε ασφαλιστικό του φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσης της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1).

Οι εκχωρήσεις αυτές είναι ισχυρές, ενώ καταργείται κάθε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη (παρ. 2). Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 2592/1998, 3453/2006, 3867/2010 και 4038/2012. Επίσης, κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ, μπορούν, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επιμέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων, οποιουδήποτε είδους, δανειακών συμβάσεων που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το ΤΠΔ.

Από όλες τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 υπάγονται και οφειλές από στεγαστικά δάνεια, τα οποία το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας και τα οποία οι δανειολήπτες εξοφλούν με επιτρεπόμενη, κατά νόμο, (προ)εκχώρηση του οριζόμενου ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους.

Στην περίπτωση που ο νόμος ήθελε να εξαιρέσει από τη ρύθμιση αυτή τις οφειλές από δάνεια προς το παραπάνω πιστωτικό ίδρυμα θα το είχε πράξει ρητά, όπως έπραξε με την προσθήκη της γ' περίπτωσης στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3869/2010 με το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011, όπου προβλέφθηκε εξαίρεση από την προκείμενη ρύθμιση των χορηγούμενων δανείων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, ενώ, ούτε στις προβλεπόμενες εξαιρέσεις του τροποποιημένου, κατά τα προαναφερόμενα, άρθρου 1 παρ. 4 του ίδιου ν. 3869/2010, συμπεριλαμβάνεται η οφειλή προς το ΤΠΔ.

Εξάλλου, δεν προκύπτει εξαίρεση ούτε από τη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στον δανειολήπτη να ζητήσει - επιτύχει με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΠΔ ευνοϊκότερους όρους εξυπηρέτησης των δανειακών συμβάσεων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015). Σε κάθε περίπτωση, η εξαίρεση των δανείων του ΤΠΔ από τη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα προσέκρουε στην αρχή της ισότητας, που προβλέπεται από το άρθρο 4 του Συντάγματος, γι' αυτό οι δανειολήπτες του εν λόγω Ταμείου, σε σχέση με τους δανειολήπτες των υπόλοιπων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα στερούνταν των ευνοϊκών διατάξεων του ν. 3869/2010, δεδομένου ότι από το ν. 3867/2010 δεν προκύπτουν ευνοϊκές διατάξεις ανάλογες του ν. 3869/2010, καθώς το άρθρο 25 παρ. 6 του ν. 3867/2010, όπως προεκτέθηκε, προβλέπει όρους διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης των δανείων, όχι όμως και απαλλαγή, όπως προβλέπει ο ν. 3869/2010.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν, προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ίδιου του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Και τούτο, γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειο του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κ.λπ., να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν.3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2020). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο παραπάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 257/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 14 του ν.3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 3808/2019 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' ν.3869/2010, 739 επ.

ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο αιτών, ηλικίας 51 ετών, είναι έγγαμος με την Ι. Κ. και πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων, ηλικία; 16, 14 και 10 ετών. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο …"..." και το μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται κατά μέσο όρο στο ποσό των 1.350 ευρώ.

Η σύζυγος του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία "..." με αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού - εστίασης με μέσο μηνιαίο εισόδημα 650 ευρώ. Επομένως, το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 2.000 ευρώ τον μήνα. Τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του ανέρχονται σε 1.800 ευρώ περίπου.

Τα εισοδήματα (ατομικό και οικογενειακό) του αιτούντος μέχρι το 2011 τους επέτρεπαν να έχουν έναν σταθερό μηνιαίο οικονομικό προγραμματισμό, το 2012, όμως, παρουσίαζαν σημαντική μείωση. Ειδικότερα, ενώ το 2011 το ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 21.476,77 ευρώ και το οικογενειακό του εισόδημα σε 30.700,26 ευρώ, το 2012 το ατομικό του εισόδημα μειώθηκε σε 15.439,64 ευρώ και το οικογενειακό του σε 23.548,75 ευρώ.

Έκτοτε, τόσο το ατομικό όσο και το οικογενειακό του εισόδημα διατηρείται στα ίδια επίπεδα (με το 2012) με μικρές αυξομειώσεις. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους απ' την κατάθεση της αίτησης του αιτούντος να υπαχθεί στον ν. 3869/2010, και δη το 2007, ο τελευταίος ανέλαβε απ' το καθ' ου δυνάμει της υπ' αρ. 1/107250 σύμβασης στεγαστικού δανείου το ποσό των 92.720,63 ευρώ, για αγορά κατοικίας, η οποία αποτελεί και το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο και στην οποία το καθ' ου ενέγραψε προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 109.000 ευρώ για την εξασφάλιση της απαίτησης του.

Για την εξυπηρέτηση του παραπάνω δανείου ο αιτών εκχώρησε τις τακτικές μηνιαίες απολαβές του και δυνάμει της σύμβασης αυτής (σύμβασης εκχώρησης) το Ταμείο παρακρατά από το μηνιαίο μισθό του αιτούντος το ποσό των 580 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό η οφειλή του αιτούντος παραμένει ενήμερη προς το καθ' ου. Ο αιτών μέχρι το 2011 ανταποκρινόταν άνετα στις υποχρεώσεις του με τις οικονομικές του δυνάμεις, οι οποίες, όμως, το 2012 παρουσίασαν σημαντική μείωση, που διατηρήθηκε και τα επόμενα έτη, με συνέπεια να έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής.

Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω εκ του νόμου αναγκαστική εκπλήρωση της ενοχής που βάρυνε τον αιτούντα, τον περιέφερε σε πραγματική αδυναμία καθόσον με το υπόλοιπο του μισθού του, το οποίο κατ' αντικειμενική κρίση είναι χαμηλό για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του, που ανέρχονται, όπως ειπώθηκε σε 1.800 ευρώ περίπου, και τις οποίες αδυνατεί να καλύψει.

Έτσι, το μη ληξιπρόθεσμο των οφειλών του αιτούντος, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της οφειλής του από την υφιστάμενη και προερχόμενη εκ της αναγκαστικής εκπλήρωσης της παροχής του, αδυναμία του ως και την διακινδύνευση της διατροφής του, διότι το εισόδημα του αιτούντος δεν του επιτρέπει πλέον να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις προς τον καθ' ου πιστωτή και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, με αποτέλεσμα να έχει περιέλθει χωρίς υπαιτιότητα του σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής του.

Αδυναμία δε πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του. Αδυναμία, άλλωστε, συνιστά όχι απαραίτητα κάποιο έκτακτο γεγονός, αλλά και άλλοι παράγοντες όπως αστοχία σχετικά με τις οικονομικές δυνατότητες του δανειολήπτη, ατυχείς προγραμματισμοί, επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, εισοδηματική στενότητα, υψηλά επιτόκια κλπ, στοιχεία που εν πολλοίς συνέτρεχαν και στην προκειμένη περίπτωση.

Η αδυναμία του δε είναι γενική, καθώς με το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά του ο αιτών αδυνατεί να καλύψει την δανειακή του υποχρέωση στο καθ' ου και τις λοιπές δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς του. Περαιτέρω, η αδυναμία του είναι και μόνιμη, επειδή δεν αναμένεται αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος κατά το προσεχές μέλλον.

Με βάση τα ανωτέρω συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 1 και 2, καθώς τελεί σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ταμείου που επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζει ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση υπαγωγής του αιτούντος στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 λόγω της μη ύπαρξης ληξιπρόθεσμης οφειλής του τυγχάνει απορριπτέος και για τους άνω λόγους, το δε πρωτόδικο δικαστήριο που, με έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που συμπληρώνεται απ' την παρούσα, έκρινε ομοίως ότι ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της μίας και μοναδικής οφειλής του προς το καθ' ου, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε παρά τα όσα αβάσιμα διατείνεται με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της έφεσης το εκκαλούν. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη...." .

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 29-11-2017 έφεση του τώρα αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. κατά της πρωτόδικης 6462/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω δικαστήριο, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, 323 και 340 ΑΚ, που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος, έστω και αν το μοναδικό δάνειο του προς το Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό του και δεν έχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όταν δηλαδή αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και τα προστατευόμενα μέλη της οικογένειάς του.

Το γεγονός ότι το ΤΠΔ παρακρατεί, με βάση τη μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη - αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του , δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτόν και μόνο ελλείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του , παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Εξάλλου, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι τόσον: Α) ο σχετικός, από τον αριθμόν 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει), αφενός διότι ο αναιρεσίβλητος δεν τελεί, ούτε τελούσε κατά τον χρόνο υποβολής της από 16-12-2015 και με αρ.

κατάθ. 5938/22-12-2015 αίτησής του, σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, ώστε δεν μπορεί να υπαχθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν.3869/2010, επειδή το μοναδικό του δάνειο προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ήταν ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά λόγω εκχωρήσεως ποσοστού από τον μισθό του, ώστε αυτός (αναιρεσίβλητος δεν είχε ούτε μία ληξιπρόθεσμη οφειλή έναντι του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου, αφετέρου διότι παρεχόταν στον αιτούντα - αναιρεσίβλητο και εξακολουθεί να παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, η δυνατότητα να ζητήσει αυτός (δανειολήπτης και τώρα αναιρεσίβλητος) από το Δ.Σ.

του ΤΠΔ και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, όσον και Β) ο σχετικός, από τον αριθμόν 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα που αφορά την συνδρομή στο πρόσωπο του δανειολήπτη και τώρα αναιρεσίβλητου της εκ του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 προϋπόθεσης, δηλαδή της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του και της ανεπάρκειας του υπολοίπου του μισθού του για την εξασφάλιση των βιοτικών αναγκών του μετά την αφαίρεση της παρακρατούμενης από το Τ.Π.Κ.Δ.

μηνιαίας δόσης, με το ειδικότερο αιτιολογικό ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με ποιον τρόπο διασφαλιζόταν η αξιοπρεπής διαβίωση του δανειολήπτη - αναιρεσίβλητου, ο οποίος δανειοδοτήθηκε μόνο από Τ.Π.Κ.Δ. με ένα στεγαστικό δάνειο, ούτε εξέτασε η αναιρεσιβαλλόμενη τις παρεχόμενες σε αυτόν δυνατότητες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, προκειμένου να καταλήξει στην εξαχθείσα κρίση του περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών του αναιρεσίβλητου, πέραν βεβαίως της, κατά τα προεκτεθέντα, αβασιμότητας του δευτέρου σκέλους του δευτέρου αναιρετικού λόγου και της αοριστίας του πρώτου σκέλους του ίδιου λόγου, καθ'οσον όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της οικογένειας του αναιρεσιβλήτου απαιτείται το ποσό των 1800 ευρώ μηνιαίως, ποσό, που αδυνατεί αυτός να καλύψει δεν προσδιορίζεται δε στο αναιρετήριο ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμένη απόφαση.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ.3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Οκτωβρίου 2019 και με Γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 88897/2019, Ειδικό αριθμό κατάθεσης 127/15-10- 2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", για αναίρεση της με αριθμό 3808/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ