Legislator Case Law & Legislation
540/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for disturbance of ownership due to failure to prove ownership at the time of disturbance.

Case Number 540/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for recognition of ownership and cessation of disturbance. The appellant argued that the lower court erred in its assessment of evidence and legal basis, but the Court found his claim unproven. The Court ruled that the appellant failed to demonstrate he was the owner of the property both at the time the alleged disturbance occurred and during the period the lawsuit was active.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 984(a), 989(a) of the Code of Civil Procedure: A claim for disturbance of ownership requires proof that the plaintiff was the owner at the time of the disturbance and during the lawsuit, and that the disturbance was unlawful and without the owner's consent; failure to prove ownership at these times renders the claim inadmissible.

Keywords

AI generated
disturbance of ownership proof of ownership unlawful interference civil procedure appeal burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 984(a), 989(a) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1239/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Χ. και Φ., κατοίκου ... Νομού και Περιφερειακής Ενότητας …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκανιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Μ. και Α., 2) Χ. Α. του Μ. και Χ., κατοίκων ... Νομού και Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπάρκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2017 μη οριστική, 282/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδ. α' και 989 εδάφ. α' προκύπτει, ότι τα στοιχεία της αγωγής περί διατάραξης της νομής είναι η νομή του ενάγοντα πάνω στο πράγμα κατά το χρόνο της διατάραξης και της άσκησης της αγωγής και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέληση του νομέα ενάγοντα.

Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η διατάραξη, που υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αφού ο τελευταίος δεν στερείται πλήρως της φυσικής εξουσίας, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της, εκδηλώνεται είτε θετικά, με πράξη του προσβολέα στο πράγμα ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως λ.χ.

όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Η συνδρομή της διατάραξης της νομής κρίνεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία, ενώ ο χρόνος, ο τρόπος και η αιτία απόκτησης της νομής δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής.

Είναι, δηλαδή, αδιάφορο επί πόσο χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, όπως, επίσης και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου) και από ποια αιτία, ενώ δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, αφού με τη λέξη "νομή" προσδιορίζεται έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυρίου άσκηση αυτής, ούτε, τέλος, είναι αναγκαία η αιτιολογία και του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα.

ΙΙ. Κατά τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης ενδέχεται υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αυτής πλημμέλειας να πλήττει την περί τα πράγματα (κατά την εκτίμηση των αποδείξεων), αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο την προαναφερόμενη πλημμέλεια, γιατί, όπως ισχυρίζεται, περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για την άσκηση στο επίδικο της νομής είτε από τον ίδιο είτε τους αναιρεσίβλητους.

Ειδικότερα, αυτός αιτιάται ότι, είναι ασαφές εάν άσκησε δενδροφύτευση, αφού, ενώ δέχεται ότι τούτο δεν αποδείχθηκε, στη συνέχεια δέχεται την ύπαρξη μιας ροδακινιάς και μιας κρανιάς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ενώ δέχεται την ύπαρξη των δύο αυτών δέντρων, κατόπιν αντιφατικά δέχεται ότι τούτο δεν βεβαιώνει άσκηση νομής, ενώ δέχεται την ύπαρξη των πιο πάνω δένδρων δεν διαλαμβάνει τον δενδροφυτεύσαντα, ενώ για την κρανιά αναφέρει ότι είναι (και) αυτοφυές φυτό, δεν παραθέτει ποιος τη φύτευσε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επίσης δεν διαλαμβάνονται παραδοχή, ποιος φρόντιζε αυτά τα δένδρα. Περαιτέρω, στον ίδιο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων παραθέτει αποσπασματικά παραδοχές της προσβαλλόμενης που αναφέρονται στην ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού του (αναιρεσείοντος) ότι ως νομέας του επιδίκου το καθάριζε κάθε χρόνο, εκτός από το κρίσιμο διάστημα (25-12-15 και 11-1-16).

Έτσι, όμως, κατά τον αναιρεσείοντα καθίσταται ασαφές το εάν άσκησε αυτός τη συγκεκριμένη διακατοχική πράξη. Τέλος, μνημονεύει αποσπασματικά παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι δεν αποδείχθηκε η νομή αυτού (αναιρεσείοντος) και δη, κατά τους ισχυρισμούς του, από έτος 1983. Ισχυρίζεται δε, σύμφωνα με παρατιθέμενα στο αναιρετήριο, ότι δεν είναι πλήρης και σαφής η αντίστοιχη αιτιολογία.

Έτι περαιτέρω, όπως επιδικάζεται ο αναιρεσείων, καθίσταται ασαφές, εάν οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο επίδικο ακίνητο υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, αφού, ενώ δέχεται ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος έχει ιδιοκτησία δίπλα στο επίδικο από το 2004, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι και αυτός ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο οικόπεδο, ενώ δέχεται ότι ο τελευταίος και οι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν πράξεις νομής στην επίδικη έκταση και δη καλλιέργεια καπνού μέχρι το 2000, δεν μνημονεύει ποιοι ήταν αυτοί οι δικαιοπάροχοι, ενώ δέχεται ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος, μετά το 2004, οπότε και απέκτησε τα αδιαίρετα 12/20 του αγροτεμαχίου του, φρόντισε για την τοπογράφηση του μείζονος ακινήτου συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου και ότι το 2010 καταχώρησε στο έντυπο Ε9 μονοετή καλλιέργεια, δεν αναφέρει άλλη συγκεκριμένη πράξη νομής, ενώ δέχεται ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος έγινε άτυπα κύριος του αναφερόμενου ακινήτου δεν αναφέρει πότε έγινε αυτό, ενώ δέχεται ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοι του (πατέρας, παππούς) ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο που είναι δίπλα στην ιδιοκτησία τους και δη καλλιέργεια καπνού μέχρι το 2000, δεν αναφέρει πως και γιατί πρόκειται για δικαιοπαρόχους πάνω στο επίδικο και στη συνέχεια δέχεται, ότι απ' το 2000, αλλά και απ' το 2010 η μοναδική ασκηθείσα απ' τους αναιρεσίβλητους πράξη νομής ήταν η εποπτεία και επίβλεψη της επίδικης έκτασης, χωρίς να αποσαφηνίζεται η κυριαρχική τους διάνοια για τη φυσική εξουσίαση της επίδικης αυτής έκτασης.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Πρωτοδικείου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη.

ΙΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 97/19, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, (που δίκασε ως Εφετείο), επιτρεπτώς επισκοπούμενες έχουν ως εξής: "το επίδικο ακίνητο αφορά σε έκταση 158,11 τμ που βρίσκεται στον οικισμό ... Νομού …. Ο δεύτερος εναγόμενος κατέστη κύριο αρχικά κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου και ακολούθως κατά ποσοστό συνολικά 12/20 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην αγροτική περιοχή … έκτασης 798,43 τμ (βλ.

ιδίως υπ' αριθμ. …/2004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελένης Κουμουλίδου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον Τόμο … και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής … και με αριθμό …/2004 συμβολαίου αυτοσύμβασης δωρεάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … και με Ιιριθμό ….).

Όπως αναφέρεται στην από 11-12-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ' αριθμ. 17100/2017 μη οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης αγρονόμου-τοπογράφου Ε. Μ., μέρος της επίδικης έκτασης των 158,11 τμ δηλαδή τμήμα 107,58 τμ συμπεριλαμβάνεται στην έκταση χρησικτησίας του δεύτερου εναγόμενου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος κατέστη άτυπα κύριος από τον πατέρα και τον παππού του ενός ακινήτου έκτασης 612,40 τμ που αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου έκτασης 1837 τμ.

Σύμφωνα με την από 11-12-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου πραγματογνώμονα με την ανωτέρω μη οριστική απόφαση, αγρονόμου τοπογράφου Ε. Μ. η επίδικη έκταση των 158,11 τμ δεν αποτελεί τμήμα έκτασης ιδιοκτησίας του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου εφεσίβλητου. Από την ίδια δε πραγματογνωμοσύνη αποδεικνύεται ότι η ιδιοκτησία του πρώτου εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου και της οικογένειάς του έχει έκταση μεγαλύτερη της ανωτέρω και δη καλύπτει έκταση 718,27 τμ.

Η τελευταία εκτείνεται και περιλαμβάνει τουλάχιστον και τον νοτιότερο τσιμεντοστρωμένο δρόμο τον οποίο διαμόρφωσε ο ίδιος και η οικογένειά του περίπου το 2002 οπότε και κατασκεύασαν τις οικίες τους και ακολούθως τον χρησιμοποιούν για την πρόσβασή τους σε αυτές και για τη μεταφορά πραγμάτων. Περαιτέρω και όσον αφορά στην επίδικη έκταση δεν αποδείχθηκε και το Δικαστήριο δε σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο ενάγων προβαίνει σε πράξεις νομής επί αυτής και δη από το έτος 1983 και εντεύθεν μέχρι το έτος 2015.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι και οι δικαιοπάροχοι αυτών ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου μέχρι το έτος 2000 περίπου καλλιεργώντας κυρίως σε αυτό καπνά. Ακολούθως ο δεύτερος εναγόμενος μετά την απόκτηση του ποσοστού 12/20 εξ αδιαιρέτου που αναφέρθηκε προηγούμενα ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Σ.

Γ. να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα και οριοθέτησε το μείζον ακίνητο. Το έτος δε 2010 συντηρούσε μονοετή καλλιέργεια φυτού σε αυτό όπως προκύπτει από το σχετικό Ε9. Περαιτέρω αποδείχθηκε κυρίως ότι οι εναγόμενοι ασκούσαν πράξεις νομής και δη τουλάχιστον εποπτείας και επίβλεψης επί του επίδικου ακινήτου και τούτο διότι είναι δίπλα στις δικές τους ιδιοκτησίες.

Γι' αυτό και περί τα τέλη του 2015 που ο ενάγων ή μέλη της οικογένειας αυτού φύτεψαν δέντρα στο επίδικο και έβαλαν γύρω από αυτά προστατευτικό πλέγμα και σιδηροπασάλους προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια των εναγομένων και τις από αυτούς μετέπειτα ενέργειες. Ειδικότερα ο πρώτος εναγόμενος μόλις αντιλήφθηκε τις ενέργειες του ενάγοντος και της οικογένειάς του στις 25-12- 2015 ξεκίνησε να περιφράσσει το επίδικο ακίνητο με αποτέλεσμα να υπάρξει διαπληκτισμός μεταξύ αυτού και της συζύγου και της κόρης του ενάγοντος για το οποίο κλήθηκε και η αστυνομία αυθημερόν.

Ακολούθως δε τον Ιανουάριο του έτους 2016 ο δεύτερος εναγόμενος αφού απέστειλε σχετική εξώδικη δήλωση αφαίρεσε τα δενδρύλλια και το πλέγμα που είχαν τοποθετηθεί μέσα στη δική του ιδιοκτησία. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης την υπ' αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 17/2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής κατά των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 160/2016 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων καθότι κρίθηκε ότι δεν υπήρχε επείγουσα περίπτωση για τη λήψη τούτων.

Από όλα τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων βρισκόταν στη νομή του επιδίκου ακινήτου και δη ότι φύτεψε δέντρα πριν από το έτος 2015 τα οποία φρόντιζε ή ότι καθάριζε το ακίνητο κάθε χρόνο ή ότι διατηρούσε οποιαδήποτε καλλιέργεια σε αυτό. Αντίθετα και ιδίως από τις φωτογραφίες που προσκομίζονται προκύπτει ότι τα τελευταία χρόνια ουδείς των διαδίκων εκμεταλλεύεται συστηματικά ή χρησιμοποιεί την επίδικη έκταση αφού αυτή φαίνεται παραμελημένη με συσσωρευμένα πυκνά φυτά και κλαδιά.

Για το λόγο δε αυτό και δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων καθάριζε κατ' έτος το επίδικο ακίνητο. Το γεγονός της ύπαρξης δύο δέντρων στη συγκεκριμένη έκταση κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος και δη μιας ροδακινιάς και μιας κρανιάς που τυγχάνει και αυτοφυές φυτό δεν συνεπάγονται κατά βεβαιότητα την άσκηση νομής στο επίδικο από τον ενάγοντα.

Οι δε καταθέσεις των μαρτύρων που επικαλείται ο τελευταίος τυγχάνουν αόριστες και γενικόλογες ως προς τις πράξεις νομής στο χρόνο πριν από το Σεπτέμβριο του έτους 2015, επικεντρώνονται δε κυρίως στα γεγονότα που έλαβαν χώρα από το μήνα Σεπτέμβριο του 2015 και εντεύθεν. Ακόμη και στην υπ' αριθμ. …/…-06-2016 ένορκη βεβαίωση της Σ.

Α. του Α. που προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα δεν αναφέρονται χρονολογίες ούτως ώστε να δύναται αυτή να αξιολογηθεί. Περαιτέρω δεν αποδεικνύονται πράξεις νομής από την πλευρά του ενάγοντος από άλλα αποδεικτικά μέσα και δη πράξεις και συμπεριφορά του από την οποία να αποδεικνύεται ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ότι διεκδικεί δικαιώματα και αξιώσεις επί αυτού όταν μάλιστα ισχυρίζεται ότι βρίσκεται στη νομή του από το έτος 1983 (π.χ έγγραφα από την εφορία, το κτηματολόγιο, τίτλοι ιδιοκτησίας κλπ).

Συνεπώς και από τη στιγμή που ο ενάγων δεν απέδειξε πλήρως την υπό κρίση αγωγή του μολονότι ο ίδιος έφερε το σχετικό βάρος απόδειξης μετά από την άρνηση της αγωγής από τους εναγομένους πρέπει να απορριφθεί η προκείμενη αγωγή. Σημειώνεται δε ότι αποδεικτέο είναι το εάν ο ίδιος τυγχάνει νομέας του επιδίκου και όχι οι εναγόμενοι." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης που δίκασε ως Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 282/18 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης που είχε απορρίψει ουσιαστικά την αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της νομής του πάνω στο επίδικο και παύση της διατάραξης της από τους αναιρεσίβλητους.

Κρίνοντας, έτσι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δέχτηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπήρξε νομέας του επίδικου ακινήτου τόσο κατά το χρόνο της φερόμενης προσβολής της νομής του με διατάραξη που έγινε παράνομα και χωρίς τη θέλησή του, όσο και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Με τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές (κατ' εκτίμηση) απ' τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Τέλος, η αιτίαση που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι με ασαφή αιτιολογία έγινε δεκτό ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι ασκούσαν πράξεις νομής (τουλάχιστον εποπτείας και επίβλεψης) επί του επιδίκου, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, διότι πλήττει πλεοναστική αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 1239/2007), ενώ το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο έκρινε με κύρια αιτιολογία ότι η ένδικη αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση, η οποία (αιτιολογία) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης που κρίνεται, 2) να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματος τους, (άρθρα 176, 183, 191§2, 495§3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-2-2020 αίτηση του Α. Ο. για αναίρεση της 97/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου.

Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ