Legislator Case Law & Legislation
540/2020 AI generated

540/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 540/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

540/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Λιάγκα, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Β., έως και 50)Ι. Γ., απάντων ιατρών. Οι 8ος, 9ος, 19ος και 26η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3η, 4ος, 5η, 6η, 7η, 10ος, 11ος, 12ος, 13η, κληρονόμος 14ου, 15η, 16ος, κληρονόμων 17ου, κληρονόμων 18ης, 19ος, 20ή, 21ος, 22ος, 23η, 24ος, 25ος, κληρονόμων 27ου, 28ος, 29ος. 30ή, 31ος, 32ος, 33ος, 34ος, 35ος, 36ος, 37η, 38η, 39ος, 40ός, 41ος, 42ος, 43ος, 44ος, 45ος, 40ός, 47ος, 48η, 49ος και 50ος) εκπροσωπήθηκαν από τον Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται, πιο πάνω εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Γεώργιος Παφίλης, ως εκπρόσωπος της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου, η οποία, όπως δήλωσε, παρίσταται ως καθολικός διάδοχος του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αναφορικά με την 48η των αναιρεσιβλήτων και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 1113/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 5/3/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος και ο πληρεξούσιος της 2ης Υ.Π.Ε. ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως ο αναιρεσείων ή ο αναιρεσίβλητος, ενώ μετέχει προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο ποίος διάδικος έχει επισπεύσει την συζήτηση, εάν δε την συζήτηση έχει επισπεύσει ο απολειπόμενος ή μη μετέχων προσηκόντως της συζητήσεως διάδικος, ερευνάται εάν η επίσπευση από αυτόν της συζητήσεως έχει γίνει εγκύρως, επί αρνητικής δε περιπτώσεως εξετάζεται περαιτέρω εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως της συζητήσεως επ' ακροατηρίου θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότης, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, η οποία δίδεται μόνον δια συμβολαιογραφικής πράξεως ή δια προφορικής δηλώσεως του διαδίκου καταχωριζομένης στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και δι' ιδιωτικού εγγράφου φέροντος βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητος, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υποθέσεως και την κήρυξη ως ακύρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων, συνεπώς, εάν ο παριστάμενος κατά την συζήτηση ως πληρεξούσιος δικηγόρος του επισπεύδοντος την συζήτηση διαδίκου δεν αποδεικνύει την νόμιμη προς αυτόν χορήγηση πληρεξουσιότητος προς παράσταση, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος, οπότε συμφώνως προς τα ανωτέρω, εάν παρίσταται προσηκόντως ο αντίδικος αυτού, ερευνάται εάν υπήρχε πληρεξουσιότης του υπογράφοντος την παραγγελία προς επίδοση της κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δικηγόρου, επί αρνητικής δε περιπτώσεως, η κλήση κηρύσσεται άκυρη και, εάν δεν προκύπτει ότι ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από άλλον διάδικο, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, εάν κάποιος από τους ομοδίκους απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως της συζητήσεως και δεν έχει κλητευθεί νομίμως, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν και χωρεί νομίμως ως προς τους άλλους ομοδίκους, οι οποίοι μετέχουν προσηκόντως της συζητήσεως ή έχουν κλητευθεί νομίμως.

Aναγκαία ομοδικία κατά την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ υπάρχει όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως, η οποία θα εκδοθεί, εκτείνεται επί πάντων των ομοδίκων ή όταν οι ομόδικοι μόνον από κοινού δύνανται να εναγάγουν ή να εναχθούν ή λόγω των συντρεχουσών περιστάσεων δεν δύνανται να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις έναντι αυτών.

Επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων, η ομοδικία είναι απλή.

Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση δεν παρέστησαν οι 8ος, 9ος, 19ος και 26η των αναιρεσιβλήτων, Ν. Γ. του Δ., Γ. Μ. του Β., Κ. Κ. του Λ. και Ε. Μ. του Γ. αντιστοίχως, ούτε είχε κατατεθεί κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως. Περαιτέρω, από την υπ' αρ. …/17 Ιουλίου 2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Β. Κ. προκύπτει ότι της επισπεύσεως της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως έχουν επιμεληθεί οι αναιρεσίβλητοι. Την έγγραφη παραγγελία προς επίδοση στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως έχει δώσει ο δικηγόρος Γεώργιος Χαϊκάλης. Όμως, δεν αποδεικνύεται ότι οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι έχουν χορηγήσει κατά νόμιμο τρόπο πληρεξουσιότητα προς παράσταση ή προς επίσπευση της συζητήσεως στον προαναφερόμενο δικηγόρο.

Συνεπώς, κηρύσσεται άκυρη ως προς τους αυτούς η ένδικη κλήση, ενώ δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από το αναιρεσείον, το οποίο παρέστη προσηκόντως κατά την συζήτηση, ή από άλλον διάδικο. Περαιτέρω, η προκειμένη διαφορά αντικείμενο έχει την επιδίκαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών αξιώσεων βάσει της αρχής της ισότητος, ως εκ τούτου η αξίωση εκάστου είναι αυτοτελής έναντι των αξιώσεων των άλλων και δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας, συνεπώς παραδεκτώς συμφώνως προς τα ανωτέρω χωρεί η συζήτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ν. Γ. του Δ., Γ. Μ. του Β., Κ. Κ. του Λ. και Ε. Μ. του Γ. και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287, 288 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται εάν μέχρι του τέλους της συζητήσεως, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, αποβιώσει κάποιος από τους διαδίκους, ότι η διακοπή επέρχεται από της γνωστοποιήσεως του θανάτου προς τον αντίδικο του θανόντος από πρόσωπο δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη ή από τον μέχρι του χρόνου του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο του θανόντος, ότι η γνωστοποίηση γίνεται μόνον δια της επιδόσεως δικογράφου ή δια των προτάσεων ή δια προφορικής δηλώσεως επ' ακροατηρίου ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, εάν δε γίνει κατ' άλλον τρόπο, πάσχει ακυρότητα και δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα, και ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, ο θάνατος ομοδίκου δεν επάγεται την διακοπή της δίκης ως προς τους άλλους ομοδίκους, οπότε η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτόν.

Διαδικαστική δε πράξη, κατά την οποία εγκύρως δύναται να γίνει κατά τα ανωτέρω η δήλωση διακοπής της δίκης, είναι και η κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κοινή ή μονομερής δήλωση του διαδίκου ή των διαδίκων ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, η οποία παραδίδεται στον αρμόδιο γραμματέα το βραδύτερον την προτεραία της συνεδριάσεως και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118, 119 παρ. 1, 2, 290 και 291 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επανάληψη της διακοπείσης δίκης δύναται να γίνει είτε αναγκαστικώς από τον αντίδικο ή τον ομόδικο του θανόντος δια της κοινοποιήσεως προσκλήσεως προς τον δικαιούμενο να επαναλάβει την δίκη είτε εκουσίως δια ρητής δηλώσεως ή σιωπηρώς από τον διάδικο, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, όπως δια της επιδόσεως κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως.

Προκειμένου να είναι παραδεκτή η εν λόγω δήλωση πρέπει να περιέχει τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία των επαναλαμβανόντων την δίκη ως και την ιδιότητα αυτών ως μόνων κληρονόμων εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου ή κληροδόχων κλπ του αποβιώσαντος.

Εν προκειμένω, ο ως άνω δικηγόρος Γεώργιος Χαϊκάλης κατέθεσε την 18η Σεπτεμβρίου 2019 στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου δήλωση ότι συμφωνεί "ως πληρεξούσιος δικηγόρος των 1ου - 7ης, 10ου - 16ου, κληρονόμων 17ου, κληρονόμων 18ου, 20ής - 25ου, κληρονόμων 27ου και 28ου - 50ού των αναιρεσιβλήτων" να συζητηθεί η υπόθεση, χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση. Η εν λόγω δήλωση, καθ' ο μέρος δι' αυτής αναφέρεται ότι ο ως άνω δικηγόρος παρίσταται ως πληρεξούσιος των κληρονόμων των 17ου, 18ης και 27ου των αναιρεσιβλήτων, Δ. Κ. του Ε., Χ. Π. του Π. και Χ. Κ. του Κ. αντιστοίχως, συνιστά μεν έγκυρη δήλωση διακοπής της δίκης καθ' όσον αφορά τους προαναφερομένους αναιρεσιβλήτους από τον μέχρι του θανάτου πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, όχι όμως και παραδεκτή δήλωση επαναλήψεως της δίκης, αφού δεν αναφέρονται ούτε τα ονόματα και τα λοιπά στοιχεία των επαναλαμβανόντων την δίκη, ούτε η ιδιότης αυτών ως μόνων εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμων κλπ των αποβιωσάντων. Η γνωστοποίηση δε του θανάτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων δεν επάγεται την διακοπή της δίκης και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αφού κατά τα ανωτέρω η ομοδικία είναι απλή.

Συνεπώς πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Δ. Κ. του Ε., Χ. Π. του Π. και Χ. Κ. του Κ. και να κηρυχθεί βιαίως διακοπείσα ως προς αυτούς η δίκη, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Eπειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. α' και 2 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 31/2 Μαρτίου 2011), ως η παράγραφος 1 εδ. α' ετροποποιήθη δια των άρθρων 72 παρ. 2 Ν. 3984/2011 "Δωρεά και μεταμόσχευση οργάνων και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 150/27 Ιουνίου 2011) και 10 παρ. 1 και 13 παρ. 10 Ν. 4052/2012 "Εφαρμογή μνημονίου 2 κλπ" (Φ.Ε.Κ.

Α' 41/1 Μαρτίου 2012), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έδρα στο Μαρούσι" και "Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος", ενώ από τις διατάξεις των παραγράφων 9 του άρθρου 26 Ν. 3918/2011, η οποία έχει προστεθεί δια του άρθρου 72 παρ. 21 Ν. 3984/2011, 1 του άρθρου 29 ιδίου Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ.

α' Ν. 4368/2016 "Μέτρα για την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 21/21 Φεβρουαρίου 2016), και 9 του άρθρου 33 του αυτού Νόμου, ως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 53 παρ. 2 περ. γ' Ν. 4368/2016, ορίζεται αντιστοίχως: "Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στον ΟΑΕΕ, στον ΟΓΑ και στον ΟΠΑΔ μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου", "Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και "α.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν.

Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ανήκε το προσωπικό. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 1.1.2012".

Επίσης, από την διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 εδ. α', β' Ν. 4387/2016 "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας κλπ" (Φ.Ε.Κ. Α' 85/12 Μαΐου 2016) ορίζεται: "Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο στο εξής "Ε.Φ.Κ.Α.", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα.

Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών". Περαιτέρω, δια του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 εδ. α' Ν. 3329/2005 "Eθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 81/4 Απριλίου 2005) ορίζεται ότι η Επικράτεια διαιρείται σε επτά Υγειονομικές Περιφέρειες και ότι στην έδρα εκάστης ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Δ.Υ.ΠΕ.", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 εδ. α', β', 17 παρ. 1 εδ. α', β', γ', όπως έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου πρώτου υποπαρ.

Ι. 5 Ν. 4254/2014 "Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4046/2012 και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 85/7 Απριλίου 2014), και 21 παρ. 9 εδ. α', β', γ', δ' Ν 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 38/17 Φεβρουαρίου 2014) ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013", "Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί / οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται / μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεώς τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης. Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014" και "Η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαστική και εξώδικη ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται, συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.ΠΕ.

Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.ΠΕ., συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως προς τον κλάδο υγείας αυτού, νομιμοποιείται παθητικώς και συνεχίζει τις σχετικές δίκες, χωρίς να επέρχεται διακοπή, μόνον όμως ως προς τις αξιώσεις του προσωπικού του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το οποίο μετεφέρθη και παρέμεινε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να μεταταγεί εν συνεχεία στις Δ.Υ.ΠΕ, ενώ ως προς μεν τις αξιώσεις του προσωπικού, του οποίου η εργασιακή σχέση με το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ είχε ήδη λήξει κατά την ένταξη του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., νομιμοποιείται παθητικώς ο ΕΦΚΑ, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως προς δε τις αξιώσεις του προσωπικού, το οποίο μετά την αυτοδικαία ένταξή του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

μετετάγη στις κατά τόπους Δ.Υ.ΠΕ, νομιμοποιούνται παθητικώς και συνεχίζουν τις σχετικές δίκες, χωρίς να επέρχεται διακοπή, οι οικείες Δ.Υ.ΠΕ. Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαίωμα να ασκήσουν αναίρεση έχουν μεταξύ άλλων ο ηττηθείς εν όλω ή εν μέρει κατά την δίκη, κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, εναγόμενος, οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοι αυτού, ως και οι καθολικοί διάδοχοι, ή, εάν πρόκειται περί νομικού προσώπου, ο οιονεί καθολικός διάδοχος, ενώ, εάν ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως από πρόσωπο μη νομιμοποιούμενο προς τούτο, η αίτηση δεν είναι παραδεκτή και συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ απορρίπτεται, η εν λόγω δε ακυρότης δεν δύναται να θεραπευθεί από την τυχόν κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου παράσταση του πράγματι νομιμοποιουμένου προς άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως προσώπου, ως συνεχίζοντος την δίκη κατά του αναιρεσιβλήτου.

Εν προκειμένω, με την από 10ης Ιουλίου 2012 αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι προσελήφθησαν κατά τους αναφερομένους στην αγωγή χρόνους από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως ιατροί / οδοντίατροι υπό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφερθέντες εν συνεχεία στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., εζήτησαν βάσει της αρχής της ισότητος την επιδίκαση του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο ελάμβαναν άλλες κατηγορίες εργαζομένων, από 1ης Ιανουαρίου 2006 μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου 2011.

Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο υπ' αρ. πρωτ. ΔΒ1Γ/96/31283/29-8-2019 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικής Υποστηρίξεως του αναιρεσείοντος, η μεν 13η των αναιρεσιβλήτων, Τ. Π. του Χ., δεν μετεφέρθη στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., διότι η εργασιακή σχέση αυτής είχε ήδη λήξει από της 14ης Δεκεμβρίου 2010, προ της εντάξεως του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι δε 1ος, 2ος, 12ος, 14ος, 16ος, 20ή, 22ος, 31ος, 35ος και 48η των αναιρεσιβλήτων, Γ.

Β. του Χ., Α. Μ. του Ι., Ν. Κ. του Η., Ι. Γ. του Κ., Ν. Χ. του Κ., Β. Π. του Γ., Μ. Σ. του Β., Δ. Κ. του Π., Ν. Γ. του Γ. και Μ. Χ. του Ν. αντιστοίχως, μετά την αυτοδικαία μεταφορά τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μετετάγησαν, κατά μήνα Μάρτιο 2014, προ της καταθέσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως την 5η Μαρτίου 2018, στην 5η Δ.Υ.ΠΕ. ο 1ος, στην 4η Δ.Υ.ΠΕ.

ο 2ος, στην 6η Δ.Υ.ΠΕ. οι 12ος, 14ος, 16ος, 20ή, 22ος, 31ος και 35ος και στην 2α Δ.Υ.ΠΕ η 48η. Επομένως ως προς τις εργασιακές αξιώσεις αυτών δεν ενομιμοποιείτο να συνεχίσει την δίκη και να ασκήσει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., αλλά ενομιμοποιούντο, ως προς την 13η των αναιρεσιβλήτων, ο Ε.Φ.Κ.Α. και, ως προς τους λοιπούς, οι οικείες Δ.Υ.ΠΕ.

Συνεπώς, ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν είναι παραδεκτή. Και ναι μεν ως προς την 48η των αναιρεσιβλήτων παρέστη κατά την συζήτηση της υποθέσεως επ' ακροατηρίου και κατέθεσε προτάσεις δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, υποδηλώνουσα ότι συνεχίζει την δίκη αντί του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., η πράγματι νομιμοποιουμένη προς άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 48ης των αναιρεσιβλήτων 2α Δ.Υ.ΠΕ., όμως η εν λόγω παράσταση συμφώνως προς τα ανωτέρω δεν δύναται να θεραπεύσει την ακυρότητα της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την προαναφερομένη αναιρεσίβλητη.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καθ' όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους Γ. Β. του Χ., Α. Μ. του Ι., Ν. Κ. του Η., Τ. Π. του Χ., Ι. Γ. του Κ., Ν. Χ. του Κ., Β. Π. του Γ., Μ. Σ. του Β., Δ. Κ. του Π., Ν. Γ. του Γ. και Μ. Χ. του Ν.. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 552 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων και των εφετείων, α) εκείνων, οι οποίες παραπέμπουν λόγω αναρμοδιότητος καθ' ύλην την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ή έχουν εκδοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής κατά παράβαση του άρθρου 46 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ότι η τελεσιδικία της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου καθιστά υποχρεωτική την αναρμοδιότητα αυτού και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, στο οποίο η παραπομπή, και β) των οριστικών αποφάσεων, οι οποίες περατώνουν την όλη δίκη ή μόνον την δίκη επί της αγωγής ή μόνον επί της ανταγωγής.

Χρόνος, κατά τον οποίον πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είναι ο χρόνος καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στην γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου.

Συνεπώς, προσβλητή δι' αιτήσεως αναιρέσεως είναι και η ερήμην εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εάν αφ' ενός παρέλθει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, χωρίς να ασκηθεί ανακοπή, ή εάν χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, αφ' ετέρου παρέλθει και η προθεσμία της εφέσεως, χωρίς να ασκηθεί έφεση, ή χωρήσει παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση ή από το δικαίωμα της εφέσεως.

Από την διάταξη δε του άρθρου 503 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν δεν επιδοθεί η ερήμην εκδοθείσα απόφαση, δεν καθίσταται τελεσίδικη, εφ' όσον υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, εάν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριών ετών, αρχομένη από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η οποία περατώνει την δίκη, και ισχύει ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 η εν λόγω προθεσμία έχει δια του άρθρου τρίτου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015" (Φ.Ε.Κ.

Α' 87/23 Ιουλίου 2015) μειωθεί σε διετή (ΟλΑΠ 10/2018). Το αυτό ισχύει και ως προς την προθεσμία της αναιρέσεως, η οποία, συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 564 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημερών από της επιδόσεως της αποφάσεως, εάν ο αναιρεσείων διαμένει στην ημεδαπή, εάν δε δεν επιδοθεί η απόφαση, είναι τριών ετών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, ή επί αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από της παρελεύσεως της προθεσμίας της εφέσεως, ως προς αποφάσεις έχουσες δημοσιευθεί μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015, ενώ ως προς αποφάσεις δημοσιευθείσες από 1ης Ιανουαρίου 2016 είναι διετής (άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, ΟλΑΠ 10/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εκτός της περιπτώσεως της συνδρομής αναγκαίας ομοδικίας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς τους ομοδίκους, ως προς τους οποίους έγινε τελεσίδικη, έστω και εάν δεν έχει γίνει τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Επί αγωγής κατά περισσοτέρων εναγομένων με αντικείμενο μισθολογικές αξιώσεις, εφ' όσον δεν εμπλέκονται ζητήματα υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, όπως μεταξύ ομορρύθμων εταιριών και των μελών αυτών κλπ, η υποχρέωση εκάστου εναγομένου είναι αυτοτελής έναντι των υποχρεώσεων των άλλων, οπότε δεν υφίσταται μεταξύ αυτών δεσμός αναγκαίας ομοδικίας.

Εν προκειμένω, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του αναιρεσείοντος Ε.Ο.Π.Υ.Υ. την προαναφερομένη από 10ης Ιουλίου 2012 αγωγή, εξεδόθη δε ερήμην του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αντιμωλία δε του αναιρεσείοντος και των 3ης, 4ου, 5ης, 6ης, 7ης, 10ου, 11ου, 15ης, 21ου, 23ης, 24ου, 25ου, 28ου, 29ου, 30ής, 32ου, 33ου, 34ου, 36ου, 37ης, 38ης, 39ου, 40ού, 41ου, 42ου, 43ου, 44ου, 45ου, 46ου, 47ου, 49ου και 50ού των αναιρεσιβλήτων, Σ.

Σ. του Ν., Γ. Μ. του Π., Μ. Σ. του Χ., Κ. Μ. του Ε., Λ. Μ. του Ε., Α. Χ. του Χ., Ε. Ψ. του Δ., Ε. Μ. του Κ., Χ. Σ. του Γ., Α. Μ. του Χ., Ι. Μ. του Σ., Π. Σ. του Γ., Η. Κ. του Ν., Β. Σ. του Η., Ε. Τ. του Δ., Ι. Μ. του Ι., Δ. Π. του Γ., Ι. Τ. του Α., Α. Κ. του Δ., Ε. Α. του Δ., Μ. Δ. του Σ., Μ. Κ. του Σ., Κ. Χ. του Ε., Ν. Π. του Ε., Π. Α. του Π., Χ. Α. του Α., Γ. Κ. του Π., Γ. Μ. του Ι., Ε.

Κ. του Π., Σ. Ο. του Ζ., Σ. Κ. του Κ. και Ι. Γ. του Ν., αντιστοίχως, η υπ' αρ. 1113/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με ημερομηνία δημοσιεύσεως 24 Ιουνίου 2014, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υπεχρεώθησαν το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το αναιρεσείον να καταβάλουν εις ολόκληρον σε έκαστον των ως άνω αναιρεσιβλήτων το ποσόν των 12.056 ευρώ.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως, η οποία, ως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δεν αντιλέγουν δε οι αναιρεσίβλητοι, επεδόθη στο αναιρεσείον το πρώτον την 5η Φεβρουαρίου 2018, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση, και συνεπώς έχει τελεσιδικήσει ως προς τους αναιρεσιβλήτους αλλά και ως προς το αναιρεσείον-εναγόμενο, αφού η υποχρέωση εκάστου εναγομένου είναι αυτοτελής έναντι της υποχρεώσεως του άλλου, οπότε δεν υφίσταται συμφώνως προς τα ανωτέρω αναγκαία ομοδικία μεταξύ αυτών και η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου, το αναιρεσείον άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατετέθη στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 5η Μαρτίου 2018.

Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ωρισμένο αίτημα, άλλως η αγωγή δεν είναι ωρισμένη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως ελλείψει προδικασίας. Η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή είναι ωρισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο, όμως, ο εν λόγω λόγος δεν ιδρύεται, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκειμένου περί αποφάσεων ειρηνοδικείων ως και αποφάσεων πρωτοδικείων εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων. Οι λόγοι δε αναιρέσεως προβλέπονται περιοριστικώς από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ και δεν είναι δυνατή η διεύρυνση αυτών είτε με συμφωνία των μερών είτε με αναλογική ερμηνεία από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο έκρινε ωρισμένη την ένδικη αγωγή παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 14 παρ. 1 εδ.

α' και 15 παρ. 1 Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 143/7 Οκτωβρίου 1983), εκ των οποίων τα άρθρα 14 και 15 είχαν καταργηθεί δια του άρθρου 132 Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (Φ.Ε.Κ. Α' 123/1992 - διόρθωση σφαλμάτων Α' 149/1992), επανήλθαν όμως εν ισχύι δια του άρθρου 1 περ. β' Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 34/1994), ορίζεται αντιστοίχως: "Η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς", "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας" και "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι:

α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο.

δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού. ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα.

η) Η ιατρική της εργασίας. θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους", ενώ από την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 Ν. 2071/1992 ορίζεται: "Σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι:

α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι.

δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας.

ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού.

ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δε λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του οικείου νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης".

Αφ' ετέρου, το "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α.)" ιδρύθη δια του Ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 346/1934) και εν συνεχεία μετωνομάσθη δια του άρθρου 5 παρ. 1 Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης" (Φ.Ε.Κ. Α' 160/11 Ιουλίου 2002) σε "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ / ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ / Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", αποτελεί δε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 11 Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ.

Α' 14/21 Ιουνίου 1951) αυτόνομο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας. Από τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1, 2, 3 και 10 του Οργανισμού του Ιδρύματος, ο οποίος ενεκρίθη δια του Π.Δ. 266/1989 (Φ.Ε.Κ. Α' 127/1989), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 24 παρ. 5 Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα" (Φ.Ε.Κ.

Α' 137/1985) και 2 Ν. 51/1975 "Περί αναδιοργανώσεως των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών" (Φ.Ε.Κ. Α' 125/26 Ιουνίου 1975), ως η παράγραφος 10 αντικατεστάθη αρχικώς δια της παρ. 1 του άρθρου 3 Π.Δ. 363/1992 (Φ.Ε.Κ. Α' 184/1992), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 6 παρ. 5 Ν. 2026/1992 "Ρύθμιση θεμάτων οργάνωσης και προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 43/23 Μαρτίου 1992), και εν συνεχεία δια του άρθρου 1 Π.Δ. 144/2003 (Φ.Ε.Κ. Α' 120/20 Μαΐου 2003), εκδοθέντος δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2503/1997 "Διοίκηση, οργάνωση, στελέχωση της Περιφέρειας, ρύθμιση θεμάτων για την τοπική αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 107/30 Μαΐου 1997), ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Διακρίσεις και μορφή οργάνωσης Περιφερειακών Υπηρεσιών Υγείας 1.

Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους. Ειδικότερα, ως έργο έχουν: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.

β) Τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. 2. Τοπικές Μονάδες Υγείας: Οι μονάδες αυτές είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους.

Ειδικότερα, ως έργο έχουν την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης και μερικών υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας. Για τη συμπλήρωση των υπηρεσιών εργαστηριακής εξυπηρέτησης και υγιεινής και πρόνοιας υποστηρίζονται από τη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας της περιοχής τους. 3.

Τοπικά Ιατρεία: Τα Τοπικά Ιατρεία αποτελούν αποκεντρωμένες γεωγραφικά μονάδες, επιπέδου τμήματος, των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας, στις οποίες υπάγονται. Ως έργο έχουν την επιτόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. 10.

Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης: Οι Υπηρεσίες αυτές είναι επιπέδου Διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος. Οι Υπηρεσίες αυτές είναι (5) και ειδικότερα: 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ Αθήνας, Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθήνας, 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης", ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 και 3 και 2 παρ. 1 Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (Φ.Ε.Κ.

Α' 53/18 Φεβρουαρίου 2004), του οποίου η ισχύς άρχισε συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 16 αυτού από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται αντιστοίχως: "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο εφαρμογής του νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. τις υπηρεσίες υγείας, που δεν απαιτούν εισαγωγή σε νοσηλευτικό ίδρυμα, β.

την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και το σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε.

την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομείο, η. τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας" και "Παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας 1.

Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας παρέχεται από: α. τα Κέντρα Υγείας του Ε.Σ.Υ. και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β. τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (Ο.Κ.Α.), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου Ο.Κ.Α., γ. τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ. τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε.

από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 5 και 10 Ν.Δ. 1204/1972 "Περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 18/21 Ιουλίου 1972), 24 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 3232/2004 "Θέματα κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 48/12 Φεβρουαρίου 2004) και 1 παρ. 1, 2, 3 Ν. 119/1975 "Περί μονιμοποιήσεως των ιατρών του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, συστάσεως Γενικής Διευθύνσεως Υγειονομικών Υπηρεσιών παρ' αυτώ και άλλων τινών διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. Α' 19/20 Αυγούστου 1975) ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Αι ιατρικαί φροντίδες (προληπτικαί - διαγνωστικαί - θεραπευτικαί), ων δικαιούνται κατά την νομοθεσίαν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων οι εις τούτο ησφαλισμένοι πραγματοποιούνται υπό θεράποντος ιατρού της ελευθέρας εκλογής του ησφαλισμένου ως και ιατρών ειδικοτήτων κατά τα εν τοις επομένοις άρθροις οριζόμενα", "1.

Η μετά του ΙΚΑ σχέσις θεραπόντων ιατρών μη συνιστώσα σχέσιν ή σύμβασιν εργασίας διέπεται αποκλειστικώς υπό των διατάξεων του παρόντος και των εις εκτέλεσιν τούτου εκδοθησομένων Κανονισμών. Οι θεράποντες ιατροί δεν κωλύονται υπό του παρόντος να παρέχουν ιατρικάς φροντίδας ελευθέρως και εις πρόσωπα μη δικαιούμενα παροχών ασθενείας εκ του ΙΚΑ. 2.

Οι θεράποντες ιατροί δεν αποτελούν προσωπικόν του ΙΚΑ ο δε χρόνος παροχής υπ' αυτών ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού εν τω Ιδρύματι", "Εφ' όσον αι τοπικαί συνθήκαι ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατήν την εφαρμογήν των άρθρων 2, 8 και 9 του παρόντος επιτρέπεται η σύναψις ειδικών συμβάσεων μετά θεραπόντων ιατρών ή ιατρών ειδικοτήτων δι' αόριστον χρόνον επ' αμοιβή του ιατρού οριζομένη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων είτε άλλως πως άνευ περιορισμού τινος εκ των περί αμοιβής των ιατρών διατάξεων.

Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύναται να καταγγέλλωνται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίας προθεσμίας προειδοποιήσεως. Αι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί των περί ων το παρόν άρθρον ιατρών", "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α.

Ε.Τ.Α.Μ. είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" και "1. Το μόνιμον Ιατρικόν Προσωπικόν του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποτελείται: α) Εξ Ιατρών Θεραπευτών. β) Εξ Ιατρών Ελεγκτών. γ) Εξ Υγειονομικών Διευθυντών. 2. Το περί ων η προηγουμένη παράγραφος προσωπικόν κατατάσσεται εις θέσεις μισθολογικής κλίμακος αντιστοίχου της βαθμίδος των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως ακολούθως:

α) Ιατροί Θεραπευταί επί μισθώ 6ου έως και 3ου βαθμού. β) Ιατροί Ελεγκταί επί μισθώ 3ου έως και 2ου βαθμού. γ) Ιατροί Υγειονομικοί Διευθυνταί επί μισθώ 2ου βαθμού. 3. Πάσα μεταβολή των βασικών μισθών των βαθμών των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφαρμόζεται και επί των μισθολογικών κλιμακίων του περί ου η προηγουμένη παράγραφος προσωπικού".

Βάσει των ως άνω διατάξεων οι αποδοχές του μονίμου ιατρικού προσωπικού του Ι.Κ.Α. είχαν καθορισθεί από τους Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 3/3 Δεκεμβρίου 1984) και 1810/1988 "Για τη συμπλήρωση και βελτίωση του Ν. 1505/1984 και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 5/5 Οκτωβρίου 1988), όπως ίσχυσαν μέχρι της ενάρξεως ισχύος του Ν. 2470/1997. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1, 2 Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 98/1993), "1. Οι υπηρετούντες στο Ι.Κ.Α. γιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο Ι.Κ.Α. υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξή τους. 2. Οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους γιατρούς του Ι.Κ.Α.

στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου", ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 8, 24 Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 40/21 Μαρτίου 1997), ως το άρθρο 8 συνεπληρώθη δια της παρ. 1 του άρθρου 25 Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 96/17 Μαΐου 1999), οι οποίες ίσχυσαν μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2003, "1. Στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι: α) του Δημοσίου, β) της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.). 2.

Δεν υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου: ... δ) οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) ...", "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: ... 7. Νοσοκομειακό Επίδομα, για το προσωπικό των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου 'Αμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) ... 10.

Τα επιδόματα των προηγούμενων παραγράφων 7, 8 και 9 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους ή στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.

Η χορήγηση των επιδομάτων αυτών διακόπτεται σε περίπτωση απομάκρυνσης των δικαιούχων από τους χώρους για τους οποίους δικαιολογείται η καταβολή τους" και "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος και ισχύουν από 1.1.1997".

Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθησαν οι Κοινές Αποφάσεις των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2043269/6792/0022/1 Ιουλίου 1997 και η αντικαταστήσασα αυτή 2052675 /5630/0022/10 Αυγούστου 1998 (Φ.Ε.Κ. Β' 587/1997, 944/1998 αντιστοίχως), δια των οποίων επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 1997 οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος (Ι.Κ.Α.) που οι αποδοχές τους καθορίζονται από το ν. 1505/1984 και το ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς (ν. 1476/1984, ν. 1579/1985, ν. 1057/1980, ν.δ. 1204/1972), που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993".

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 297/23 Δεκεμβρίου 2003) ορίζεται: "Επιδόματα Εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής Επιδόματα κατά μήνα:

Α.1. ... 5. Νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής: α. Για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων, των κλάδων ΤΕ Φυσικοθεραπευτών, ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, σε διακόσια σαράντα ευρώ (240 Ε) ...

Β.1. Τα Επιδόματα των παραγράφων 4, 5 ,6, 7, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους. Επίσης καταβάλλονται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α.

και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικό παραστατικό στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λπ.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή τους, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή τους με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 22 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α)", ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 Ν. 3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007, φορολογικές και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ.

Α' 80/16 Απριλίου 2007), "Τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3205/2003, για τις αναφερόμενες σε αυτές κατηγορίες δικαιούχων, αναπροσαρμόζονται, κατά μήνα, ως εξής: α.i. Από 1.1.2007, σε διακόσια πενήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτά (257,50). ii. Από 1.7.2007, σε διακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ (275). iii. Από 1.1.2008, σε τριακόσια δέκα ευρώ (310). iv.

Από 1.1.2009 και εφεξής, σε τριακόσια σαράντα πέντε ευρώ (345). Τα ανωτέρω ποσά δικαιούνται, από 1.1.2007 και οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου, καθώς και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί", βάσει δε των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (Φ.Ε.Κ.

Α' 40/15 Μαρτίου 2010) και 3 παρ. 1 και 7 παρ. 1 Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (Φ.Ε.Κ. Α' 65/6 Μαΐου 2010) τα ως άνω ποσά του νοσοκομειακού επιδόματος εμειώθησαν αντιστοίχως κατά ποσοστό 12% από 1ης Ιανουαρίου 2010 και περαιτέρω κατά ποσοστό 8% από 1ης Ιουνίου 2010.

Από δε την διάταξη του άρθρου 21 Ν. 3205/2003 ορίζεται: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α' του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. ... Οι αποφάσεις αυτές εκδίδονται εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και ισχύουν από 1.1.2004".

Κατ' εξουσιοδότηση της εν λόγω διατάξεως εξεδόθη η Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 (Φ.Ε.Κ. Β' 250), δια της οποίας επεξετάθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 οι διατάξεις του Α' μέρους του Ν. 3205/2003 "στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι αποδοχές τους καθορίζονται από τον Ν. 2470/97 και στους με σύμβαση γιατρούς (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85, Ν. 1057/80 και ΝΔ 1204/72) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με τον Ν. 2150/93". 'Οπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι νομαρχιακές και οι τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους έχει βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003.

Επομένως οι ιατροί των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσία πλήρους και αποκλειστικής απασχολήσεως, δικαιούνται του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 8 του ως άνω Νόμου. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με εξαίρεση τις υποθέσεις μικροδιαφορών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή. Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, εάν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό αυτής ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός εάν υπάρχει έννομο συμφέρον προς αποτροπή δεδικασμένου, οπότε αναιρείται η απόφαση κατά την εσφαλμένη μόνον αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως υφίσταται εάν τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου και όχι στον διαλαμβανόμενο στην μείζονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφ' όσον η εν λόγω υπαγωγή απολήγει στο αυτό διατακτικό, αντιθέτως, η αιτιολογία, η οποία ανάγεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εμπίπτει στην εν λόγω έννοια (ΟλΑΠ 6/2019).

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Ειρηνοδικείο εδέχθη ότι οι ως άνω 3η, 4ος, 5η, 6η, 7η, 10ος, 11ος, 15η, 21ος, 23η, 24ος, 25ος, 28ος, 29ος, 30ή, 32ος, 33ος, 34ος, 36ος, 37η, 38η, 39ος, 40ός, 41ος, 42ος, 43ος, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 49ος και 50ός των αναιρεσιβλήτων υπηρέτησαν ως ιατροί υπό ειδική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορες νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και από της 3ης Σεπτεμβρίου 2011 του καθολικού διαδόχου αυτού αναιρεσείοντος, μισθοδοτούμενοι βάσει του Ν. 3205/2003, και ότι ως εκ των ειδικών συνθηκών εργασίας στις εν λόγω μονάδες εδικαιούντο, κατ' εφαρμογήν της εκ των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος αρχής της ισότητος, του νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο ελάμβαναν βάσει των οικείων διατάξεων οι νοσοκομειακοί ιατροί ως παρέχοντες κλειστή - δευτεροβάθμια περίθαλψη.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Ειρηνοδικείο προέβη στην επιδίκαση υπέρ εκάστου των αναιρεσιβλήτων, κατά μερική παραδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος, του νοσοκομειακού επιδόματος από 24ης Ιουλίου 2007 μέχρι 30ής Σεπτεμβρίου 2011 ποσού 240 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς ποσού 12056 ευρώ. Με την εν λόγω κρίση το Ειρηνοδικείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, με εσφαλμένη όμως αιτιολογία, καθ' όσον, προκειμένου να επιδικάσει το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες, ενώ δεν εφήρμοσε τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 8 Α' αρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 περ.

β' Ν. 3235/2004, βάσει των οποίων οι ιατροί οι υπηρετούντες στις νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εδικαιούντο συμφώνως προς τα ανωτέρω του νοσοκομειακού επιδόματος, καθ' όσον οι εν λόγω μονάδες έχουν από της 18ης Φεβρουαρίου 2004 εξομοιωθεί προς τα Κέντρα Υγείας, οπότε τα ισχύοντα ως προς την μισθολογική μεταχείριση των ιατρών των Κέντρων Υγείας, οι οποίοι λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, τυγχάνουν ευθείας εφαρμογής έκτοτε και ως προς τους ιατρούς των μονάδων υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στους οποίους βάσει της Κ.Υ.Α. 2/4302/0022/28 Ιανουαρίου 2004 έχει επεκταθεί η ισχύς του Ν. 3205/2003.

Το αναιρεσείον πάντως δεν επικαλείται ότι έχει έννομο συμφέρον προς αποτροπή του δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία της. Το προβαλλόμενο δε παρ' αυτού περαιτέρω επιχείρημα ότι τυχόν επιδίκαση του ενδίκου επιδόματος θα καταστήσει, κατά παράβαση της αρχής της ισότητος, πλέον ευμενή από μισθολογικής απόψεως την θέση των αναιρεσιβλήτων εν σχέσει προς τους νοσοκομειακούς ιατρούς, οι οποίοι αντιθέτως προς τους αναιρεσιβλήτους δεν λαμβάνουν επίδομα εξομαλύνσεως, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η επιδίκαση του εν λόγω επιδόματος γίνεται ευθέως βάσει των ως άνω διατάξεων των άρθρων 8 Α' αρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 περ.

β' Ν. 3235/2004, και όχι βάσει της αρχής της ισότητος.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού κατά τα ανωτέρω το Ειρηνοδικείο ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, δεν συντρέχει δε λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως ως προς το εσφαλμένο αιτιολογικό.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 του ως άνω Α.Ν. 1846/1951, "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", όπως αντικατεστάθη αρχικώς με το άρθρο 15§2 του Ν.4476/1965 και εν συνεχεία με το άρθρο 7 του Ν.825/1978, ορίζεται: "πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας ... Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν ...", στις δε διατάξεις των άρθρων 48 παρ.1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (Φ.Ε.Κ.

Α' 204/19 Ιουλίου 1974), ως το άρθρο 56 έχει αντικατασταθεί δια του άρθρου 15 Ν.369/1976 "Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως του Ν.Δ. 496/1974" (Φ.Ε.Κ. Α' 164/29 Ιουνίου 1976), ορίζονται τα εξής: "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.δ.δ. είναι πέντε ετών, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος. 2. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π.

δι' αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά είναι τριών ετών. 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του ν.π. αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" και "1.

Εξαιρούνται της εφαρμογής του παρόντος α) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα και β) τα κοινωφελή ιδρύματα και αι κοινωφελείς περιουσίαι, τα διεπόμενα υπό του Α.Ν. 2039/1939 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών" 2.

Δια Προεδρικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 1977, προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού, δύναται να εξαιρούνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει, και έτερα Ν.Π.Δ.Δ. εφ' όσον ειδικοί λόγοι επιβάλλουν τούτο. Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, εάν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους εξεδόθησαν".

Βάσει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως της προηγουμένης διατάξεως εξεδόθη το Π.Δ. 437/1977 (Φ.Ε.Κ. Α' 134/18 Μαΐου 1977), δια του άρθρου μόνου του οποίου ορίζεται: "Εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν. Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ως ετροποποιήθη υπό του Ν. 369/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. 496/1974 περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", ως ετροποποιήθη μεταγενεστέ-ρως, οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών", προς τούτοις, δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 305/1985 (Φ.Ε.Κ.

Α' 113/31 Μαΐου 1985), ως αντικατεστάθη δια του άρθρου μόνου Π.Δ. 192/1986 (Φ.Ε.Κ. Α' 78/18 Ιουνίου 1986), τα οποία Π.Δ. εξεδόθησαν αμφότερα βάσει της αυτής ως άνω νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, ορίζεται: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 7 και του άρθρου 43 του Ν.Δ. 496/74 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους Νόμους 369/76 και 578/77, καθώς και οι διατάξεις του κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθ. 43 εκδοθέντος Π.Δ/τος 715/79, εφαρμόζονται και για τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς που υπάγονται στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλην ΙΚΑ και ΟΓΑ, καταργουμένης της εξαίρεσης που θεσπίστηκε για τα θέματα αυτά, με το Π.

Διάταγμα 437/77". Όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, οι μισθολογικές αξιώσεις του προσωπικού του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατ' αυτού υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι σε διετή, αφού το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Τούτο δεν αναιρείται ούτε από την διάταξη του άρθρου 5 εδ. α' Ν. 3210/1955 "Περί τροποποιήσεως της περί του Ι.Κ.Α. νομοθεσίας" (Φ.Ε.Κ. Α' 115/6 Μαΐου 1955), κατά την οποία "Το ΙΚΑ απολαύει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου, επί τούτου δε ως ενάγοντος ή εναγομένου εφαρμόζονται άπασαι αι δια το Δημόσιον εκάστοτε ισχύουσαι αντίστοιχοι διαδικαστικαί διατάξεις του Κώδικος περί δικών του Δημοσίου, της Πολ.

και Ποιν. Δικονομίας", αφού η εν λόγω διάταξη αφορά διαδικαστικά προνόμια, ενώ η σύντομη παραγραφή των δύο ετών συνιστά ουσιαστικό προνόμιο, ούτε από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1 εδ. α' Α.Ν. 1846/1951 και 33 παρ. 7 Ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. Α' 31/2 Μαρτίου 2011), κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Το Ι.Κ.Α.

απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού, κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός τέλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον" και "Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για τα θέματα οικονομικής οργάνωσης και λογιστικής λειτουργίας του Οργανισμού, εφαρμόζονται αναλογικά οι αντίστοιχες γενικές διατάξεις που διέπουν τα Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου", αφού έναντι των διατάξεων αυτών κατισχύει η προαναφερομένη ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει περαιτέρω ότι το Ειρηνοδικείο εδέχθη ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι οι εν λόγω αξιώσεις είχαν παραγραφεί ως υποκείμενες σε διετή παραγραφή. Με την εν λόγω κρίση το Ειρηνοδικείο ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951 και 48 παρ. 1, 2, 3 και 56 Ν.Δ. 496/1974, αφού, συμφώνως προς τα ανωτέρω, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ έχει εξαιρεθεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, οι οποίες προβλέπουν διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων, και τυγχάνει εφαρμογής επ' αυτού η ως άνω ειδική διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 Α.Ν. 1846/1951, η οποία θεσπίζει πενταετή παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων.

Συνεπώς, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δια του οποίου προσάπτεται η αιτίαση ότι το Ειρηνοδικείο, δεχόμενο την πενταετή παραγραφή, παρεβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τους αναιρεσιβλήτους Σ. Σ. του Ν., Γ. Μ. του Π., Μ. Σ. του Χ., Κ. Μ. του Ε., Λ. Μ. του Ε., Α. Χ. του Χ., Ε. Ψ. του Δ., Ε. Μ. του Κ., Χ. Σ. του Γ., Α. Μ. του Χ., Ι. Μ. του Σ., Π. Σ. του Γ., Η. Κ. του Ν., Β. Σ. του Η., Ε. Τ. του Δ., Ι. Μ. του Ι., Δ. Π. του Γ., Ι. Τ. του Α., Α. Κ. του Δ., Ε. Α. του Δ., Μ. Δ. του Σ., Μ. Κ. του Σ., Κ. Χ. του Ε., Ν. Π. του Ε., Π. Α. του Π., Χ. Α. του Α., Γ. Κ. του Π., Γ. Μ. του Ι., Ε. Κ. του Π., Σ. Ο. του Ζ., Σ. Κ. του Κ. και Ι. Γ. του Ν.. Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτών, ως ορίζεται στο διατακτικό. Τα εν λόγω έξοδα δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η δίκη δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, 30 παρ. 1 Ν. 4038/2012, 19 παρ. 1 β' Ν. 2556/1997).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ν. Γ. του Δ., Γ. Μ. του Β., Δ. Κ. του Ε., Χ. Π. του Π., Κ. Κ. του Λ., Ε. Μ. του Γ. και Χ. Κ. του Κ..

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 5ης Μαρτίου 2018 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1113/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ν. Γ. του Δ., Γ. Μ. του Β., Κ. Κ. του Λ. και Ε. Μ. του Γ.

Κηρύσσει βιαίως διακοπείσα την δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Δ. Κ. του Ε., Χ. Π. του Π. και Χ. Κ. του Κ.

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους αναιρεσιβλήτους Γ. Β. του Χ., Α. Μ. του Ι., Σ. Σ. του Ν., Γ. Μ. του Π., Μ. Σ. του Χ., Κ. Μ. του Ε., Λ. Μ. του Ε., Απ Χ. του Χ., Ε. Ψ. του Δ., Ν. Κ. του Η., Τ. Π. του Χ., Ι. Γ. του Κ., Ε. Μ. του Κ., Ν. Χ. του Κ., Β. Π. του Γ., Χ. Σ. του Γ., Μ. Σ. του Β., Α. Μ. του Χ., Ι. Μ. του Σ., Π. Σ. του Γ., Η. Κ. του Ν., Β. Σ. του Η., Ε. Τ. του Δ., Δ. Κ. του Π., 1 Μ. του Ι., Δ. Π. του Γ., Ι. Τ. του Α., Ν. Γ. του Γ., Α. Κ. του Δ., Ε. Α. του Δ., Μ. Κ. του Σ., Κ. Χ. του Ε., Ν. Π. του Ε., Π. Α. του Π., Χ. Α. του Α., Γ. Κ. του Π., Γ. Μ. του Ι., Ε. Κ. του Π., Σ. Ο. του Ζ., Μ. Χ. του Ν., Σ. Κ. του Κ. και Ι. Γ. του Ν..

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση, ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ