Legislator Case Law & Legislation
540/2018 AI generated

540/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 540/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

540/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν μεν δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, αν δε έχει κλητευθεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του (Α.Π. 1279/2012).

Keywords

AI generated
previous legal status revocation of the composition agreement forfeiture of shareholder rights failure to keep accounts successive parent companies suspension of tax recovery
AI generated
166/2018
Η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα, με την από 15-3-2004 (προηγηθείσα και μη ένδικη) αγωγή της, εξέθεσε ότι την 7-2-2000 προσελήφθη από την εναγόμενη και τώρα αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες της ως διευθύντρια του εμπορικού τμήματος της επιχειρήσεώς της, αντί του εκεί αναφερομένου μηνιαίου μισθού.
1246/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 450/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3421/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/6/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 11/3/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1483/2018
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
963/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
180/2019
Η κρινόμενη από 10.3.2015 αίτηση για αναίρεση της 1313/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για αμοιβές από την παροχή εργασίας, και το από 26-10-2017 δικόγραφο προσθέτων λόγων ασκήθηκαν από την εκκαλούσα, η οποία ηττήθηκε, και στρέφονται κατ' αποφάσεως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση ( άρθρα 552, 553 παρ. 1 , 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3, 569 παρ. 1-2 ΚΠολΔ ). Επομένως , πρέπει η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι να θεωρηθούν παραδεκτοί, και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται στα δικόγραφα αυτά ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους ( άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ανδριανάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Χ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 501/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 1999/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 11-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος και να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά στη διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά το άρθρο 665 παρ. 2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. (όπως ίσχυε πριν από τη σιωπηρή κατάργησή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή) κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Περαιτέρω από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν οι διάδικοι εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες. Εξ άλλου από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν μεν δεν έχει κλητευθεί, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, αν δε έχει κλητευθεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του (Α.Π. 1279/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 6-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 1999/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής (20-12-2016) το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Αθηνών Έλλη Ανδριανάκη, ως πληρεξούσια αυτού.

Όμως η πιο πάνω δικηγόρος δεν προσκόμισε, όπως επιβάλλεται κατά τα προεκτεθέντα, συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου του αναιρεσείοντος από το οποίο να προκύπτει ότι το τελευταίο πράγματι της έχει χορηγήσει την πληρεξουσιότητα να το εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, με αποτέλεσμα αυτό να θεωρείται δικονομικώς απόν.

Εξ άλλου από την …/11-2-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 19-4-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (20-12-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον.

Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει το αναιρεσείον να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 669 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε αντίθεση με τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε διότι συνάγεται από το σκοπό και το είδος της. Εξ άλλου κατά το άρθρο 672 εδ. α Α.Κ. καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία.

Συνεπώς, αν ο εργοδότης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν από τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174, 180 Α.Κ.), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, να του οφείλει κατά το άρθρο 656 Α.Κ.

μισθούς υπερημερίας. Περαιτέρω κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 672 εδ. α Α.Κ. σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της συμβάσεως μέχρι τη (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της.

Για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, δηλαδή την κρίση αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχειρήσεως, ενώ τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Ειδικότερα για τον εργοδότη τέτοιος λόγος συντρέχει σε περίπτωση παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου (άρθρο 673 Α.Κ.), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του τελευταίου επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων αλλά και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή από αυτόν (Α.Π. 504/2017).

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 213, 216, 226, 229, 233, 669 και 672 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1-5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι για το νομότυπο και έγκυρο της καταγγελίας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) εκ μέρους του εργοδότη, απαιτείται αυτή να γίνεται από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιό του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), η καταγγελία πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 68 και 70 Α.Κ.

Διαφορετικά, αν δηλαδή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (Α.Π. 1401/2014) και κατ' άλλη άποψη άκυρη (Α.Π. 1268/2009). Τέλος αν ο καταγγέλλων είναι ο εργαζόμενος και υφίσταται σπουδαίος λόγος, αυτός δικαιούται ως αποζημίωση τους μισθούς του χρονικού διαστήματος από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας μέχρι τη συμβατική λήξη της (Α.Π. 2086/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] μη κερδοσκοπικό σωματείο την 1-10-2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως γενική διευθύντρια έως τις 31-12-2007.

Η παραπάνω σύμβαση εργασίας ανανεώθηκε στις 12-3-2007 για 3 έτη ακόμη έως τις 31-12-2010. Ειδικότερα η ενάγουσα προσλήφθηκε ως γενική διευθύντρια με αντικείμενο την προώθηση όλων των ενεργειών υλοποίησης των σκοπών του σωματείου (ενοικιάσεις χώρων, χορηγίες, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις), επίβλεψη για ορθή τήρηση των λογιστικών βιβλίων, επιλογή προσωπικού κ.λπ.

Η ενάγουσα ήταν εργατική και αποτελεσματική. Με ενέργειες και δικές της πρωτοβουλίες κατασκευάσθηκε και λειτούργησε στην έδρα του σωματείου από το 2004 "...", ο οποίος αποτέλεσε ένα κέντρο πολιτισμού για την τοπική και ευρύτερη κοινωνία. Μεταξύ της ενάγουσας και της διοίκησης του σωματείου υπήρχε άριστη συνεργασία, όλες δε [οι] ενέργειές της και τα αποτελέσματα αυτών εγκρίνονταν σε ετήσια βάση από το διοικητικό συμβούλιο.

Μάλιστα η ενάγουσα λόγω της ευσυνειδησίας της, αν και είχε συμφωνήσει με το εναγόμενο να λαμβάνει την ετήσια άδεια, ελάμβανε ετησίως μικρό τμήμα αυτής, έτσι ώστε το εναγόμενο της οφείλει υπόλοιπο αδείας 10 ημερών για το 2005, 11 ημέρες για το 2006, 12 ημέρες για το 2007, 12 ημέρες για το 2008 και 7 ημέρες για το 2009. Όταν ο πρόεδρος του εναγομένου Δ.

Τ. απεχώρησε, η νέα διοίκηση του εναγομένου με τον Π. Μ. έκανε προσπάθειες για να διευθετηθούν οι διαταραγμένες σχέσεις με τη διοίκηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου "...", που συμμετείχε με μέλη του στο διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, αλλά και για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεων του σωματείου που αυτό είχε αναλάβει προκειμένου να επιτευχθεί η ανέγερση του "…".

Όμως η διοίκηση του … αρνήθηκε να συνεργασθεί, με αποτέλεσμα να παραιτηθούν τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, μεταξύ των οποίων ο πρόεδρος Π. Μ. και ο ταμίας Α. Λ.. Τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που είχαν ορισθεί από το ... συνέχισαν να διοικούν το σωματείο κατά παράβαση των άρθρων 9 του καταστατικού, που ορίζει ότι το σωματείο διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, και 16, που ορίζει ότι αν παραιτηθούν ή κωλύονται τόσα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ώστε δεν γίνεται δυνατή η συμπλήρωσή του από αναπληρωματικά, τότε η Ε.Ε.

και τα εναπομείναντα μέλη του διοικητικού συμβουλίου συγκροτούνται σε προσωρινό διοικητικό συμβούλιο και συγκαλούν έκτακτη γενική συνέλευση με μόνο θέμα τη διενέργεια αρχαιρεσιών για την ανάδειξη διοικητικού συμβουλίου.

Συνεπώς η διοίκηση του εναγομένου που ασκείτο από τα τέσσερα μέλη ήταν παράνομη, αφού για να ήταν νόμιμη η συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου έπρεπε να γίνει αναπλήρωση των αποχωρησάντων μελών από τα αναπληρωματικά μέλη και σε περίπτωση αδυναμίας της αναπλήρωσης έπρεπε να συγκληθεί η γενική συνέλευση.

Μάλιστα γι' αυτό το λόγο κατόπιν αιτήσεως των μελών του εναγομένου το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την... 7898/2009 απόφασή του (εκούσια δικαιοδοσία) εξουσιοδότησε τους αιτούντες να συγκαλέσουν γενική συνέλευση για να ενημερωθούν από τα τέσσερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μεταξύ άλλων το λόγο που δεν συμπλήρωσαν τη διοίκηση με τα αναπληρωματικά μέλη.

Την 21-9-2009 το εναγόμενο, υπό την προαναφερθείσα παράνομη συγκρότηση του διοικητικού συμβουλίου από τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη, κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας. Όμως κατά τα προαναφερθέντα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε από ανυπόστατο όργανο του εναγομένου και συνεπώς είναι άκυρη και δεδομένου ότι η ενάγουσα προσφέρθηκε στην παροχή των υπηρεσιών της και το εναγόμενο απέκρουσε, περιήλθε σε υπερημερία μη καταβάλλον τις αποδοχές της ενάγουσας για το διάστημα 21-9-2009 έως 9-11-2009.

Την 9-11-2009 η ενάγουσα εγγράφως λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου (άκυρη και προσχηματική καταγγελία με αβάσιμες αιτιάσεις κατ' αυτής, μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών) κατάγγειλε για σπουδαίο λόγο τη σύμβαση εργασίας της και συνεπώς δικαιούται ως αποζημίωση κατά τα αναφερθέντα στην αρχή της παρούσας τις αποδοχές της έως τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δηλαδή 50.100 ευρώ (1 μήνας + 21 ημέρες 2009, δώρο Χριστουγέννων 2009 + 14 μισθοί 2010) καθώς και 6.900 ευρώ για το διάστημα 1-9/9-11-2009 που δεν της καταβλήθηκαν για τις δεδουλευμένες αποδοχές συμπεριλαμβανομένου και του διαστήματος υπερημερίας του εναγομένου.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πέραν της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου δεν υφίστατο και ουδείς σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Ειδικότερα η διοίκηση του εναγομένου είχε ουσιαστικά τεθεί υπό την κηδεμονία της ... και αυτή είχε "εν τοις πράγμασι" την ευθύνη για τη διευθέτηση των όποιων οικονομικών και φορολογικών θεμάτων.

Συνεπώς οι αναφερόμενες στο έγγραφο της καταγγελίας του εναγομένου αιτιάσεις ως προς την επαγγελματική εκτίμηση και τη συμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας είναι προσχηματικές και τα οιαδήποτε προβλήματα αφορούσαν το διοικητικό συμβούλιο και την ... Μάλιστα την 18-9-2009 ο τότε πρόεδρος του εναγομένου Σ.

Δ. προσέφερε 12.000 στην ενάγουσα για να αποχωρήσει οικειοθελώς, γεγονός που δεν είναι συμβατό με τα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας. Ο τρόπος δε που έγινε η άκυρη απόλυση της ενάγουσας με την επίδοση εγγράφου στο οποίο αναφέρονται γεγονότα αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας (κακή διαχείριση καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, μη έγκαιρη διευθέτηση οικονομικών υποχρεώσεων και μη απόδοση ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ κ.λπ.), τα οποία δεν βαρύνουν τη προσωπική συμπεριφορά της ενάγουσας αλλά οφείλονται, όπως προαναφέρθηκε, στην άσκηση ελέγχου και διοίκησης εκ μέρους της ..., προκάλεσε σε βάρος της ηθική βλάβη καθόσον δημιουργήθηκαν δυσμενή σχόλια στο επαγγελματικό και κοινωνικό της περιβάλλον.

Πρέπει δε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης να της επιδικασθεί το ποσό των 5.000 ευρώ, αναγνωριζομένης της υποχρέωσης του εναγομένου για καταβολή αυτού του ποσού. Η ενάγουσα για τις μη ληφθείσες ημέρες αδείας των ετών 2005 - 2009 δικαιούται τα παρακάτω ποσά: 1) 2005, 2006, 2007: 1.500 ευρώ μηνιαίες αποδοχές: 25 Χ 33 ημέρες 1.980 ευρώ, 2) 2008, 2009: 3.000 ευρώ μηνιαίες αποδοχές: 25 Χ 19 ημέρες = 2.280 ευρώ, συνολικά 4.260 ευρώ...

Κατόπιν των παραπάνω, κατ' ορθή εκτίμηση των αγωγικών αιτημάτων καθ' ο μέρος κρίθηκαν ως ουσία βάσιμα, [πρέπει] να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 21-9-2009 γενομένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει 12.000 ευρώ που αφορούν μισθούς για το διάστημα 9-11-2009/9-3-2010, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα 6.900 ευρώ για τις αποδοχές 21-9-2009 έως 9-11-2009, καθώς και 38.100 ευρώ για τους μισθούς 10-3-2010 έως 31-12-2010, 4.260 ευρώ για τις αποδοχές αδείας, 5.000 ευρώ, εκ των οποίων νομιμότοκα οι μισθοί από το τέλος εκάστου μηνός που έπρεπε να καταβληθούν, το δώρο Χριστουγέννων από 31-12 του αντίστοιχου έτους που ήταν καταβλητέο, το δώρο Πάσχα από 30-4 του αντίστοιχου έτους (ΥΑ 19040/1981), τα δε ποσά 4.260 και 5.000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι η από 21-9-2009 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτό υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 54.260 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εναγομένου (η οποία, όπως δέχθηκε, αφενός μεν έγινε από ανυπόστατο όργανο, αφετέρου δε ήταν άκυρη και προσχηματική με αβάσιμες αιτιάσεις κατά της ενάγουσας) και της συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της ενάγουσας.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όταν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες αλλά μόνο στη μία από αυτές (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 21/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, δεχόμενο ότι η από 21-9-2009 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη διότι έγινε από ανυπόστατο όργανο (ενώ τούτο δεν ήταν ακριβές διότι νομίμως κατά το καταστατικό του συγκροτήθηκε το διοικητικό του συμβούλιο από τέσσερα μόνο μέλη) παραβίασε τις περί διοικήσεως των νομικών προσώπων διατάξεις του Α.Κ.

και το άρθρο 11 του καταστατικού του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως ως αλυσιτελής διότι κατά την προσβαλλομένη η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας οφειλόταν όχι μόνο στο ότι έγινε από ανυπόστατο όργανο αλλά και στο ότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, προσχηματικά και με αβάσιμες αιτιάσεις κατ' αυτής, η τελευταία δε αυτή παραδοχή δεν επλήγη επιτυχώς με άλλο λόγο αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, τη διάταξη του άρθρου 2 εδ. α της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, αφού δεν ίσχυαν για την ενάγουσα, ως διευθύνον στέλεχός του, τα προβλεπόμενα περί χορηγήσεως ετησίας αδείας με αποδοχές.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα ήταν διευθύνον στέλεχός του με αποτέλεσμα να έχει εφαρμογή ως προς αυτήν η ανωτέρω διεθνής σύμβαση, ο οποίος ισχυρισμός συνιστά ένσταση (Α.Π. 568/1998) ούτε ότι πρότεινε το λόγο αυτό για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου διότι συνέτρεχε κάποιος νόμιμος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ούτε τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού αυτού πρωτοδίκως, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση των από 14-11-2014 εγγράφων προτάσεων που αυτό υπέβαλε ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι ούτε ενώπιον του εφετείου προτάθηκε τέτοιος ισχυρισμός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία αυτό είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς ανταπόδειξη κατά της αγωγής και συγκεκριμένα: 1) την από Σεπτεμβρίου 2007 έκθεση του ορκωτού ελεγκτή Α.

Σ., 2) την από Δεκεμβρίου 2008 έκθεση του ιδίου, 3) πίνακα προσωπικού, 4) τις αναλυτικά αναφερόμενες συμβάσεις εργασίας, 5) τις αναλυτικά αναφερόμενες αγωγές τρίτων κατ' αυτού, 6) τις αναλυτικά αναφερόμενες επιστολές τρίτων προς αυτό και 7) τους ισολογισμούς του των ετών 2008 και 2009. Ο λόγος αυτός (πέρα από την αοριστία του ως προς την περιγραφή του ανωτέρω αναφερόμενου με το στοιχείο 3 εγγράφου) είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και από "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ανεξάρτητα αν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.)" σε συνδυασμό προς τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά δε το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα: "Για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν.

Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο". Κατά τη σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (στην οποία γίνεται λόγος για ισχυρισμούς που είχαν υποβληθεί με τις προτάσεις), στους ισχυρισμούς που επαναφέρονται κατά τον τρόπο που ορίζεται σ' αυτήν δεν περιλαμβάνονται οι αγωγικοί ισχυρισμοί, δηλαδή δεν υποχρεούται ο ενάγων να επαναλάβει στις προτάσεις του ενώπιον του εφετείου το περιεχόμενο της αγωγής του.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση, η αντίδικος στο Εφετείο απλώς επανέφερε αυτούσιες τις προτάσεις που είχε καταθέσει στον πρώτο βαθμό, χωρίς καμία συγκεκριμένη αναφορά στους ισχυρισμούς, που είχε προβάλει πρωτοδίκως, οι οποίοι αποτελούσαν πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεχόμενη όμως η προσβαλλομένη όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς της αντιδίκου, παρά το ότι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα και παραδεκτά στο κατ' έφεση δικάζον Δικαστήριο της ουσίας, ενώ όφειλε να μην τους λάβει υπόψη της, έσφαλε και κατέστη αναιρετέα κατά την περ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας διότι από αυτόν δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιοι είναι οι ισχυρισμοί ("πράγματα") που κατά το αναιρεσείον δεν επαναφέρθηκαν νομίμως από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του εφετείου και παρά ταύτα ελήφθησαν υπόψη από αυτό.

Αλλά και αν θεωρηθεί ότι το αναιρεσείον εννοεί ως "πραγματικούς ισχυρισμούς" της αναιρεσίβλητης τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτεθέντα οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται σε εκείνους τους οποίους η ενάγουσα είχε υποχρέωση να επαναφέρει στο εφετείο κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-8-2015 αίτηση για αναίρεση της 1999/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ