540/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 540 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 540/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο ΖευγÏ...
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 540 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 540/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βρόντο.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στις …, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Τ. Π., κάτοικο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ανανιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 309/2013 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 7-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης καθώς επίσης και των ισχυρισμών και ενστάσεων που υπεβλήθησαν διά των από 31-10-2015 προτάσεων και της από 11-11-2015 προσθήκης του, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ. 7/2006, 27 και 28/1998). Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ. Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία της αγωγής η οποία, υπάρχει όταν γίνεται απλά επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών ή η ποσοτική αοριστία η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ αντιστοίχως. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ’ άρθρ.564 και 2 ΚΠολΔ, εξέθεσε, κατ’ ακριβή εδώ, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μεταφορά τα εξής: "Ο εναγόμενος ο οποίος ζει και εργάζεται στο Χιούστον των Η.Π.Α, έχοντας κατοικία και στον τόπο καταγωγής του, στη Μαγουλίτσα - Καρδίτσας, όπου...εδρεύει και λειτουργεί ατομική επιχείρηση...., με την οποία δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην πώληση βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών και άλλων... γεωργικών μηχανημάτων ως και ανταλλακτικών των παραπάνω μηχανημάτων..., τα οποία εισάγει από την Αμερική στην Ελλάδα, στα πλαίσια μακροχρόνιας μεταξύ μας εμπορικής συνεργασίας, τον Μάρτιο του έτους 2007, μου πρότεινε τον συνεταιρισμό της πώλησης μεταχειρισμένων ανταλλακτικών, τα οποία θα του προμήθευα αποστέλλοντας αυτά από την Αμερική στην Ελλάδα..., εν όψει της εφάμιλλης με την δική του και δική μου επαγγελματική δραστηριότητα... στις Η.Π.Α. Η πρόταση ειδικότερα του εναγόμενου περί των όρων της ως άνω συνεργασίας μας, ανέφερε ότι αυτός θα αναλάμβανε την πώληση των μεταχειρισμένων ανταλλακτικών βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών που θα του απέστελλα, πληρώνοντας ο ίδιος τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού τους και καταβάλλοντος προς εμένα μετά την πώληση τους, αφενός μεν το κόστος της αγοράς ενός έκαστου εξ αυτών εκ μέρους μου, αφετέρου δε το ποσοστό του 50% εκ του ποσού το οποίο θα λάμβανε επιπλέον ως κέρδος, και το οποίο ρητά με διαβεβαίωνε ότι θα επιτύγχανε. Αποδεχόμενος την ως άνω πρόταση του εναγόμενου και προς εκτέλεση της συμφωνίας μας, τον Ιούνιο του 2007 του έστειλα από την Αμερική στην Ελλάδα, τα κάτωθι μεταχειρισμένα ανταλλακτικά, συγχρόνως με το υπ’ αριθμ. .../26-6-2007 τιμολόγιο μου και ειδικότερα : 1)....
12)... (αναφέρονται αναλυτικώς τα ανταλλακτικά και το κόστος αγοράς ενός εκάστου)...Ήτοι το συνολικό κόστος των παραπάνω ανταλλακτικών ανέρχονταν στο ποσό των 33.200 ευρώ. Ο εναγόμενος δε παρέλαβε τα ανωτέρω ανταλλακτικά πληρώνοντας το κόστος τόσο της μεταφοράς τους όσο και του εκτελωνισμού τους...και περί τα τέλη του έτους 2007, μου κατέβαλλε το ποσό των 2.000 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω ποσό προέρχονταν από την πώληση ενός εκ των τριών διαφορικών 4X4 που είχε προβεί, λαμβάνοντας το ποσό των 4.000 ευρώ και ότι αδυνατούσε λόγω έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος να πουλήσει τα υπόλοιπα ανταλλακτικά, τα οποία εφόσον θέλαμε να πουληθούν, έπρεπε να κατεβάσουμε την τιμή τους ακόμα και κάτω από το κόστος αυτών...Με την πάροδο του χρόνου και ενώ ο εναγόμενος μου έδινε κάθε φορά και διαφορετικότερη απάντηση για τη συμπεριφορά του...αντιλήφθηκα ότι...είχε πωλήσει τα ανταλλακτικά, κρατώντας τα χρήματα εκ της πώλησης τους για λογαριασμό του, πλην όμως δεν επιθυμούσε να μου αποδώσει ούτε την αξία του κόστους τους, πολύ μάλλον περισσότερο ούτε και το μερίδιο μου από το κέρδος τους...περί τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2008... επιβεβαιώθηκε...ότι ο εναγόμενος είχε πουλήσει σε συγκεκριμένους αγοραστές...όλα τα ανταλλακτικά και μάλιστα στις εξής τιμές αυτών και ειδικότερα: (παρατίθενται αναλυτικώς οι τιμές πωλήσεως των ανταλλακτικών)...Ήτοι ο εναγόμενος πώλησε τα ανταλλακτικά, αντί του συνολικού ποσού των ( 3.500 + 9.600 + 16.500 + 5.800 + 4.000 + 5.500 + 9.000 + 5.000 + 8.800 + 2.600 ) = 70.300 ευρώ... Κατόπι ν τούτων, ο εναγόμενος....υποχρεούται να μου καταβάλλει το ποσό του κόστους της αγοράς αυτών εκ μέρους μου, εκ ποσού 33.200 ευρώ, πλέον το 1/2 εκ του συνολικού ποσού των 37.100 ευρώ, ήτοι του κέρδους που έλαβε λόγω της πωλήσεως τους, όπως αυτό μεταξύ μας συμφωνήθηκε, ήτοι το ποσό των (70.300 - 33.200 = 37.100 : 2) = 18.550 ευρώ και συνολικά το ποσό των (33.200 + 18.550) = 51.750 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 2.000 ευρώ το οποίο ήδη μου κατέβαλλε, ήτοι (51.750 - 2.000) = 49.750 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως......Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, ότι δι’ αυτής γίνεται επίκληση συμβατικής σχέσεως των διαδίκων και δη πωλήσεως των επίδικων ανταλλακτικών από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο με περαιτέρω συμφωνία μεταπωλήσεως αυτών από τον τελευταίο, ο οποίος και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα, μετά την μεταπώληση, το τίμημα και το ήμισυ του επιτευχθησομένου κέρδους. Ακολούθως το Εφετείο έκρινε με την απόφαση του ότι η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, αφού αναφέρεται σ’ αυτήν ο χρόνος καταρτίσεως και το περιεχόμενο της ενδίκου συμβάσεως και η αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου και απέρριψε τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο εφέσεως του τελευταίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αριθμ.1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, λόγω νομικής και ποσοτικής αοριστίας της ενδίκου αγωγής και εσφαλμένης υπαγωγής της στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 513 και 346 ΑΚ καθόσον η εν λόγω αγωγή υπό τον προεκτεθέν περιεχόμενό της είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, κατά την συμβατική της βάση, αφού περιέχει τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα και την νομική θεμελίωση της επί των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται επαλλήλως στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. ως άνω πλημμέλειες, υπό την έννοια ότι η αγωγή παρά τον νόμο δεν απερρίφθη ως απαράδεκτη, μολονότι πάσχει από νομική και ποσοτική αοριστία είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται πρωτίστως ότι τα ιστορούμενα στην αγωγή γεγονότα και οι ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου περί της προβαλλόμενης συμβατικής σχέσεως δεν στοιχειοθετούν σύμβαση πωλήσεως αλλά τοιαύτη εταιρείας των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ και 741 επ. Α.Κ., η οποία όμως δεν θεμελιώνεται επαρκώς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η αναιρεσίβλητος, και συνεπώς το Εφετείο μη απορρίπτοντας ως μη νόμιμη ή αόριστη την αγωγή, αλλά δεχόμενο την νομική της βασιμότητα με βάση ισχυρισμούς και γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο και επάγονται διαφορετικές έννομες συνέπειες υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. Οι ισχυρισμοί αυτοί τυγχάνουν αβάσιμοι, αφού η αγωγή, ως ήδη εξετέθη είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη και το Εφετείο που την έκρινε ως τοιαύτη με την προσβαλλομένη απόφαση του δεν υπέπεσε στις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες. Εξάλλου ο ισχυρισμός ότι η προβαλλόμενη δια της αγωγής συμβατική σχέση των διαδίκων δεν συνιστά σύμβαση πωλήσεως και συμφωνία του άρθρου 361 Α.Κ., αλλά εταιρεία και δη αφανή τοιαύτη, πέραν του απαραδέκτου της προβολής του ως λόγου αναιρέσεως, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), είναι επί πλέον και αλυσιτελής, αφού και υπό την νομική θεμελίωση που επικαλείται ο αναιρεσείων, γεννάται η δια της αγωγής ασκούμενη αξίωση της αναιρεσιβλήτου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ως προς την ουσία της υποθέσεως δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρεία η οποία εδρεύει στις Η ΠΑ έχει ως αντικείμενο την εμπορία μεταχειρισμένων γεωργικών μηχανημάτων και ανταλλακτικών αυτών. Περί την Άνοιξη του 2007 ο εκπρόσωπος της ενάγουσας Τ. Π. ήρθε σε επαφή με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί...ατομική επιχείρηση ...εμπορίας γεωργικών μηχανημάτων, και συμφώνησαν να αγοράσει ο εναγόμενος από την ενάγουσα τα κατωτέρω περιγραφόμενα μεταχειρισμένα ανταλλακτικά βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών που θα απέστελλε η ενάγουσα στην Ελλάδα, με την υποχρέωση να καταβάλει ο εναγόμενος τα έξοδα μεταφοράς και εκτελωνισμού τους και στη συνέχεια να τα μεταπωλήσει στην Ελλάδα διαβεβαιώνοντας ότι είχε την προς τούτο ευχέρεια, και να καταβάλλει στην ενάγουσα αφενός μεν την αξία τους, αφετέρου δε το 50% του κέρδους που θα απεκόμιζε αυτός από τη μεταπώληση τους....Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, η ενάγουσα, τον Ιούνιο 2007 πώλησε στον εναγόμενο τα εξής μεταχειρισμένα εξαρτήματα: 1)... 10)...Δηλαδή η ενάγουσα πώλησε στον εναγόμενο ανταλλακτικά με συνολικό τίμημα 33.200 ευρώ εκδοθέντος σχετικά του .../26-6-2007 τιμολογίου της ενάγουσας...Ακολούθως...ο εναγόμενος παρέλαβε τα ως άνω ανταλλακτικά στην Ελλάδα χωρίς όμως να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνηθέν τίμημα, ενώ περαιτέρω παρακράτησε για λογαριασμό του κάποια από τα ως άνω ανταλλακτικά χρησιμοποιώντας τα σε δικές του μηχανές ενώ άλλα τα μεταπώλησε με αδιευκρίνιστο τίμημα καταβάλλοντος στην ενάγουσα μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ από την πώληση ενός διαφορικού 4X4. Για τα παραπάνω που δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο έφεσης. Επομένως ο εναγόμενος από την υπαίτια εκ μέρους του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων ζημίωσε την ενάγουσα κατά το 50% του κέρδους που θα απεκόμιζε αυτή από την μεταπώληση των ενδίκων ανταλλακτικών, το οποίο (κέρδος) κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ανερχόταν σε εκείνη τη χρονική περίοδο (2007) στο 20% επιπλέον της αξίας τους, Δηλαδή ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το τίμημα των πωληθέντων που δεν της κατέβαλε (33.200 ευρώ) και επιπλέον το ποσό των 3.320 ευρώ (33.200 Χ 20% : 2) όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου έφεσης. Τέλος, όπως προέκυψε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, νομίμως εκπροσωπείται η εφεσίβλητη εταιρεία από τον Τ. Π. ... Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση του εναγομένου...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού απέρριψε την περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως ένσταση του εναγομένου, απέρριψε ακολούθως ως κα’ ουσίαν αβάσιμη και την έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα για την ρηθείσα αιτία το χρηματικό ποσό των 36.520 ευρώ. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των (γενομένων δεκτών ως) αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες και στην αρχή της παρούσης παρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παρεβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Τέλος η ένσταση του αναιρεσείοντος περί εκλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, πρέπει να απορριφθεί προεχόντώς ως απαράδεκτη, καθόσον αυτή απορριφθείσα κατά τα προλεχθέντα με την προσβαλλομένη απόφαση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, δεν επανεισήχθη νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με λόγο αναιρέσεως αλλά προβάλλεται απαραδέκτως με τις κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση του Α. Π. του Ε., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 309/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ