Legislator Case Law & Legislation
540/2015 AI generated

540/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 540/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

540/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρο 63Ε ν.3601/2007 (όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 4 ν.4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν.4261/2014) οριζόταν ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούσε για λόγους δημοσίου συμφέροντος να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβαζόταν το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος (παρ.1).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άρη Γεωργιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο και 2) Υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή της Ν. Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2324/2005 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 89/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 6866/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 14-11-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων που ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους (Α.Π.936/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, η οποία είχε παραστεί στο εφετείο ως εφεσίβλητη (δεύτερης αναιρεσίβλητης) αλλά και κατά της μη διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (πρώτης αναιρεσίβλητης).

Με βάση τα ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού αυτή δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με το άρθρο 68 του ν.3601/2007 (όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν.4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν.4261/2014, ίσχυε δε κατά το χρόνο συζητήσεως της υπό κρίση διαφοράς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι στις 23-9-2013), οριζόταν μεταξύ άλλων ότι στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, αυτό με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση, κατά τη διάρκεια της οποίας τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός εκκαθαριστής.

Με το άρθρο 63Δ ν.3601/2007 (όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 4 ν.4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν.4261/2014) οριζόταν ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσε με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο (παρ.1 εδ.α), ότι αν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του προσώπου στο οποίο γίνεται η μεταβίβαση, ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 479 Α.Κ., ότι για το κύρος της μεταβιβάσεως και για το αντιτάξιμο αυτής έναντι τρίτων δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους και ότι εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το πιστωτικό ίδρυμα προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για επανάληψή της (παρ.5).

Με το άρθρο 63Ε ν.3601/2007 (όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 4 ν.4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν.4261/2014) οριζόταν ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούσε για λόγους δημοσίου συμφέροντος να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβαζόταν το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος (παρ.1).

Στην προκειμένη περίπτωση με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που λήφθηκε στη συνεδρίαση 46/27-7-2012 (ΦΕΚ 2208/27-7-2012, τευχ. Β), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της αρχικά εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, ορίσθηκε δε ειδικός εκκαθαριστής της ο Ν.

Μ.. Με απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος που λήφθηκε στη συνεδρίαση 4/27-7-2012 (ΦΕΚ 2209/27-7-2012 τευχ.Β), δόθηκε εντολή στον πιο πάνω εκκαθαριστή να μεταβιβάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." τα περιουσιακά στοιχεία της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Στην παράγραφο 1 του παραρτήματος της ανωτέρω αποφάσεως ορίσθηκαν τα εξής: "Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (εφεξής: "η Πειραιώς") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (εφεξής: "η Αγροτική") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "Πειραιώς", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτική" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α έως και ιστ, που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία"".

Στην παράγραφο 2 του παραρτήματος της ανωτέρω αποφάσεως ορίσθηκαν τα εξής: "Δεν μεταβιβάζονται στην "Πειραιώς" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α έως και ιστ (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Αγροτική".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα:... α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία".

Εξάλλου με την από 20-10-2004 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε τα εξής: Ότι με το 7/14-5-2002 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της αρχικά εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", αποφασίσθηκε η πρόσληψή του με την ιδιότητα του αντιπροέδρου-υποδιοικητή αυτής και προσδιορίσθηκαν οι αρμοδιότητές του, όπως ειδικότερα αυτές αναφέρονται.

Ότι στις 20-5-2002 εγκρίθηκε από τη γενική συνέλευση των μετόχων της αρχικά εναγομένης η κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως και οι όροι της. Ότι στη συνέχεια καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτού και της αρχικά εναγομένης η από 21-5-2002 σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με την οποία η τελευταία τον προσέλαβε με την ανωτέρω ιδιότητα του αντιπροέδρου-υποδιοικητή μέσα στα εκάστοτε όρια του νόμου και του καταστατικού της και με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο καταστατικό, στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και της διοικήσεως της τράπεζας.

Ότι ως μηνιαία αμοιβή του ορίστηκε το ποσό των 13.793,10 ευρώ, επί πλέον δε συμφωνήθηκε ότι θα του καταβάλλεται ολόκληρο το ποσό μιας μηνιαίας αμοιβής ως δώρο Χριστουγέννων και από μισό ως δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας, καθώς και οι λοιπές αναφερόμενες παροχές, επί πλέον της αποζημιώσεως την οποία θα λάμβανε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της αρχικά εναγομένης.

Ότι η διάρκεια της συμβάσεως συμφωνήθηκε τριετής για το χρονικό διάστημα από 21-5-2002 μέχρι 20-5-2005. Ότι με την πιο πάνω σύμβαση συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση πρόωρης λύσεως αυτής από την αρχικά εναγομένη, η τελευταία θα είχε την υποχρέωση να του καταβάλει ως αποζημίωση την αμοιβή του μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, η οποία (αποζημίωση) δεν θα μπορούσε να υπερβεί το ποσό της συμφωνημένης αμοιβής ενός έτους.

Ότι στη συνέχεια με την από 30-6-2003 πράξη παρατάσεως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ αυτού και της αρχικά εναγομένης και οι όροι της οποίας είχαν εγκριθεί προηγουμένως με την από 16-4-2002 απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της, συμφωνήθηκε η παράταση της διάρκειας της αρχικής συμβάσεως μέχρι τις 15-4-2006 με τους ίδιους όρους και συμφωνίες και με την ίδια αμοιβή.

Ότι ενώ ασκούσε προσηκόντως τα καθήκοντά του, στη γενική συνέλευση των μετόχων της αρχικά εναγομένης που έλαβε χώρα στις 28-4-2004 έγινε η εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου της και η συγκρότηση αυτού σε σώμα, ο ίδιος δε δεν εξελέγη μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ούτε ορίσθηκε αντιπρόεδρος-υποδιοικητής της.

Ότι η μη εκλογή του αυτή ισοδυναμεί με καταγγελία της συμβάσεώς του, για την οποία δεν του καταβλήθηκε η συμφωνημένη αποζημίωση, ανερχόμενη στα αναλυτικά αναφερόμενα ποσά και συνολικά στο ποσό των 228.182,84 ευρώ. Ζήτησε δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αρχικά εναγομένης προς καταβολή του προαναφερθέντος ποσού εντόκως.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αφορά στοιχεία μη μεταβιβαζόμενα στην πρώτη αναιρεσίβλητη (αναφερόμενα στην παρ.2 περ.ζ του παραρτήματος της αποφάσεως της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος), με αποτέλεσμα να μη νομιμοποιείται παθητικά να συνεχίσει τη δίκη αυτή αλλά η δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, ορθώς ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 26 παρ.1 ν.1914/1990: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία από του χρόνου δημοσίευσης, σύμφωνα με τις κείμενες περί ανωνύμων εταιριών διατάξεις, στο Δελτίο Ανωνύμων Εταιριών της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του νέου καταστατικού της, που θα καταρτισθεί απ' αυτήν μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, βάσει των διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών και που θα εγκριθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας".

Περαιτέρω με το άρθρο μόνο του π.δ.307/1996 που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.1 ν.1914/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ.1 ν.1947/1991, ορίστηκε ότι: "Η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε., εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν το δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 51 του ν.1892/1990...

και συμπληρώθηκε με την παρ.6 του άρθρου 4 του ν.1943/1991... πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού". Κατά το άρθρο 31 Εμπ.Ν., όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 79 παρ.13 ν.3604/2007), η ανώνυμη εταιρεία "διοικείται από προσωρινούς επιτρόπους, μετακλητούς, συνεταίρους ή μη συνεταίρους, μισθωτούς ή αμίσθους".

Το αυτό συνεπώς ίσχυε και για την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος που είχε μετατραπεί κατά τ' ανωτέρω σε ανώνυμη εταιρεία. Η ρύθμιση αυτή δεν μεταβάλλεται από τις διατάξεις των ν.2190/1920 για τις ανώνυμες εταιρείες, 5076/1931 για τις ανώνυμες εταιρείες και Τράπεζες και 2076/1992 για την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως επίσης οι νόμοι αυτοί ίσχυαν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, από αυτή δε συνάγεται ότι τα όργανα διοικήσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας είναι ανακλητά οποτεδήποτε με απόφαση της γενικής συνελεύσεως, χωρίς να αξιώνεται η συνδρομή προς τούτο σπουδαίου λόγου και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της Τράπεζας προς αποζημίωσή τους.

Ειδικότερα από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 31 Εμπ.Ν. και εκείνης του άρθρου 33 ν.2190/1920, που ορίζει ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας και δικαιούται να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση, προκύπτει ότι: α) η γενική συνέλευση δικαιούται οποτεδήποτε και χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, η ανάκληση δε αυτή, και αν ακόμη δεν δηλωθεί ρητώς στη σχετική απόφαση, δύναται να συνάγεται και σιωπηρώς από το διορισμό νέου διοικητικού συμβουλίου που συντελείται πριν από τη λήξη του παλαιού, β) το δικαίωμα της γενικής συνελεύσεως να ανακαλεί ελευθέρως τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν υπόκειται σε περιορισμούς είτε αυτοί καθιερώνονται ευθέως είτε εμμέσως με τη μορφή επιζήμιων συνεπειών σε περίπτωση ασκήσεώς του, και αν ακόμη έχουν συμφωνηθεί και γ) η ανάκληση μέλους του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας που γίνεται από τη γενική συνέλευση συνεπάγεται πάντοτε και τη λήξη της υποκείμενης σχέσεως, ακόμη και αν έχει καταρτισθεί για ορισμένο χρόνο, χωρίς η ανώνυμη εταιρεία να έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ανακληθέντα σύμβουλο την αμοιβή του έως τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας αυτής, διότι το δικαίωμα της ανακλήσεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ασκείται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα ως άνω μέλη με το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας σχέσεως.

Από δε τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 23α παρ.2 και 24 παρ.3 ν.2190/1920, 713, 648, 652 Α.Κ. και 6 ν.765/1943 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ. προκύπτει ότι ο αντιπρόεδρος-υποδιοικητής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος συνδέεται με το νομικό πρόσωπο αυτής με σχέση εντολής.

Σε περίπτωση που λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρει, η σχέση του έχει το χαρακτήρα μισθώσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι καταστατικό όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Όμως δεν αποκλείεται να συρρέουν στο αυτό πρόσωπο και οι δύο ιδιότητες, δηλαδή του αντιπροέδρου και του συνδεόμενου με σχέση εργασίας υπαλλήλου της ανώνυμης εταιρείας, εφόσον σε εκτέλεση της συμβάσεως που έχει εγκριθεί από τη γενική συνέλευση παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας, και υπηρεσίες με αμοιβή τακτικώς προσδιορισμένη (Α.Π.1606/2011).

Τέλος παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί παρά το ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί ενω δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή του αναιρεσείοντος, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ο ενάγων, έχοντας την ιδιότητα του αντιπροέδρου-υποδιοικητή της αρχικά εναγομένης και αυτήν του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της, ήταν καταστατικό όργανο αυτής, ασκούσε εξουσία διαχειριστική και διοικητική με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να υπόκειται σε νομική εξάρτηση από αυτήν, η συνδέουσα δε αυτόν με την τράπεζα έννομη σχέση ήταν εκείνη της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ενόψει δε της ιδιότητάς του ως οργάνου της διοικήσεως της αρχικά εναγομένης, η γενική συνέλευση των μετόχων αυτής μπορούσε με απόφασή της να τον ανακαλέσει οποτεδήποτε, χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου προς τούτο λόγου και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της αρχικά εναγομένης προς αποζημίωσή του. Ως εκ τούτου το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 31 Εμπ.Ν., 33 ν.2190/1920 ούτε εκείνες των άρθρων 361 Α.Κ, 5 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, με την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 του ίδιου νόμου, από 2-4-2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2014 αίτηση του Π. Β. για αναίρεση της 6866/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 30 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ