Legislator Case Law & Legislation
540/2014 AI generated

540/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 540/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στην Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

540/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της από 11/1/2011 αιτήσεως, την παραδοχή της από 31/12/2010 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
cessation of disability pension outdated medical report unfit notwithstanding health condition cessation of benefits medically certified work incapacity expulsion despite health conditions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στην Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Κ., κατοίκου ... 3) Α. Χ.-Τ. του Γ., κατοίκου ... 4) Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ... , 5) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... 6) Δ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 8) Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 9) Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Μ.-Ε. Β. του Χ., κατοίκου ..., 11) Μ.-Τ.-Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 12) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 13) Α. Β. του Θ., κατοίκου ..., 14) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 15) Β. Π. του Π., κατοίκου ... 16) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 17) Ν. Δ. του Δ. , κατοίκου ... 18) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ... 19) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 20) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 21) Ι. Α. του Α., κατοίκου ... 22) Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 23) Β. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 24) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Κ., κατοίκου ... 3) Α. Χ.-Τ. του Γ., κατοίκου ... 4) Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ... , 5) Δ. Σ. του Α., κατοίκου ... 6) Δ. Ρ. του Ν. , κατοίκου ..., 7) Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 8) Μ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 9) Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Μ.-Ε. Β. του Χ., κατοίκου ..., 11) Μ.-Τ.-Φ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 12) Β. Σ. του Π., κατοίκου ..., 13) Α. Β. του Θ., κατοίκου ..., 14) Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 15) Β. Π. του Π., κατοίκου ... 16) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 17) Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ... 18) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ... 19) Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 20) Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 21) Ι. Α. του Α., κατοίκου ... 22) Α. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 23) Β. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 24) Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) που εδρεύει στην Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσοκανά με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των υπό στοιχείο Α ως άνω αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο Α2 αναιρεσίβλητος και υπό στοιχείο Β2 αναιρεσείων Β. Χ. απεβίωσε στις 27/1/2013 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ'αριθμό .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Καβάλας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Α. χήρα Β. Χ. το γένος Γ. Τ., 2) Γ. Χ. του Β., 3) Κ. Χ. του Β. οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2008 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2377/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3515/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 11/1/2011 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 31/12/2010 αίτησή τους .

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε τις από 29/12/2011 και από 30/12/2011 εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με τις οποίες εισηγήθηκε αντίστοιχα την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή των λοιπών λόγων της από 11/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 31/12/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων ζήτησε την απόρριψη της από 11/1/2011 αιτήσεως, την παραδοχή της από 31/12/2010 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι αντίθετες από 31.12.2010 και 11.1.2011 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 3515/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν κατά τα άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ αφού έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση εξόδων.

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ/α, 287 παρ.1, 290 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ νόμιμα εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι Α. χήρα Β. Χ., Γ. Χ. και Κ. Χ., ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 27.1.2013, μετά την άσκηση των κρινομένων αναιρέσεων, αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Β. Χ. και δήλωσαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, την, λόγω του θανάτου βίαιη διακοπή της δίκης, εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι α) στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον 'Αρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με δικηγόρο,β)η πληρεξουσιότητα δίνεται με συμβολαιογραφικό πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση κλπ και επί εργατικών διαφορών κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου από 2.4.2012 και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών κλπ (άρθρο 665 ΚΠολΔ όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ.6 του ν.4055/2012) γ) ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, παρεχομένη από τον επισπεύδοντα με έναν από τους παραπάνω τρόπους.

Τέλος, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4130/12.3.2013 (ΦΕΚ 74Α/20.3.2013) σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ'αριθμ. .../13.11.2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών …, τη συζήτηση των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Αθηνών Δ.Τάγαρη, με παραγγελία του οποίου επιδόθηκαν στο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητο επικυρωμένα αντίγραφα κλήσεων προς συζήτηση αυτών με πράξη ορισμού δικασίμου προς συζήτηση για την, στην αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο.

Όμως δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους της 17ης αναιρεσείουσας αναιρεσίβλητης Ν. Δ., παροχής πληρεξουσιότητας προς τον προαναφερθέντα δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης και την εκπροσώπησή της από αυτόν. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να χωρισθεί και ως προς αυτήν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και να προχωρήσει για τους λοιπούς παρισταμένους και νομίμως εκπροσωπούμενους αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1,2,8 παρ.1 και 9 του ν.δ/τος 1204/1972, προκύπτει, ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές), που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του ΙΚΑ οι ασφαλισμένοι σ'αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, ειδικότητας παθολόγου ή γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.

Σαν τέτοιοι νοούνται και οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί, καθώς επίσης οι θεραπευτές ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού νομοθετικού διατάγματος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν.

δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθερα και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής απ' αυτούς ιατρικών φροντίδων δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.

Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν. δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ* όρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.

δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού. Εξάλλου, το άρθρο 18 του ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο "ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κλπ" ορίζει: Στην παράγραφο 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.

Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική εξέλιξη τους. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας τις τοποθετήσεις - μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους ιατρούς, όπως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται: α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.

Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του ν. δ/τος 1204/1972. Τέλος στην παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

ΚατΛ εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του ν.

δ/τος 1204/1972. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν. δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενομένη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000).

Επομένως έχει εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές η διάταξη που εξακολουθεί να ισχύει, επειδή δεν καταργήθηκε, και μετά την ισχύ του ν. 2150/1993, του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, κατά την οποία οι εν λόγω συμβάσεις καταγγέλλονται οποτεδήποτε μετά από προειδοποίηση ενός μηνός. Μετά την παραπάνω απόφαση του ΑΕΔ 5/2000 ψηφίστηκε και δημοσιεύτηκε ο ν. 3232 της 12-2-2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφιο γ όρισε ότι "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123Α), που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου".

Όμως η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά, ότι οι ειδικές αυτές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει εδώ αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, το οποίο ορίζει στην μεν παράγραφο 1 αυτού, ότι η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία, στη δε παράγραφο 2, ότι νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του (ΑΕΔ 5/2000, Ολ.Α.Π. 21 και 22/2007, Α.Π. 675/2009).

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, για τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον με ειδική σύμβαση, που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του ιδίου Ν.Δ., κατά τις οποίες οι εν λόγω συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, κατά το άρθρο 10 του οποίου οι ειδικές αυτές σχέσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση, κατά τα προεκτεθέντα (Ολ.Α.Π. 22/2007).

Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. Με το άρθρο 49 του Κώδικα αυτού ορίζονται, εκτός άλλων, και τα εξής: "1. Το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού (δηλαδή του Κεφαλαίου Β' που αφορά το προσωπικό για κάλυψη οργανικών θέσεων), εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.

Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης" (παρ.1). "2. Κατ' εξαίρεση της παραγράφου 1, το προσωπικό του Δημοσίου που δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971 ..., καθώς και το προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70ό έτος της ηλικίας του ..." (παρ.2). "4.

Για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου" (παρ. 4). Οι παρατιθέμενες όμως αυτές διατάξεις του άρθρου 49 του αμέσως πιο πάνω Κώδικα, που καταρτίσθηκε με το π.δ. 410/1988, δεν έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τα παραπάνω, ως προς τους ιατρούς που συνδέονται με το αναιρεσείον (Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ.) με ειδική σύμβαση που έχει καταρτισθεί με βάση το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/ 1972, για τους οποίους (ιατρούς) εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 5 του νομοθετικού διατάγματος, κατά τις οποίες οι εν λόγω ειδικές συμβάσεις μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά από μηνιαία προειδοποίηση κατά τα προαναφερόμενα (ΑΠ 675/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι ιατροί και προσλήφθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, συνδεόμενοι με αυτό με δική σύμβαση εργασίας, διεπομένη αποκλειστικώς από τις διατάξεις του ανωτέρω Ν.Δ/τος.

Ειδικότερα: Ο πρώτος (Π.Χ.) σε εκτέλεση της 090/1/10.2.1983 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ προσλήφθηκε ως οδοντίατρος... Ο δεύτερος Β.Χ.) σε εκτέλεση της Ρ01/170/21.4.1992 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ προσλήφθηκε ως ιατρός χειρουργός... Η τρίτη (Α. Χ.-Τ.) σε εκτέλεση της Ρ01/171/21.4.1992 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ προσλήφθηκε ως παιδίατρος...

Ο τέταρτος (Γ.Φ.) σε εκτέλεση της Ρ01/1850/4.12.1995 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ προσλήφθηκε ως γυναικολόγος...Ο πέμπτος (Σ. Δ..) σε εκτέλεση της Ρ01/210/22.3.1991 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ προσλήφθηκε ως καρδιολόγος ...Ο έκτος (ΔΡ.) σε εφαρμογή της Ρ01/840/28.2.1995 αποφάσεως του Διοικητή του ΙΚΑ ως δερματολόγος-αφροδισιολόγος...

Ο έβδομος (Σ.Ν.) σε εκτέλεση της Ρ01/156//18.2.1985... ως πνευμονολόγος. Ο όγδοος (Μ.Ζ.) σε εκτέλεση της Ρ01/57/2.9.1996 ως χειρούργος... Η ένατη (Β.Κ.) σε εκτέλεση της Ρ01/1/5.1.1989 ... ως νευρολόγος... Η δεκάτη (Μ.-Ε. Β.) σε εκτέλεση της Ρ01/429/18.9.92...ως παθολόγος. Ο ενδέκατος (Μ.-Τ.-Φ. Μ.) σε εκτέλεση της Ρ01/13/1.2.1990... ως γυναικολόγος... Ο δωδέκατος (Β.Σ.) σε εκτέλεση της Ρ01/342/13.7.1992...ως χειρούργος.

Ο δέκατος τρίτος (Α.Β.) σε εκτέλεση της Ρ01/265/22.3.1991... ως γυναικολόγος. Ο δέκατος τέταρτος (Μ. Σ.) σε εκτέλεση της Ρ01/105/5.4.1990... ως γυναικολόγος. Ο δέκατος πέμπτος (Β. Π.) σε εκτέλεση της Ρ01/160/28.4.1986... ως καρδιολόγος... Ο δέκατος έκτος (Ε. Π.) σε εκτέλεση της Ρ01/167/13.2.1987 ως οφθαλμίατρος... Ο δέκατος όγδοος (Ι.Π.) σε εκτέλεση της Ρ01/1554/15.12.1998...

ως παιδίατρος. Η δέκατη ένατη (Μ.Κ.) σε εκτέλεση της Ρ01/407/24.5.1991 ως ρευματολόγος. Η εικοστή (Ελ. Κ.) σε εκτέλεση της Ρ01/114/4.5.1990 ως οδοντίατρος. Ο εικοστός πρώτος (Ι.Α.) σε εκτέλεση της Ρ01/894/24.7.1987 ως ορθοπεδικός... Ο εικοστός δεύτερος (Α .Σ.) σε εκτέλεση της Ρ01/670/13.10.1992 ως οδοντίατρος... Ο εικοστός τρίτος (Β. Τ.) σε εκτέλεση της Ρ01/508/15.7.1986 ως ακτινοθεραπευτής και ο εικοστός τέταρτος (Χ.

Χ.) σε εκτέλεση της Ρ01/320/11.8.1993 ως οφθαλμίατρος. Με τις ως άνω ειδικότητες οι ενάγοντες ιατροί εργάσθηκαν στις ως άνω υγειονομικές μονάδες του εναγομένου, προσφέροντας κανονικά τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους αυτού έως το τέλος του έτους 2004 οι πρώτος έως ενδέκατος και εικοστός πρώτος έως και εικοστός τέταρτος και έως το τέλος του έτους 2005 οι δωδέκατος έως και εικοστός.

Από την 11.1.2005 και 1.1.2006 αντιστοίχως και εφεξής το εναγόμενο αρνείται να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες εκ μέρους τους υπηρεσίες, θεωρώντας παρανόμως ότι από το εν λόγω, χρονικό σημείο επήλθε αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής τους σχέσεως με αυτό, λόγω καταλήψεώς τους από το όριο ηλικίας που προβλέπεται στο άρθρο 49 παρ.1 του ΠΔ 410/1988.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο κοινοποίησε στους ενάγοντες και δη στον πρώτο έως ενδέκατο, στον εικοστό πρώτο και τον εικοστό δεύτερο τα από 23/11/2004 έγγραφα του, στους δωδέκατο έως δέκατο τέταρτο, τους δέκατο έκτο έως δέκατο όγδοο τα από 31/10/2005 έγγραφα του, στον δέκατο πέμπτο το από 27/10/2005 έγγραφο του, στην δέκατη έννατη και την εικοστή τα από 27/10/2005 έγγραφα του, στον εικοστό τρίτο και τον εικοστό τέταρτο τα από 21/11/2004 έγγραφα του της Διευθύνσεως Υγειονομικού Προσωπικού, στα οποία αναφέρονται τα εξής: "Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ.1 του Ν.3232/2004 "η αληθής έννοια του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ.1 και 2 του Π.Δ. 410/1988 το προσωπικό του κεφαλαίου αυτού, εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσει το 65° έτος της ηλικίας του και το προσωπικό των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, το οποίο δεν αποκτά δικαίωμα σύνταξης, διατηρείται στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει τέτοιο δικαίωμα και πάντως όχι πέρα από το 70° έτος της ηλικίας του.

Από το τηρούμενο σε μας μητρώο σας προκύπτει, όπως και εσείς το γνωρίζετε., ότι την 31η Δεκεμβρίου του χρόνου που λήγει συμπληρώνεται το "65° έτος" της ηλικίας σας και έτσι θα πρέπει κατ' ανάγκη να στερηθεί το 'Ιδρυμα από 1/1/2005 (και από 1/1/2006 προκειμένου για τους δωδέκατο έως εικοστό των εναγόντων) την πολύτιμη συνεργασία σας".

Με τα ως άνω έγγραφα, δηλαδή, το εναγόμενο γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι από 1/1/2005 και 1/1/2006 θα απολυθούν αυτοδικαίως από την υπηρεσία τους λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, κατ' άρθρο 49 παρ.1 και 2 του π.δ. 410/1988. Ακολούθως, εκδόθηκαν αποφάσεις του Διοικητή του ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ., σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 4 του άρθρου 49 του π.δ. 410/1988, η οποία ορίζει ότι "για την κατά το άρθρο αυτό λύση της εργασιακής σχέσης εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου", με τις οποίες τους γνώριζε ότι απεφάσισε την αυτοδίκαιη λύση της υπηρεσιακής σχέσεως που υπήρχε μεταξύ τους από 1/1/2005 και 1/1/2006 αντιστοίχως λόγω του ότι καταλήφθηκαν από το όριο ηλικίας".

Όμως, το άρθρο 49 του παρ.1 του π.δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας", που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", το οποίο ορίζει ότι "το προσωπικό του Κεφαλαίου αυτού, εκτός αν διαφορετικά ο νόμος ορίζει, απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσει το 65° έτος της ηλικίας του.

Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, ως ημέρα γέννησης λαμβάνεται πάντοτε η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης", αφορά το προσωπικό του Κεφαλαίου Β' του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, δηλαδή του προσωπικού που προσλαμβάνεται βάσει των διαδικασιών που διαγράφουν τα άρθρα 1 επομ. του εν λόγω ΠΔ/τος και δεν καταλαμβάνει τους ιατρούς που εργάζονται στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

και συνδέονται με αυτό με ειδικές συμβάσεις αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του ΝΔ.1024/1972, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τους ενάγοντες, οι συμβάσεις εργασίας των οποίων δεν λύονται αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας τους, αλλά μόνο με καταγγελία, όπως ορίζει το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1024/1972 και αναφέρεται ρητά και στις παραπάνω συμβάσεις τους, η οποία (καταγγελία) πρέπει να κοινοποιείται πριν από ένα μήνα.

Εξάλλου, καταγγελία, κατά το νόμο 2112/1920, καθώς και πάσα άλλη όμοια είναι η απευθυντέα προς άλλον μονομερής δήλωση, η σκοπούσα και επιφέρουσα την κατάργηση για το μέλλον υφιστάμενης ενοχικής σχέσεως, για μόνο το λόγο ότι θέλησε την κατάργηση αυτής και επί πλέον δήλωσε την περί αυτής βούληση του ο καταγγέλλων, σύμφωνα με το νόμο.

Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελεί καταγγελία, ούτε καν μονομερή δικαιοπραξία, η προς τον μισθωτό ανακοίνωση του εργοδότη ότι από ορισμένης προθεσμίας, λόγω συμπληρώσεως του υπό του νόμου ή της συμβάσεως καθοριζομένου ορίου ηλικίας, επέρχεται αυτοδικαίως η λύση της μεταξύ αυτών υφιστάμενης εργασιακής συμβάσεως, καθόσον ο δηλών δεν ήθελε ούτε εξαρτούσε τη λύση της εργασιακής σχέσεως από μόνη τη θέληση του και την περί αυτής δήλωση του, αλλ'αναφερόταν απλώς ως αποτέλεσμα, επερχόμενο αυτοδικαίως κατά το νόμο ή κατά τη σύμβαση με την εξυπακουόμενη αυτονόητη προϋπόθεση της συνδρομής των απαραιτήτων προς τούτο όρων (ΑΠ 373/1966).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ως άνω έγγραφα που το εναγόμενο κοινοποίησε στους ενάγοντες, προκύπτει σαφώς, ότι τούτο (εναγόμενο) δεν επεδίωκε την καταγγελία των ανωτέρω "ειδικών εργασιακών συμβάσεων" των εναγόντων, αλλ'απλώς και μόνον την υπόμνηση σ'αυτούς περί της αυτοδικαίως επελθούσης λύσεως των συμβάσεων τους λόγω συμπληρώσεως υπ' αυτών του προβλεπομένου από το άρθρο 49 του π.δ. 410/1988 ανωτάτου ορίου ηλικίας.

Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι με τα ως άνω έγγραφα που κοινοποίησε στους ενάγοντες, κατήγγειλε τις εν λόγω συμβάσεις, προ μηνός, ήτοι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 1204/1972, η οποία ορίζει ότι "Αι εν τω προηγουμένω εδαφίω συμβάσεις δύνανται να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρούμενης προθεσμίας προειδοποιήσεως" και ότι η καταγγελία των συμβάσεων αυτών είναι ως εκ τούτου νόμιμη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επομένως, εφόσον το εναγόμενο δεν κατήγγειλε τις παραπάνω ειδικές συμβάσεις εργασίας που είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες, οι συμβάσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν και το εναγόμενο, το οποίο αρνείται να δεχθεί τις προσφερόμενες από τους ενάγοντες υπηρεσίες τους περιήλθε σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και οφείλει να τους καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας του αιτουμένου χρονικού διαστήματος από 1/1/2005 έως 31/12/2005 ως προς τους πρώτο έως ενδέκατο και τον εικοστό πρώτο και από 1/1/2006 έως 31/12/2006 ως προς τον δωδέκατο έως τον εικοστό και τους εικοστό δεύτερο, εικοστό τρίτο και εικοστό τέταρτο (ειδικότερα ως προς τους τρεις τελευταίους έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι δικαιούνται μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1/1/2005 έως 31/12/2005 και δη με την 2760/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) με την οποία μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το ως άνω χρονικό διάστημα).

Ακολούθως το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τη διάταξή της περί επιβολής τόκων λόγω περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ανεγνώρισε ότι το αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οφείλει στον καθένα των αναιρεσιβλήτων ιατρών το ποσό των 28.616 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 και όχι αυτό του άρθρου 49 του π.δ. 410/1988, το οποίο και μετά την ισχύ του άρθρου 24 του ν/.3232/2004, δεν έχει εφαρμογή επί των ιατρών του Ι.Κ.Α. που είχαν προσληφθεί με τις διατάξεις του ν.δ.1204/1972 και κατά το άρθρο 10 αυτού οι ειδικές συμβάσεις εργασίας των δύνανται να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε τηρουμένης μηνιαίως προθεσμίας προειδοποιήσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του αναιρεσείοντος - ΙΚΑ ΕΤΑΜ από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ με τον οποίο αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 εδ.γ του 3232/2004 και 49 του π.δ. 410/1988 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ.α ΑΚ, εφαρμοζομένη σε κάθε μορφή σχέσης εργασίας, ο εργοδότης που έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού οφείλει να του καταβάλει τους μισθούς που αντιστοιχούν στο διάστημα της υπερημερίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ο μισθωτός να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΙΚΑ με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ με το να δεχθεί την εφαρμογή της και ως προς τους αναιρεσίβλητους ιατρούς που συνδέονται με αυτό (ΙΚΑ) με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και όχι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και επεδίκασε σ'αυτούς μισθούς υπερημερίας. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ.1 και όχι αριθ.19, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον σύμφωνα με τα πρεκτεθέντα ορθά εφαρμόστηκε το άρθρο 656 εδ.α ΑΚ και ως προς τους αναιρεσίβλητους ιατρούς του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με την ειδική σύμβαση του άρθρου 10 του ν.δ.1204/1972.

Περαιτέρω με το άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Κατά δε την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές... Κατά το άρθρο 1 παρ.2 του ν.1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται, ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά εκτός άλλων και ...ι) τις διοικητικές συμβάσεις.

Διοικητικές είναι οι συμβάσεις εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό, διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμως όρους και εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ δυνατότητες μονομερούς επέμβασης η εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίας, αλλά ιδιωτικές διαφορές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ο οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομικό καθεστώς.

Συνεπώς διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 7/2001). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι συνδέονται με το αναιρεσείον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 και λόγω άρνησης αυτού να δέχεται από 1.1.2005 και 1.1.2006 τις προσηκόντως προσφερθείσες υπηρεσίες τους ως ιατρών, περιήλθε σε υπερημερία και ζήτησαν μισθούς υπερημερίας, ορθά εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων καθόσον πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς και όχι διοικητικής διαφοράς ουσίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρεσείοντος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από το άρθρο 559 αριθ.4 ΚΠολΔ ότι η υπόθεση και διοικητική διαφορά ουσίας συναρμοδίως εισήχθη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ.1 του ν.1846/1951 για το ΙΚΑ "Το ΙΚΑ απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού ή κοινοτικού ή λιμενικού φόρου, αμέσου ή εμμέσου, παντός έλους ταχυδρομικού ως και δικαστικού εις πάσαν δίκην του και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον".

Εξάλλου κατά το άρθρο 21 παρ.9 του ν.1902/1990 " Το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητος Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, δεν διατάσσεται προσωρινή εκτέλεση κατ'αυτών αναστέλλεται δε η δικαστική εκτέλεση κάθε τελεσίδικης απόφασης κατ'αυτών, τόσο κατά την προθεσμία άσκησης αίτησης αναίρεσης όσο και κατά την άσκησή της".

Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στην εξομοίωση του ΙΚΑ με το δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, στα οποία εντάσσονται η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3, 5, 94 του ν.2362/1995 διετής παραγραφή και η υποχρέωση του δημοσίου κατά το άρθρο 21 του κ.δ. 26.6/10.7.1944 για καταβολή νομίμου ή υπερημερίας τόκου σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής (Ολ.ΑΠ. 21/2008).

Εξάλλου κατά το άρθρο 21 του κ.δ. 26.6/10.7.1944 " Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επίδικης, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης.

Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. 26.6./10.7.1944) δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής της οποίας το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα περιορίσθηκε σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου.

Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. 'Εννομη, εντεύθεν, συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι, στην περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό οφείλονται τόκοι (ΑΕΔ 7/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, οι αναιρεσείοντες ιατροί του ΙΚΑ με την ένδικη αγωγή τους ζήτησαν με την κύρια βάση της αγωγής των να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΙΚΑ να τους καταβάλλει για μισθούς υπερημερίας στον καθένα το ποσό των 28.616 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και με τις προτάσεις των περιόρισαν το καταψηφιστικό τους αίτημα σε αναγνωριστικό.

Το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που έκανε δεκτή την αγωγή, μόνο ως προς το κεφάλαια των τόκων κρίνοντας ότι λόγω του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωστικό δεν οφείλονται κατά νόμο τόκοι επί του επιδικασθέντος ποσού των 28.616 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 α.ν. 1846/1951 και 21 κ.δ. 26.6/10.7.1999, τις οποίες δεν εφήρμοσε, σε συνδυασμό με τα άρθρα 340,341,345 και 346 ΑΚ και επομένως ο μοναδικός λόγος της από 31.12.2010 αναίρεσης των αναιρεσειόντων από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται την εσφαλμένη μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η από 31.12.2010 αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3515/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής που έκρινε ότι δεν οφείλονται τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής επί του ποσού των 28.616 ευρώ που αναγνωρίστηκε ότι οφείλει το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ ΕΤΑΜ να καταβάλλει στον καθένα των αναιρεσειόντων.

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν.4139/2013 " Αν ο 'Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα της επιδίκασης τόκων επί του αιτήματος της αγωγής που περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα είναι νόμιμο και κατά τούτο είναι δεκτή η από 31.12.2010 αίτηση αναίρεσης. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και δικάζοντος την έφεση μόνο για το ανωτέρω αναιρεθέν μέρος της, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 28616 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η από 11.1.2011 αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η από 31.12.2010 και να καταδικασθεί ως ηττώμενο το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων μειωμένη κατά τα άρθρα 21 παρ.9 ν.1902/1990 και 22 παρ.1 ν.3643/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την δέκατη έβδομη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη Ν. Δ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση γι'αυτήν.

Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης.

Απορρίπτει την από 11.1.2011 αίτηση για αναίρεση της 3515/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Δέχεται την από 31.12.2010 αίτηση για αναίρεση της ιδίας απόφασης για το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.

Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων εξακοσίων δέκα έξι (28.616) ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Καταδικάζει το αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" ΕΟΠΥΥ ως καθολικό διάδοχο του αρχικού αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)" στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ