540/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 540 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2011
Legislator headnote
AI generated540/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 540 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2011
Full text
Απόφαση 540 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. χας Κ. Π. 2 Ε. Π. του Κ., 3Ν. Π. του Κ., 4Π. Π. του Κ. και 5 Ά. Π. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Π. του Ε., ο οποίος απεβίωσε, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ο οποίος δεν γνωστοποίησε τα στοιχεία του ούτε προσεκόμισε νομιμοποιητικά έγγραφα που να νομιμοποιεί την παράστασή του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Οκτωβρίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 740/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως..
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ. Απ. 36/1997), σε καταφατική δε περίπτωση συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά συνέπεια, εφόσον η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα (με την από 18-11-2009 κλήση του, κατόπιν ματαιώσεως της αρχικώς προσδιορισθείσης δικασίμου της 17-3-2008), ο οποίος δεν εμφανίσθηκε κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Περαιτέρω η δίκη που διακόπηκε λόγω θανάτου του αναιρεσιβλήτου Κ. Π., νομίμως επαναλαμβάνεται από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του (βλ. 110Α/2007 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κομοτηνής και πιστοποιητικά ... του Δήμου Κομοτηνής και από 23-7-2009 του Πρωτοδικείου Ροδόπης) σύζυγο και τρία τέκνα αυτού (άρθρα 286 περίπτωση Α, 288, 290 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίo περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 871 του Α.Κ., 293 και 904 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι ο δικαστικός συμβιβασμός, με τον οποίον περατώνεται η δίκη και λύεται οριστικά η διαφορά που αποτέλεσε το αντικείμενό της αποτελεί σύμβαση διφυούς, χαρακτήρα, ήτοι σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και δικονομική σύμβαση, υποκαθιστώντας ισοδυνάμως τον τύπο, στον οποίον κατά το ουσιαστικό δίκαιο υποβάλλεται η δικαιοπραξία, με εκείνον που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 293 Κ.Πολ.Δικ. για την αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης (Ολ. ΑΠ. 2092/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος κατά της 75/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Με την από 7-10-1996 με αριθ. καταθ. 1245/ΤΠ 111/5-10-1996 αγωγή ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ποσό 15.500.000 δραχμών, πλέον τόκων, κατά το οποίο κατέστη ο τελευταίος αδικαιολογήτως πλουσιότερος για αιτία που δεν ακολούθησε, αφού το εισέπραξε ως τίμημα για αγοραπωλησία αγρού, η οποία δεν καταρτίσθηκε. Πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής κατά τη δικάσιμο της 17-9-1997 ο ενάγων με το από 28-8-1997 και με αριθ. καταθ. 1365/ΤΟ 119/28-8-1997 δικόγραφό του, που επέδωσε στον εναγόμενο στις 29-8-1997 (βλ. 9199/29-8-1997 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Ροδόπης Μ. Σ.) παραιτήθηκε μερικώς από το αιτούμενο με την αγωγή ποσό ως προς το ποσό 1.500.000 δραχμών, περιορίζοντας το αίτημα της αγωγής του στο ποσό των 14.000.000 δραχμών. Μετά την μερική παραίτηση και τον πιο πάνω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε για το επιπλέον ποσό 1.500.00 δραχμών που ζητήθηκε αρχικά με την αγωγή και καταργείται η δίκη για το ποσό αυτό (άρθρο 295 Κ.Πολ.Δ.). Μετά την παραίτηση που αναφέρθηκε και την πρώτη συζήτηση της αγωγής, εκδόθηκε η 24/1998 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις. Κατά το στάδιο της διεξαγωγής των αποδείξεων οι διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρες και προέβησαν στην κατάρτιση δικαστικού συμβιβασμού ενώπιον του εισηγητού δικαστού για μέρος της ένδικης αξιώσεως ποσού 6.750.000 δραχμών. Ειδικότερα οι διάδικοι συμφώνησαν τα εξής που περιλαμβάνονται στην 20α/2000 εισηγητική έκθεση: "Ο ενάγων Κ. Κ. εδήλωσε ότι περιορίζει το αίτημα της αγωγής στο συνομολογηθέν κατά την πρώτη συζήτηση από τον εναγόμενο ποσό των 14.500.000 δραχμών και παραιτείται του ποσού 2.500.000 δραχμών, για το οποίο διατάχθηκαν αποδείξεις με την υπ'αριθμ. 24/1998 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Από το ποσό αυτό θα αφαιρείται κατ' έτος και για 4 καλλιεργητικά έτη το ετήσιο μίσθωμα του ποσού 1.500.000 δραχμών αρχής αρχομένης από την 1η Απριλίου του έτους 1996. Για το 5° καλλιεργητικό έτος 2000-2001 το μίσθωμα που θα αφαιρεθεί θα ανέρχεται στο ήμισυ του ανωτέρω ποσού , ήτοι στο ποσό 750.000 δρχ. Οι νόμιμοι τόκοι θα υπολογίζονται στο εκάστοτε υπόλοιπο του κεφαλαίου, μετά την αφαίρεση του ετησίου μισθώματος". Σύμφωνα με τα παραπάνω το ποσό 6.750.000 δραχμών συμφωνήθηκε από τους διαδίκους να εκληφθεί ως μίσθωμα του αγρού για πέντε καλλιεργητικά έτη και να μην καταβληθεί, για δε τους τόκους του οφειλόμενου ποσού παραιτήθηκαν και συμφώνησαν ότι για το ποσό που θα προκύψει στο μέλλον οι νόμιμοι τόκοι θα υπολογίζονται στο εκάστοτε υπόλοιπο του κεφαλαίου, μετά την αφαίρεση του ετησίου μισθώματος. Η δήλωση του ενάγοντος που περιλαμβάνεται στο συμβιβασμό, ότι περιορίζει το αίτημα της αγωγής στο ποσό 14.500.000 δραχμών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάκληση της παραιτήσεως του από το ποσό 1.500.000 δραχμών, που έλαβε χώρα με το από 28-8-1997 δικόγραφο που προαναφέρθηκε, δεδομένου ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής δεν είναι επιδεκτική ανακλήσεως, καθώς δημιουργείται ευνοϊκή έννομη κατάσταση για τον αντίδικο του παραιτούμενου που δεν μπορεί να ανατραπεί. Επομένως ο μερικός συμβιβασμός που νομότυπα συμφώνησαν οι διάδικοι, αφορά στο μέρος της απαιτήσεως του ενάγοντος ύψους 14.000.000 δραχμών, που απέμεινε μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, δεδομένου ότι η απαίτηση του ποσού αυτού ήταν η επίδικη και επομένως δεκτική συμβιβασμού.
Συνεπώς μετά την κατάρτιση του μερικού συμβιβασμού, ο τελευταίος επέφερε την κατάργηση της δίκης ως προς το μέρος της επίδικης διαφοράς 6.750.000 δραχμών. Περαιτέρω, ο εναγόμενος με τις προτάσεις του συνομολόγησε ότι έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό 7.250.000 δραχμών, που απέμεινε μετά την αφαίρεση από το ποσό 14.000.000 δραχμών του ποσού 6.750.000 δραχμών, για το οποίο συνήφθη ο συμβιβασμός (14.000.000-6.750.000) και αφορούσε στο τίμημα για την αγοραπωλησία αγρού, η οποία τελικώς δεν καταρτίσθηκε και με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος για αιτία που δεν επακολούθησε. Συνακόλουθα σύμφωνα με τις προηγούμενες σκέψεις, η δίκη έπρεπε να κηρυχθεί καταργημένη ως προς το ποσό 8.250.000 δραχμών (από το ποσό αυτό ποσό 1.500.000 δραχμών αφορά στο ποσό κατά το οποίο παραιτήθηκε ο ενάγων με το δικόγραφο που επέδωσε στον εναγόμενο που μνημονεύθηκε και ποσό 6.750.000 στο ποσό για το οποίο έλαβε χώρα ο συμβιβασμός) καθώς και ως προς το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας επί του αιτηθέντος ποσού και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 7.250.000 δραχμών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως ως προς την γενόμενη παραίτηση από το αίτημα της αγωγής και τον γενόμενο συμβιβασμό και κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με τους λόγους εφέσεως είναι αβάσιμα και απορριπτέα". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 7.250.000 δραχμών ως υπόλοιπο οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, όπως προέκυψε μετά από παραίτηση του πρώτου και συμβιβασμό μεταξύ αυτών, αναδρομικώς δε χαρακτηριζόμενο με το συμβιβασμό ως "μίσθωμα" και συμπεριλαμβανομένους τους στο πλαίσιο της επιδικίας αιτηθέντες νόμιμους τόκους, δεν παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 200 και 288, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., επιλύοντας κατά τον τρόπο αυτό την αχθείσα προς κρίση ενώπιόν του αμφισβήτηση ως προς την ανυπαρξία υποχρέωσης του αναιρεσιβλήτου να καταβάλει τόκους επί του οφειλομένου μετά το συμβιβασμό κεφαλαίου. Διότι ήταν χωρίς αντικείμενο η μνεία στο συμβιβασμό περί τόκων των επί μέρους "μισθωμάτων" μετά τη γενόμενη αρχική ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου παραίτηση του αναιρεσείοντος από μέρος του αγωγικού αιτήματός του και περιορισμό τούτου μόνον στο ποσό των 14.000.000 δραχμών του αιτηθέντος κεφαλαίου χωρίς τόκους, δεν μπορούσε δε, ενόψει τούτου στα πλαίσια του συμβιβασμού να αναβιώσει το περί τόκων αγωγικό αίτημα,τόσο μάλλον που ο χαρακτηρισμός της οφειλής ως "μισθώματος" από τους διαδίκους όχι μόνον ήταν αδόκιμος, αφού δεν είναι νοητή υποχρέωση καταβολής μισθώματος από τον κύριο, νομέα και κάτοχο του πράγματος στον υποψήφιο αγοραστή, αλλά επί πλέον ο καθορισμός του "μισθώματος" της τελευταίας χρήσης στο ήμισυ των προηγούμενων καταδεικνύει ότι είχε συνυπολογισθεί με το συμβιβασμό το σύνολο της οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς τον αναιρεσείοντα, όπως περιορίσθηκε στο ποσό των 14.000.000 δραχμών. Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ Δικ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως (οντολογικό) περιεχόμενο του εγγράφου πόρισμα καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος και εξαιτίας του διαγνωστικού αυτού λάθους καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο πάγο. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, κατά τα άρθρα 566 παρ.1 και 118 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ. να εκτίθεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, 1)το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και 2) εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο του το δικαστήριο της ουσίας, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν εσφαλμένα αναγνώσθηκε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του έγινε δεκτό περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά περιέχει. Με τον τρίτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η πληττόμενη απόφαση "παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου του συμβιβασμού, κάτι που έρχεται σε αντίθεση και με την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου του συμβιβασμού και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο του το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί, αν από εσφαλμένη ανάγνωση εξέλαβε ως περιεχόμενο του εγγράφου καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει και λόγω αυτού του διαγνωστικού λάθους και όχι από εσφαλμένη εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα.- Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα που παρά τον νόμο το δικαστήριο έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο εκ του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να μη δεχθεί την περί τοκοδοσίας διάταξη του συμβιβασμού, αλλά και το όλο περιεχόμενο τούτου, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε από αυτόν τον αναιρεσίβλητο, τα οποία όμως είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 παρ.8 ΚΠολΔικ), δεδομένου ότι άλλο ήταν το περιεχόμενο του συμβιβασμού και η βούληση των δύο συμβαλλομένων μερών και άλλο το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης". Επομένως, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συνιστώντες "πράγματα" συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους το Δικαστήριο έλαβε υπόψη μολονότι δεν προτάθηκαν και ποια επίδραση ασκούσαν στο διατακτικό της αποφάσεως, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δικ. λόγου αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται η συγκεκριμένη παράβαση και το περιεχόμενο της αιτήσεως (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, δεν συγκροτείται δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, μετά από έρευνα της ουσίας της υποθέσεως δέχθηκε μερικώς το αγωγικό αίτημα. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 871 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μια αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση...", συνάγεται ότι οι περιλαμβανόμενες στη σύμβαση του συμβιβασμού δηλώσεις βουλήσεως, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται από το δικαστήριο, όπως και το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού (Ολ.ΑΠ 578/1980). Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "με το να μη δεχθεί το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβιβασμού επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε (άρθρο 559 παρ. 9 Κ.Πολ.Δικ.), αφού το αίτημα μετά το συμβιβασμό ήταν να κυρωθεί αυτός από το δικαστήριο". Ο λόγος αυτός, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιο ήταν το αίτημα της αγωγής που εξακολουθούσε να αποτελεί αντικείμενο επιδικίας και με βάση ποια περιστατικά θα έπρεπε το Εφετείο, κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων στον εξώδικο συμβιβασμό, να εξαρτήσει τη μερική παραδοχή της αγωγής από την υποβολή σχετικού αιτήματος, με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δικ., είναι αόριστος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-3-2007 αίτηση του Κ. Κ. για αναίρεση της 740/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ