Legislator Case Law & Legislation
540/2010 AI generated

Supreme Court quashes labor contract termination appeal due to insufficient factual basis and procedural errors.

Case Number 540/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute between Universal Music and an employee. The Court found the lower court failed to substantiate its grounds for upholding the employer's termination of the indefinite-term contract. Consequently, the appeal was allowed in part, leading to a remand for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669, 281, 174, 180, 349, 350, 356 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 11 of the Code of Civil Procedure: Termination of an indefinite-term labor contract is a unilateral voidable act subject to good faith limits; an appeal is inadmissible if the legal reasoning lacks factual basis or contradicts itself.

Keywords

AI generated
indefinite term contract unilateral termination good faith principle insufficient factual basis remand for retrial labor dispute procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 669 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 174 and 180 of the Civil Code
Articles 349, 350 and 356 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 335 to 341 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 540 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γιουνιβέρσαλ Μιούζικ Ανώνυμος Εταιρεία" ("UNIVERSAL MUSIC Α.Ε"), η οποία εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Αποστολίδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. Τ., ιδιωτικού υπαλλήλου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1749/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 29-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και ζήτησε την παραδοχή αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 349, 350 και 356 ΑΚ. Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν έγινε από τον εργοδότη από λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση, του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του,δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη στις 20-10-1975, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΩΝΟΓΡΑΦΙΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΙ Α.Ε.", η οποία είχε ως αντικείμενο την παραγωγή δίσκων βινυλίου και κασσετών, προκειμένου να εργασθεί ως λογιστής.

Τον Μάρτιο του 1984 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών, ενώ το 1989 του ανετέθη η διεύθυνση του εργοστασίου της εταιρίας. Το έτος 1995 η διοίκηση του ομίλου, στον οποίο ανήκουν τόσο η άνω εταιρία όσο και η αναιρεσείουσα, αποφάσισε να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου και κατόπιν αυτού ο αναιρεσίβλητος, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Προϊστάμενος Λογιστηρίου.

Στις 26-11-2004, η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, του κατέβαλε δε, ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 90.770 ευρώ, βάσει των μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον χρόνο αυτό, ύψους 3.130 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος προσέφερε, με εξαιρετική απόδοση, την εργασία του στην αναιρεσείουσα επί 29 έτη, απελύθη δε, 14 μήνες πριν από τη συνταξιοδότησή του.

Το έτος 2004 η αναιρεσείουσα προέβη σε απολύσεις προσωπικού για οικονομικούς λόγους. Πλην όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόλυση του αναιρεσιβλήτου δεν οφείλεται στους λόγους αυτούς, αλλά σε λόγους δυσαρέσκειάς της προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, η οποία είχε διαφανεί, όταν από το έτος 2001 σταμάτησε να του καταβάλει bonus, ενώ η καταβολή αυτή συνεχίσθηκε στα υπόλοιπα ανώτερα στελέχη της.

Επίσης, η αναιρεσείουσα, με την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, επεδίωκε να τον αποβάλει από το πρόγραμμα της Επικουρικής Συντάξεως Γήρατος, την οποία θα εδικαιούτο αυτός μόνον αν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου της, κατά τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεως του. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι αν και ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από την εταιρία να παραμείνει, ακόμη και ως απλός λογιστής, μέχρι να συνταξιοδοτηθεί, η τελευταία του το αρνήθηκε.

Δέχτηκε επίσης το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 26-11-2004 έως 10-1-2006 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής στο πρωτόδικο δικαστήριο) ύψους 48.515 ευρώ, ήτοι 3.130 ευρώ μηνιαίες αποδοχές επί 13,5 μήνες ίσον 42.255 σην 3.130 ευρώ δώρο Χριστουγέννων 2004 συν 1.565 ευρώ δώρο Πάσχα 2005 συν 1.565 ευρώ επίδομα αδείας έτους 2005.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα, με την καταγγελία της σύμβασης αυτής, υπερέβη τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και είναι ως εκ τούτου άκυρη ως καταχρηστική. Με αυτό που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεώς του τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, δεν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να εμφαίνεται ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την αναιρεσείουσα στην ένδικη καταγγελία της ως άνω συμβάσεως ήσαν λόγοι εκδικήσεως ή εχθρότητας αυτής συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου μισθωτού μη αρεστής σ' αυτήν.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ 1 της Διεθνούς Συμβάσεως 95 που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 και 119 §2 της Συνθ. ΕΟΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης εκτός από το μισθό που παρέχει στο μισθωτό κατά νομική δέσμευση η οποία απορρέει από το νόμο ή από τη σύμβαση ως αντάλλαγμα για την εργασία του, μπορεί να προβαίνει σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό, για τις οποίες δεν έχει νομική δέσμευση.

Η εν λόγω οικειοθελής ιδιαίτερη αμοιβή προς τον εργαζόμενο, όταν συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται για μακρό χρονικό διάστημα και μάλιστα κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταλήγει σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε δεν μπορεί πλέον να διακοπεί η καταβολή της από τον εργοδότη, εκτός εάν αυτός από την αρχή είχε δηλώσει ρητώς την επιφύλαξή του να διακόψει στο μέλλον την οικειοθελή παροχή.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου κατά του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχειρήσεώς του, αλλ' αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, εκτός των ανωτέρω, που αναφέρθηκαν στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως δέχτηκε ότι από το έτος 1976 ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε από την αναιρεσείουσα εργοδότρια του πρόσθετη αμοιβή (bonus) για την εξαιρετική του απόδοση, το οποίο ανερχόταν για τα έτη 1993 έως και 1999 σε 2,3 μισθούς ετησίως.

Από το έτος 2000 η αναιρεσείουσα σταμάτησε να καταβάλει bonus στον αναιρεσίβλητο, ενώ συνέχισε να το καταβάλλει στους Διευθυντές και Προϊσταμένους τμημάτων. Η οικειοθελής αυτή ιδιαίτερη παροχή προς τον αναιρεσίβλητο που ίσχυσε για μακρό χρονικό διάστημα (24 έτη) κατέληξε σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή της με την έννοια του μισθού, οπότε η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να διακόψει την καταβολή του.

Επομένως ο αναιρεσίβλητος δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: 1) για το έτος 2001 (οικονομική χρήση 2000) 2.174.466 (945.429 δρχ. μηνιαίος μισθός επί 2,3), 2) για το έτος 2002 (οικονομική χρήση 2001): 2.265.500 δρχ. (985.000 επί 2,3), 3) για το έτος 2003 (οικονομική χρήση 2002) 6.982,80 ευρώ (3036 ευρώ μηνιαίος μισθός επί 2,3) 4) για το έτος 2004 (οικονομική χρήση 2003): 6982,80 ευρώ (3036 ευρώ μηνιαίος μισθός επί 2,3), 5) για το έτος 2005 (οικονομική χρήση 2004 κατά το οποίο εργάσθηκε επί 11 μήνες) 6.599 ευρώ (3.180 ευρώ μηνιαίος μισθός επί 11/12x2,3) και συνολικά 3.594 ευρώ.

Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι "δεν αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά του και ειδικότερα ότι είχε δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν προτίθεται να αξιώσει την επιδίκαση του bonus". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το αγωγικό αυτό κονδύλιο, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 26-11-2004, της ένδικης αγωγής και με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλλει αυτό στον αναιρεσίβλητο, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ως άνω ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε ότι: 1) ανάμεσα στους διαδίκους είχε συμφωνηθεί να πληρώνεται ο αναιρεσίβλητος για την παρεχόμενη εργασία του τόσο με τον πάγιο μηνιαίο μισθό, όσο και με 2,3 μισθούς ετησίως και ότι η πρόσθετη αυτή παροχή, που παρεχόταν συνεχώς στον αναιρεσίβλητο από την εργοδότριά του επί 24 έτη, δεν αποτελούσε οικειοθελή παροχή αλλά μισθό και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να διακόψει την καταβολή του και 2) το εν λόγω δικαίωμα ο αναιρεσίβλητος δεν το άσκησε καταχρηστικά, καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είχε δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση ότι δεν έχει πρόθεση να ζητήσει την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (648, 649, 653 ΑΚ, 1 της Συνθ. της ΕΟΚ, καθώς και 281 ΑΚ) και συνεπώς οι έκτος, έβδομος και όγδοος (κατά τα οικεία μέρη τους) λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικαστική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της άνω υποχρεώσεως του ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ένδικη αγωγή έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως".

Από τη σαφή αυτή διατύπωση και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή του ανωτέρω αναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματός του, και: 1) τις καταστάσεις των στοιχείων των απασχολουμένων μισθωτών στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας 2) τον ισολογισμό του έτους 2004, 3) την γνωστοποίηση των όρων της ενδίκου ατομικής συμβάσεως, 4) τις εκκαθαρίσεις των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και 5) την κατάθεση του μάρτυρος της αναιρεσείουσας, ενώ επίσης, έλαβε υπόψη και την επικαλούμενη εξώδικη ομολογία και την εξετίμησε.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τα οικεία μέρη του) είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατ' ακολουθία, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προσβάλλεται με τον λόγο αυτό, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 305/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ