540/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 540 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 540/2007
Legislator headnote
AI generated540/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 540 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 540/2007
Full text
Απόφαση 540 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 540/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1) ....και 2) .... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούγκο, ο οποίος δήλωσε ότι είναι άκυρη η από 13-6-2004 παραίτηση του 2ου αναιρεσείοντος, εμμένει στην από 26-2-2004 αίτηση αναιρέσεως και επιθυμεί στην έκδοση οριστικής αποφάσεως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... και 2) ... , οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Μπαρμπαγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1296/1996 προδικαστική, 1330/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1174/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, την από 26 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή τους και τους από 21 Δεκεμβρίου 2005 και 30 Δεκεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε τις από 30-12-2005 και 12-1-2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ.2, 571 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ, 1 και 2, 568 παρ.2, 3 και 4, 570 παρ.1 και 3 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Η προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολομ.Α.Π. 654/1984).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης από 26-2-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, αρχική δικάσιμος αυτής είχε ορισθεί, από τον Πρόεδρο του τμήματος (Κ.Πολ.Δ. 568 παρ.2), η 23-1-2006, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-9-2006, οπότε και πάλι αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 5-2-2007.
Οι από 30-12-2006 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, όπως από το δικόγραφό τους προκύπτει, κατατέθηκαν την 3-1-2007, δηλαδή 32 ημέρες πριν από την ορισθείσα (μετά από τις άνω δύο αναβολές) δικάσιμο της 5-2-2007. Επομένως, οι άνω από 30-12-2006 πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, μη ασκηθέντες τριάντα ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της 23-1-2006, αλλά 32 ημέρες πριν από την, μετά από τις άνω δύο αναβολές, ορισθείσα δικάσιμο της 5-2-2007, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτοί από 21-12-2005 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 502 παρ.2, 506 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατ άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., η ευδοκίμηση της αναιρέσεως. Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλήν άλλων 1)τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και 2)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλομένη, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (Ολομ.Α.Π. 32/1996, 27/1998).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τους εκ του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.πρώτο λόγο αναιρέσεως και τρίτο λόγο του από 21-12-2005 δικογράφου των προσθέτων, προσάπτουν στο Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεσή τους, εξαφάνισε την απορρίψασα την αγωγή τους πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή τους, ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1840 Α.Κ., χωρίς να αναφέρουν το κατά την εκδοχή τους ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την εν μέρει βασιμότητα της αγωγής.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τους δεύτερο λόγο αναιρέσεως και δεύτερο λόγο του από 21-12-2005 δικογράφου των προσθέτων, προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος τους είναι αβάσιμοι, διότι η προσβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογίες, κατά το δεύτερο μέρος τους είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι διότι δεν αναφέρονται σ αυτούς οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως και τα ως άνω ελλείποντα περιστατικά και κατά τα το τρίτο μέρος τους είναι επίσης αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι διότι δεν αναφέρονται σ αυτούς, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και οι (ως αντιφατικές φερόμενες) πραγματικές παραδοχές του Εφετείου.
Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα 1)το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, 2)το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο, 3)το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και 4)ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον εκ του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ.τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο "παραμόρφωσε έγγραφα".Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, μη διαλαμβάνων τα άνω στοιχεία που έπρεπε να διαλαμβάνει για να είναι ορισμένος, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, λαβούσα υπόψη και εκτιμήσασα ελεύθερα (Κ.Πολ.Δ. 340) τα μνημονευόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα (ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και τα από αυτούς επικληθέντα και προσαχθέντα έγγραφα) σχημάτισε την αποδεικτική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ., ιδρυόμενος λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα από τους αναιρεσείοντες προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα και οι εκ του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετοι πέμπτος λόγος αναιρέσεως και πρώτος λόγος του από 21-12-2005 δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αρ.17 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού αυτής.Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν από αυτή προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την προβαλλόμενη και στο αιτιολογικό της υπάρχουσα αντίφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ.Εφόσον η προβαλλόμενη ως άνω, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αντίφαση, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύει τον άνω λόγο εκ του άρθρου 559 αρ.17 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2004 αίτηση των ....και .... για αναίρεση της 1174/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ