540/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Legislator headnote
AI generated540/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 540 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 540/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Μιχαήλ Δέτση-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. A. P. του D., κατοίκου ..., 2. Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 160/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης.
Το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Αυγούστου και 8 Σεπτεμβρίου 2005 αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1541/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή, με αριθμό 441/18-10-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 ΚΠΔ, τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) 11/12-8-05 του A.
P. του D., κατοίκου ... [... 1], Α.,και 2) 12/8-9-05 του Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που άσκησαν ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, κατά του 160/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, το οποίο απέρριψεν κατ’ ουσία τις εφέσεις τους κατά του 62/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Χανίων και τους παραπέμπει ενώπιον του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης, τον μεν πρώτο για άμεση συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, απλή συνέργεια σε απόπειρα ανθρωποκτονίας με πρόθεση, κατά συρροή,[άρθρα 47 παρ.1, 60, 231, 299 παρ.1 ΠΚ], τον δε δεύτερο για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, συντελεσμένη και εν αποπείρα, και αμφότερους για υπόθαλψη εγκληματιών,[άρθρα 46 παρ.1,47 παρ.1, 60, 94 παρ.1,231 παρ.1 και 299 παρ.1 ΠΚ, και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορούμενους με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδόντος το βούλευμα Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοση, που έγινε σ’ αυτούς, και δη στον μεν πρώτο στις 3-8-05,στον δε δεύτερο προσωπικά στον ίδιο και στον αντίκλητό του δικηγόρο στις 2-8-05, [βλ.
τις οικείες εκθέσεις του δικ. επιμελητή Γ. Π.]. Οι σχετικές εκθέσεις του γραμματέα συντάχθηκαν απ’ αυτόν με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 151 και 474 ΚΠΔ και περιέχουν τους λόγους για τους οποίους ασκούνται, που έγκεινται στην απόλυτη ακυρότητα και στην έλλειψη της απαιτούμενης από το Σύνταγμα αιτιολογίας [άρθρο 484 παρ.1 περ.
α και δ’ ΚΠΔ]. Είναι, επομένως, νομότυπες, εμπρόθεσμες, παραδεκτές, αφού α) περιέχουν προβλεπόμενους από το άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους β) ασκούνται από δικαιούμενα πρόσωπα και γ) στρέφονται κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, καθόσον τους παραπέμπει για κακούργημα,[άρθρο 482 παρ.1 περ. α ΚΠΔ], οπότε καθίστανται τυπικά δεκτές και εξεταστέες ως προς τη βασιμότητά της. 3-Έλεγχος των λόγων Α-Νομικές διατάξεις.
α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ’ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ’ αυτά. [ΑΠ.19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225,ΠΧΡ.02/402,ΠΛΟΓ.01/1693].
β-Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β’ ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, συντρέχει στις εξής περιπτώσεις. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός λόγος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.[ΑΠ.601/04 ΠΛΟΓ.04/697].
γ-Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης και τη θέληση καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου.[ΑΠ.1630/02,Π.Δικ.02/1256.ΠΛογ 02/1825].
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ. που ορίζει ότι "με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο.
Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξης. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας, κάθειρξης.
Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν.
Τέλος,η ύπαρξη ή μη προμελετημένου δόλου ή αλλιώς η ψυχική ηρεμία ή ο βρασμός ψυχικής ορμής λαμβάνονται υπόψη για εκείνον μόνον από τους συμμετόχους στον οποίο υπάρχουν. Ενδέχεται, δηλ. ο μεν αυτουργός της ανθρωποκτονίας να δρα με απρομελέτητο δόλο ο δε ηθικός αυτουργός αυτής να δρά με προμελετημένο ή και το αντίστροφο. [Ε.
Σιμεωνίδου-Καστανίδου Εγκλήματα κατά της ζωής 2001 σελ.390, Ν.Ανδρουλάκης Ποιν.Δ.1974 σελ.51]. Η ιδιαίτερη ευθύνη εκάστου συμμετόχου είναι συνέπεια του συστήματος της περιορισμένης εξάρτησης της ευθύνης του συμμετόχου από την ευθύνη του αυτουργού ή των λοιπών συμμετόχων, που υιοθετεί ο ΠΚ με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 ΠΚ, [Ν.
Ανδρουλάκης Ποιν.Δ.86 σ.180].
δ-Κατά το άρθρο 46 παρ.1α Π.Κ. τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικά μεν 1) πρόκληση σε κάποιον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, και 2) διάπραξη απ’ αυτόν της πράξεως αυτής ή επιχείρηση πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή τελέσεώς της, υποκειμενικά δε δόλος του ηθικου αυτουργού, δηλ.
θελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.[Α.Π. 1066/95 ΠΧΡ.ΜΣΤ/183, Α.Π.588/95 ΠΧΡ. ΜΕ/913, Χωραφάς Π.ΧΡ. Α/15, Μπουρόπουλος Α/131, Γάφος Α/394]. ε-Κατά το άρθρο 46 παρ.1 β του Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει στο άρθρο 48 ο Π.Κ. (Χωραφάς Π.Δ.Α/366, ΑΠ.162/86), απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται, ΙΝ CONCRETO, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής,(Α.Π.577/79 ΠΧΡ.
ΚΘ/669), δηλ. πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε χωρίς αυτή δε θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος,(Α.Π.18/87 ΠΧΡ.ΛΖ/378).
στ-Κατά το άρθρο 47 παρ.1 ΠΚ. όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ.1στοιχ.β του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως αυτουργός με ποινή ελαττωμένη. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ηθική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση της τελέσεως απ’ αυτόν ορισμένης αξιόποινης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση ορισμένου εγκλήματος, [Α.Π. 26/95 ΠΧΡ.
ΜΕ/315, 1580/94 ΠΧΡ. ΜΕ/37, Χωραφάς Α/367, Ζησιάδης Β/92, Γάφος Α/309].Ψυχική δε συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που έχει πάρει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, που μπορεί να πραγματωθεί με την απλή παρουσία του συνεργού στον τόπο της πράξης ή με την παροχή σ’ αυτόν πριν από την πράξη υπόσχεσης για βοήθεια μετά την τέλεση της πράξης ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της [Α.Π. 67/94 ΠΧΡ.
ΜΔ/455, 323/94 ΠΧΡ. ΜΔ/388]. ζ-Κατά το άρθρο 231 παρ.1 ΠΚ, όποιος εν γνώσει ματαιώνει την δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε ή την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε ή του μέτρου ασφαλείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, συνεπώς, απαιτείται η τέλεση πράξεως που φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, καθώς και η ενέργεια οιασδήποτε πράξεως με την οποία μπορεί να επιτευχθεί η ματαίωση της διώξεως του δράστη ή της εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε γι’ αυτήν.
Ως ματαίωση της διώξεως, νοείται και η ματαίωση της ποινικής διώξεως ή της εξακολουθήσεως αυτής. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο και όταν με την ενέργεια του υπαιτίου, επιτυγχάνεται η για μεγάλο ή και μικρό χρονικό διάστημα παρεμπόδιση της διωκτικής αρχής να θέσει τον υπαίτιο στη διάθεση της δικαιοσύνης ή και να ασκήσει κατ’ αυτού ποινική δίωξη, ασχέτως αν αυτά έχουν επιτευχθεί μεταγενέστερα.
Η ματαίωση της δίωξης δεν εξαρτάται από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ποινική διαδικασία, δηλαδή εάν πρόκειται για την προδικασία ή την κύρια διαδικασία, (Αιτιολ. Εκθ. 1933, σελ. 367, Αγ. Μπουρόπουλος, ό.π., σελ. 303). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιέχει τη γνώση ότι διαπράχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα ή ότι έχει επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας και τη θέληση ματαιώσεως της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, (Μπουρόπουλος, ό.π., σελ. 304), δίχως πάντως να απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης για ποια ακριβώς ποινή ή μέτρο ασφαλείας πρόκειται.
Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματία μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο πλην του δράστη του προεκτελεσθέντος κακουργήματος ή πλημμελήματος, γιατί "υπόθαλψη εαυτού" δεν υφίσταται κατά τη διάταξη του άρθρου 231 ΠΚ, που απαιτεί να είναι "άλλος" το υποθαλπόμενο πρόσωπο. Επίσης δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο ο συναυτουργός στο προεκτελεσθέν έγκλημα (βλ.
A. Μπουρόπουλου, Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικος κατ’ άρθρο, τ. Β’ , 1960, σελ. 303) και γενικότερα οποιοσδήποτε συμμέτοχος αυτού. (βλ. Η. Γάφος, Ποιν.Δ. Ειδ. Μέρος, 1957, Α/169, Λ. Μαργαρίτης, Εγκλήματα περί την απονομή της δικαιοσύνης,1986, σ.206).Τούτο δικαιολογείται διότι ο συμμέτοχος που προσφέρει άσυλο ή φυγαδεύει τον αυτουργό του προεκτελεσθέντος εγκλήματος επιδιώκει όχι μόνον την υπόθαλψη αυτού, αλλά κυρίως και τη δική του επιτρεπόμενη αυτοϋπόθαλψη, [Κωσταράς Σσυστ.
ερμ. ΠΚ, άρθρο 231]. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη ο οποίος περιέχει τη γνώση ότι διαπράχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα ή ότι έχει επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας και τη θέληση ματαιώσεως της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου (Μπουρόπουλος, ό.π., σελ. 304), δίχως πάντως να απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης για ποια ακριβώς ποινή ή μέτρο ασφαλείας πρόκειται Β-ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ’ αυτό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων,[καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογιών] προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά:Κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 23-4-04, [00,05 έως 00.40],προσήλθαν έξω από το κατάστημα Μπαρ "Α.", που βρίσκεται επί της οδού ...
των Χανίων,οι παθόντες Γ. Μ. και Τ. Ρ., προκειμένου να εισέλθουν σ’ αυτό για να διασκεδάσουν. Πλην όμως ο βρισκόμενος έξω από το κατάστημα πρώτος κατηγορούμενος Π. Μ., ως υπεύθυνος της λειτουργίας του, τους απαγόρευσε την είσοδο. Για το λόγο αυτό ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος κάλεσε με το κινητό τηλέφωνό του προς ενίσχυσή του άλλους συνεργάτες του, καταλήγοντας με τη φράση στο τηλέφωνο, "έλα κάποιοι περιμένουν", ενώ σ’ αυτούς απειλώντας τους τους απεύθυνε τη φράση, "να τώρα θα έλθει".
Σε λίγο χρόνο από την τηλεφωνική πρόσκληση προσήλθαν στο χώρο εκείνο και οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι, δύο άγνωστης ταυτότητας, ο ένας από τους οποίους έφερε μακριά μαλλιά, μεγάλες φαβορίτες και μουστάκι, και ο A. P., Α..Η προσέλευσή τους σ’ αυτό έγινε με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του τελευταίου A. P.. Μόλις αυτοί αποβιβάσθηκαν από το αυτοκίνητο επετέθησαν στους παραπάνω παθόντες Γ.
Μ. και Τ. Ρ.. Ο πρώτος άγνωστος δράστης με τα μακριά μαλλιά πυροβόλησε με περίστροφο μια φορά τον πρώτο παθόντα Γ. Μ. με ανθρωποκτόνο σκοπό, προκαλώντας του τραύμα στην καρδιά και στους πνεύμονες, από το οποίο επήλθεν αμέσως ο θάνατός του. Ο δεύτερος άγνωστος δράστης πυροβόλησε και αυτός το δεύτερο παθόντα Τ.
R. με περίστροφο δυο φορές με ανθρωποκτόνο σκοπό, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του από αίτια εξωτερικά και δη γιατί δεν τον πέτυχε σε ζωτικά σημεία του σώματός του, αλλά στον αυχένα, στον οποίο του προκάλεσε δυο ελαφρά τραύματα. Ο τρίτος απ’ αυτούς Α. P., κατά το χρόνο που ο δεύτερος άγνωστος δράστης πυροβόλησε δυο φορές τον παθόντα Τ.
Ρ. με ανθρωποκτόνο σκοπό, αυτός ακινητοποίησε τον παθόντα, κρατώντας τον από το χέρι,με σκοπό να συνδράμει τον δεύτερο στην πράξη του πυροβολισμού και της θανατώσεώς του. Ύστερα και οι τρεις δράστες πάλι μαζί επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του τρίτου και απομακρύνθηκαν από το κατάστημα προς άγνωστη κατεύθυνση.
Από τις ανωτέρω αποδείξεις προέκυψεν ακόμη ότι οι δυο πρώτοι άγνωστοι κατηγορούμενοι κατά την τέλεση της πράξης τους βρισκόντουσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ότι την απόφαση να τις διαπράξουν την προκάλεσε σ’ αυτούς ο τέταρτος κατηγορούμενος Π. Μ. με πειθώ και φορτικότητα. Και οι δυο αυτοί κατηγορούμενοι, Α.
P. και Π. Μ., κατά την απολογία τους που έδωσαν την επομένη ημέρα στις 24-4-04 ενώπιον του διενεργούντος την αστυνομική προανάκριση αξιωματικού της ΕΛΛΑΣ αρνήθηκαν να κατονομάσουν τους δυο πρώτους άγνωστους συγκατηγορουμένους τους. Επιπλέον, ο τρίτος T. P., με το να παραμείνει έξω από το κατάστημα κατά το χρόνο που ο πρώτος άγνωστος κατηγορούμενος πυροβόλησε και σκότωσε τον Γ.
Μ. παρέσχε ψυχική συνδρομή σ’ αυτόν στην τέλεση της πράξης του διότι τον ενθάρρυνε στην τέλεσή της.
Από τα περιστατικά αυτά καταλήγει το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης οι δυο κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες πραγμάτωσαν τα εγκλήματα, ο πρώτος μεν A. L. της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας που τέλεσεν ο πρώτος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ. Ρ.,ο δε δεύτερος Π. Μ. της ηθικής αυτουργίας στις δυο ανθρωποκτονίες που τέλεσαν οι δυο άγνωστοι δράστες, της τετελεσμένης που διέπραξεν ο πρώτος απ’ αυτούς σε βάρος του Γ.
Μ. και της εν αποπείρα που διέπραξεν ο δεύτερος απ’ αυτούς σε βάρος του Τ. Ρ.. Περαιτέρω, έκρινεν ότι πραγμάτωσαν και τα εγκλήματα, ο πρώτος A. P. της απλής συνέργειας στην τετελεσμένη ανθρωποκτονία που διέπραξεν ο πρώτος από τους άγνωστους δράστες σε βάρος του Γ. Μ., διότι παραμένοντας στο κατάστημα κατά το χρόνο της πράξεως του παρέσχε ψυχική συνδρομή, αμφότεροι δε της υπόθαλψης εγκληματιών διότι δεν αποκάλυψαν στους αστυνομικούς την επομένη ημέρα την ταυτότητα των δυο άγνωστων δραστών και επιπλέον ο πρώτος (A.
L.) διότι τους φυγάδευσε μετά την πράξη με το αυτοκίνητό του. Το ανωτέρω βούλευμα έχει τις εξής πλημμέλειες. Πρώτο, δεν διευκρινίζει εάν οι κατηγορούμενοι που φέρεται ότι τέλεσαν τις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, δηλ. ο πρώτος της ηθικής αυτουργίας στην τετελεσμένη που διέπραξεν ο πρώτος άγνωστος δράστης σε βάρος του Γ.
Μ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας που τέλεσεν ο δεύτερος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ. Ρ.,και ο δεύτερος της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας που τέλεσεν ο δεύτερος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ. Ρ., έδρασαν με προμελετημένο δόλο ή με απρομελέτητο, εάν δηλ. είχαν ήρεμη τη συνείδησή τους ή τελούσαν σε βρασμό ψυχικής ορμής.
Η διευκρίνιση που παρέχει το βούλευμα ότι οι άγνωστοι δράστες, που έδρασαν ως αυτουργοί, ενήργησαν σε ήρεμοι ψυχική κατάσταση, δεν καλύπτει και τους συμμετόχους, διότι μπορεί ο αυτουργός να δρα με προμελετημένο δόλο και ο συμμέτοχος με απρομελέτητο ή το αντίστροφο. Δεύτερο, δεν επεξηγεί γιατί ο πρώτος απ’ αυτούς παραμένοντας στον τόπο του εγκλήματος και παρέχων άμεση συνδρομή στην απόπειρα ανθρωποκτονίας που τέλεσεν ο δεύτερος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ.
Ρ., παρέσχε και ψυχική συνδρομή στον πρώτο άγνωστο δράστη στην τέλεση απ’ αυτόν της τετελεσμένης ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Μ., εάν δηλ. είχε προηγηθεί μεταξύ τους σχετική συζήτηση και προκειμένου να τον ενισχύσει στην απόφασή του για την πράξη του υποσχέθηκε να τον ενισχύσει ψυχικά παραμένοντας εκεί κατά το χρόνο τελέσεώς της.
Όσον αφορά την υπόθαλψη εγκληματιών που φέρεται ότι τέλεσαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, το γεγονός δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, διότι έδρασαν έτσι, δηλ. αμφότεροι δεν κατονόμασαν τους άγνωστους δράστες και ο πρώτος επιπλέον τους φυγάδευσε, επιδιώκοντας όχι την ματαίωση της διώξεως των δυο άγνωστων δραστών, αλλά κυρίως τη δική τους επιτρεπόμενη αυτοϋπόθαλψη.
Έτσι κρίνοντας το Συμβούλιο δεν περιέχει πλήρη αιτιολογία αναφορικά με το είδος του δόλου στη διάπραξη απ’ αυτούς των ανωτέρω πράξεων, της ηθικής αυτουργίας από τον πρώτο στις δυο ανθρωποκτονίες, που διέπραξαν οι δυο άγνωστοι δράστες, και της άμεσης συνέργειας από το δεύτερο στην απόπειρα ανθρωποκτονίας που διέπραξεν ο δεύτερος άγνωστος δράστης, καθώς και αναφορικά με την απλή συνέργεια στην ανθρωποκτονία που τέλεσεν ο πρώτος άγνωστος δράστης, για την οποία κατηγορείται ο δεύτερος, και, συνεπώς, είναι βάσιμοι ο λόγος της έλλειψης αιτιολογίας που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι, καθώς και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσαν, λόγος που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος. 4-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 δ και 309 παρ.2 ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ’ άρθρο 484 παρ.1 περ.
α ΚΠΔ εάν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας παραλείψει ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση του κατηγορουμένου για να εμφανισθεί ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Εάν όμως το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα δεν τίκτεται απόλυτη ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων να εμφανισθούν στο συμβούλιο για να παράσχουν εξηγήσεις για το λόγο ότι έκρινε ότι αυτοί αρκούντως παρέσχον τις εξηγήσεις του για τις κατηγορίες που τους βαρύνουν με εφτασέλιδο υπόμνημα, οπότε η εμφάνισή τους δεν ήταν αναγκαία.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 5-Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο α) πρέπει να κάνει δεκτές τις αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων κατά του 160/05 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας για το είδος του δόλου στις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, και της παραπομπής για την απλή συνέργεια στην ανθρωποκτονία με πρόθεση για την οποία κατηγορείται ο δεύτερος, β) να αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων για υπόθαλψη εγκληματιών που φέρεται ότι τέλεσαν στα Χανιά στις 23 και 24 -4-04,για το λόγο ότι δεν συνιστά αξιόποινη πράξη το γεγονός,[άρθρα 309 παρ.1 και 310 παρ.1 ΚΠΔ], και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο συμβούλιο εφετών.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να γίνουν δεκτές κατ’ ουσίαν οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) 11/12-8-05 του A. P. του D.,κατοίκου ... [... 1], Α., και 2) 12/8-9-05 του Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που άσκησαν ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Κρήτης, και να αναιρεθεί το 160/05 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης. Β-Να μη γίνει κατηγορία κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων για υπόθαλψη εγκληματιών, που φέρεται ότι τέλεσαν στα Χανιά στις 23 και 24-4-04.
Και Γ-Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 14 Οκτωβρίου 2005 Ο ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΦΩΤΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση, από 12-8-2005 και 8.9.2005 δυο αιτήσεις αναιρέσεως των A. P. του D. και Π. Μ. του Ι., αντιστοίχως, είναι ταυτόσημες και λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, πρέπει να συνεκδικασθούν.
Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 299 του ΠΚ, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου.
Από την διατύπωση της διατάξεως της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου 299 του ΠΚ προκύπτει ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελετημένο και απρομελέτητο. Στην πρώτη περίπτωση, κατά την έννοια της διάταξης, απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη, είτε κατά την απόφαση, είτε κατά την εκτέλεση της πράξης.
Ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης αντί της ισόβιας κάθειρξης.
Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος ή πάθους, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ` αυτήν.
Τέλος, η ύπαρξη ή μη προμελετημένου δόλου ή αλλιώς η ψυχική ηρεμία ή ο βρασμός ψυχικής ορμής λαμβάνονται υπόψη για εκείνον μόνον από τους συμμετόχους στον οποίο υπάρχουν (άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ). Ενδέχεται, δηλ. ο μεν αυτουργός της ανθρωποκτονίας να δρα με απρομελέτητο δόλο ο δε ηθικός αυτουργός αυτής να δρά με προμελετημένο ή και το αντίστροφο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικώς: α) πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεται ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης (πραγματικής, νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια), με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξεως αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξεως που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεώς της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει:
α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46 παρ.1β Π.Κ., με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης.
Για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας σε έγκλημα άλλου, βάσει της αρχής του περιορισμένου παρακολουθητικού χαρακτήρα της συμμετοχής, που καθιερώνει το άρθρο 48 του Π.Κ., απαιτείται α) αφενός μεν ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει ή να αποπειραθεί τουλάχιστον να διαπράξει την άδικη πράξη, η οποία δεν καλύπτεται IN CONCRETO, από κάποιο λόγο που να αίρει το άδικο αυτής, δηλ.
πράξη που συνιστά τέλεση ή απόπειρα τέλεσης της αντικειμενικής υπόσταση του εγκλήματος, αφετέρου δε ο συνεργός να τελέσει πράξη υποστηρικτική της κύριας πράξης του αυτουργού, με άμεσα συνδεδεμένη με αυτή βοηθητική ενέργεια σε τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η τέλεση του εγκλήματος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β του προηγουμένου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως αυτουργός με ποινή ελαττωμένη. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως απ’ αυτόν ορισμένης άδικης πράξεως και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος.
Ψυχική δε συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που έχει πάρει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, που μπορεί να πραγματωθεί με την απλή παρουσία του συνεργού στον τόπο της πράξης ή με την παροχή σ’ αυτόν πριν από την πράξη υπόσχεσης για βοήθεια μετά την τέλεση της πράξης ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της.
Τέλος, κατά το άρθρο 231 παρ. 1 ΠΚ, όποιος εν γνώσει ματαιώνει τη δίωξη άλλου για κακούργημα ή πλημμέλημα που διέπραξε ή την εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε ή του μέτρου ασφαλείας, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, συνεπώς, απαιτείται η τέλεση πράξεως που φέρει το χαρακτήρα κακουργήματος ή πλημμελήματος, καθώς και η ενέργεια οιασδήποτε πράξεως με την οποία μπορεί να επιτευχθεί η ματαίωση της διώξεως του δράστη ή της εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε γι’ αυτήν.
Ως ματαίωση της διώξεως, νοείται και η ματαίωση της ποινικής διώξεως ή της εξακολουθήσεως αυτής. Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο και όταν με την ενέργεια του υπαιτίου, επιτυγχάνεται η για μεγάλο ή και μικρό χρονικό διάστημα παρεμπόδιση της διωκτικής αρχής να θέσει τον υπαίτιο στη διάθεση της δικαιοσύνης ή και να ασκήσει κατ’ αυτού ποινική δίωξη, ασχέτως αν αυτά έχουν επιτευχθεί μεταγενέστερα.
Η ματαίωση της δίωξης δεν εξαρτάται από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ποινική διαδικασία, δηλαδή εάν πρόκειται για την προδικασία ή την κύρια διαδικασία. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιέχει τη γνώση, ότι διαπράχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα ή ότι έχει επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας και τη θέληση ματαιώσεως της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, δίχως πάντως να απαιτείται να γνωρίζει ο δράστης για ποια ακριβώς ποινή ή μέτρο ασφαλείας πρόκειται.
Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της υπόθαλψης εγκληματία μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο πλην του δράστη του προεκτελεσθέντος κακουργήματος ή πλημμελήματος, γιατί "υπόθαλψη εαυτού" δεν υφίσταται κατά τη διάταξη του άρθρου 231 ΠΚ, που απαιτεί να είναι "άλλος" το υποθαλπόμενο πρόσωπο. Επίσης δεν μπορεί να είναι ενεργητικό υποκείμενο ο συναυτουργός στο προεκτελεσθέν έγκλημα και γενικότερα οποιοσδήποτε συμμέτοχος σε αυτό.
Τούτο δικαιολογείται διότι ο συμμέτοχος που παρέχει άσυλο ή φυγαδεύει τον αυτουργό του προεκτελεσθέντος εγκλήματος επιδιώκει όχι μόνον την υπόθαλψη αυτού, αλλά κυρίως και τη δική του επιτρεπόμενη αυτοϋπόθαλψη. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη ο οποίος περιέχει τη γνώση με την έννοια της βεβαιότητας (της επίγνωσης), ότι διαπράχθηκε κακούργημα ή πλημμέλημα ή ότι έχει επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας και τη θέληση ματαιώσεως της δίωξης ή της εκτέλεσης της ποινής, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠοινΔ, λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις τελέσεως του εγκλήματος από τον παραπεμπόμενο στο ακροατήριο κατηγορούμενο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, ή να αξιολογούνται καθ’ έκαστον ή να συσχετίζονται ειδικώς ή να συγκρίνονται προς άλληλα ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου τούτων.
Η αιτιολογία αυτή επιτρεπτώς θεμελιώνεται από το Συμβούλιο Εφετών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις υπαγωγής αυτών στην εφαρμοσθείσα από το Συμβούλιο ουσιαστική ποινική διάταξη, καθώς και εκείνες που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη συντάσσεται το Συμβούλιο.
Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο που κρίνει την ουσία της υπόθεσης αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ’ αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 23-4-04, (00.05 έως 00.40), προσήλθαν έξω από το κατάστημα Μπαρ "Α.", που βρίσκεται επί της οδού ...
των Χανίων, οι παθόντες Γ. Μ. και Τ. Ρ., προκειμένου να εισέλθουν σ’ αυτό για να διασκεδάσουν. Πλην όμως ο βρισκόμενος έξω από το κατάστημα πρώτος κατηγορούμενος, Π. Μ., ως υπεύθυνος της λειτουργίας του, τους απαγόρευσε την είσοδο. Για το λόγο αυτό ακολούθησε μεταξύ τους λογομαχία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο κατηγορούμενος κάλεσε με το κινητό τηλέφωνό του προς ενίσχυσή του άλλους συνεργάτες του, καταλήγοντας με τη φράση στο τηλέφωνο, "έλα, κάποιοι περιμένουν", ενώ σ’ αυτούς απειλώντας τους, απηύθυνε τη φράση, "να τώρα θα έλθει".
Σε λίγο χρόνο από την τηλεφωνική πρόσκληση, προσήλθαν στο χώρο εκείνο και οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι, δυο άγνωστης ταυτότητας, ο ένας από τους οποίους έφερε μακριά μαλλιά, μεγάλες φαβορίτες και μουστάκι, και ο A. P., Α.. Τους δυο άγνωστους δράστες μετέφερε εκεί με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που συνήθως οδηγούσε, ο A.
P.. Μόλις αυτοί αποβιβάσθηκαν από το αυτοκίνητο επιτέθηκαν στους παραπάνω παθόντες Γ. Μ. και Τ. Ρ.. Ο πρώτος άγνωστος δράστης με τα μακριά μαλλιά πυροβόλησε με περίστροφο μια φορά τον πρώτο παθόντα Γ. Μ. με ανθρωποκτόνο σκοπό, προκαλώντας του τυφλό τραύμα στην καρδιά και στους πνεύμονες, από το οποίο επήλθεν αμέσως ο θάνατός του.
Ο δεύτερος άγνωστος δράστης πυροβόλησε και αυτός το δεύτερο παθόντα Τ. Ρ. με περίστροφο δυο φορές με ανθρωποκτόνο σκοπό, πλην όμως δεν πέτυχε το σκοπό του από αίτια εξωτερικά και δη, γιατί δεν τον πέτυχε σε ζωτικά σημεία του σώματός του, αλλά στον αυχένα, στον οποίο του προκάλεσε δυο ελαφρά τραύματα. Ο τρίτος απ’ αυτούς, A.
P., κατά το χρόνο που ο δεύτερος άγνωστος δράστης πυροβόλησε δυο φορές τον παθόντα, Τ. Ρ. με ανθρωποκτόνο σκοπό, ακινητοποίησε τον παθόντα, κρατώντας τον από το χέρι, με σκοπό να συνδράμει τον δεύτερο στην πράξη του πυροβολισμού και της θανατώσεώς του. Ύστερα και οι τρεις δράστες πάλι μαζί επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο του τρίτου και απομακρύνθηκαν από το κατάστημα προς άγνωστη κατεύθυνση.
Από τις ανωτέρω αποδείξεις προέκυψεν ακόμη ότι οι δυο πρώτοι άγνωστοι κατηγορούμενοι κατά την τέλεση της πράξης τους βρισκόντουσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ότι την απόφαση να τις διαπράξουν την προκάλεσε σ’ αυτούς ο τέταρτος κατηγορούμενος, Π. Μ. με πειθώ και φορτικότητα. Και οι δυο αυτοί κατηγορούμενοι, A.
P. και Π. Μ., κατά την απολογία τους που έδωσαν την επομένη ημέρα στις 24-4-04 ενώπιον του διενεργούντος την αστυνομική προανάκριση αξιωματικού της ΕΛΑΣ αρνήθηκαν να κατονομάσουν τους δυο πρώτους άγνωστους συγκατηγορουμένους τους. Επιπλέον, ο τρίτος Τ. Ρ., με το να παραμείνει έξω από το κατάστημα κατά το χρόνο που ο πρώτος άγνωστος κατηγορούμενος πυροβόλησε και σκότωσε τον Γ.
Μ. παρέσχε ψυχική συνδρομή σ’ αυτόν στην τέλεση της πράξης του διότι τον ενθάρρυνε στην τέλεσή της. Με βάση τα περιστατικά αυτά, καταλήγει το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, οι δυο κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες πραγμάτωσαν τα εγκλήματα, ο πρώτος μεν, A. L., της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας που τέλεσεν ο πρώτος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ.
Ρ., ο δε δεύτερος Π. Μ., της ηθικής αυτουργίας στις δυο ανθρωποκτονίες που τέλεσαν οι δυο άγνωστοι δράστες, της τετελεσμένης που διέπραξεν ο πρώτος απ’ αυτούς σε βάρος του Γ. Μ. και της εν αποπείρα που διέπραξεν ο δεύτερος απ’ αυτούς σε βάρος του Τ. Ρ.. Περαιτέρω, έκρινεν ότι πραγμάτωσαν και τα εγκλήματα, ο πρώτος, A.
P., της απλής συνέργειας στην τετελεσμένη ανθρωποκτονία που διέπραξεν ο πρώτος από τους άγνωστους δράστες σε βάρος του Γ. Μ., διότι παραμένοντας στο κατάστημα κατά το χρόνο της πράξεως του παρέσχε ψυχική συνδρομή, αμφότεροι δε της υπόθαλψης εγκληματιών, διότι δεν αποκάλυψαν στους αστυνομικούς την επομένη ημέρα την ταυτότητα των δυο άγνωστων δραστών και διότι ο πρώτος (A.
P.), τους φυγάδευσε μετά την πράξη με την υπόδειξη του δευτέρου, Π. Μ., με το αυτοκίνητο που συνήθως οδηγούσε ο A. P.. Το ανωτέρω βούλευμα έχει τις εξής πλημμέλειες. Δεν διευκρινίζει, εάν οι κατηγορούμενοι, που φέρονται ότι τέλεσαν τις πράξεις της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, υπό τις ανωτέρω διακρίσεις, δηλ. ο πρώτος της ηθικής αυτουργίας, στην τετελεσμένη ανθρωποκτονία που διέπραξε ο πρώτος άγνωστος δράστης σε βάρος του Γ.
Μ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας, που τέλεσε ο δεύτερος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ. Ρ. και ο δεύτερος, της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα ανθρωποκτονίας, που τέλεσε ο δεύτερος άγνωστος δράστης σε βάρος του Τ. Ρ., έδρασαν με προμελημένο ή απρομελέτητο δόλο, εάν δηλαδή έδρασαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση ή τελούσαν σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής.
Η παραδοχή του βουλεύματος, ότι οι άγνωστοι φυσικοί αυτουργοί ενήργησαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση δεν καλύπτει και τους συμμετόχους, διότι μπορεί ο αυτουργός να πράττει με προμελετημένο δόλο, ο δε συμμέτοχος με προμελέτητο ή και το αντίστροφο (άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ). Αντιθέτως η παραδοχή του βουλεύματος, ότι με πειθώ και φορτικότητα ο Π.
Μ. προκάλεσε στους άγνωστους φυσικούς αυτουργούς την απόφαση να τελέσουν τις ανωτέρω εγκληματικές πράξεις της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Μ. και απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του Τ. Ρ., καθώς και ότι ο A. P. παρέσχε απλή συνδρομή στον πρώτο άγνωστο δράστη να σκοτώσει ο τελευταίος τον Γ. Μ., με την ενθάρρυνση του φυσικού αυτουργού από αυτόν δια της παρουσίας του στον τόπο τελέσεως του εγκλήματος, καθώς και δια της μεταφοράς του άγνωστου φυσικού αυτουργού στον τόπο του εγκλήματος με το αυτοκίνητο, που ο A.
P. συνήθως οδηγούσε, περιέχει την απαιτούμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Σε ότι αφορά την υπόθαλψη εγκληματιών, που φέρεται ότι τέλεσαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, διότι δεν κατονόμασαν τους άγνωστους φυσικούς αυτουργούς και ο πρώτος, επί πλέον διότι τους φυγάδευσε με την υπόδειξη του δευτέρου με το υπ’ αριθ.
κυκλοφ. ...ΙΧΕ αυτοκίνητο, που αυτός συνήθως οδηγούσε, δεν συνιστά αξιόποινη πράξη, καθόσον με την πράξη τους αυτή οι αναιρεσείοντες επιδίωκαν όχι τη ματαίωση της διώξεως των άγνωστων φυσικών αυτουργών, αλλά τη ματαίωση της δικής τους διώξεως.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Κρήτης, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικώς με το είδος του ειδικού δόλου των αναιρεσειόντων κατά τη διάπραξη από αυτούς των αξιοποίνων πράξεων της ηθικής αυτουργίας από τον Π. Μ. στις άδικες πράξεις της ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο άγνωστος αυτουργός σε βάρος του Γ. Μ. και απόπειρας ανθρωποκτονίας που τέλεσε ο άγνωστος επίσης αυτουργός σε βάρος του R. T. και της άμεσης, από τον A. P. στην απόπειρα ανθρωποκτονίας, συνέργειας σε βάρος του R. T. και της απλής συνέργειας στην ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Μ..
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ και 309 παρ. 2 ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, η οποία συνιστά λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατ’ άρθρο 484 παρ. 1 περ. α’ ΚΠΔ, εάν το δικαστικό συμβούλιο που αποφασίζει για την ουσία της κατηγορίας παραλείψει ή απορρίψει αναιτιολόγητα την αίτηση του κατηγορουμένου για να εμφανισθεί ενώπιόν του με την παρουσία και του εισαγγελέα για να δώσει κάθε διευκρίνιση. Εάν όμως το συμβούλιο απορρίψει την αίτηση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται στο βούλευμα δεν τίκτεται απόλυτη ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα των κατηγορουμένων να εμφανισθούν στο συμβούλιο για να παράσχουν εξηγήσεις για το λόγο ότι έκρινε ότι αυτοί αρκούντως παρέσχον τις εξηγήσεις τους για τις κατηγορίες που τους βαρύνουν με επτασέλιδο υπόμνημα, οπότε η εμφάνισή τους δεν ήταν αναγκαία. Άλλωστε, δεν προέβαλαν σε τι συνίσταται η αναγκαιότητα της προφορικής αναπτύξεως της υποθέσεως στο Συμβούλιο. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και εκείνος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 231 του ΠΚ (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ ΚΠοινΔ), ο οποίος λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, είναι βάσιμοι και ως τέτοιοι, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς προς το είδος του δόλου σε σχέση με τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας, απλής και άμεσης συνέργειας στις άδικες πράξεις της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Μ. και απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του R. T. και να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως και να αποφανθεί το Συμβούλιο (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠΔ) να μη γίνει κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων για υπόθαλψη εγκληματία, την οποία φέρονταν ότι τέλεσαν στα Χανιά στις 23 και 24.4.2004.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς το υπ’ αριθ. 160/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, ως προς τον ακριβέστερο προσδιορισμό της υποκειμενικής υποστάσεως της ηθικής αυτουργίας και συνέργειας (άμεσης και απλής) στις αναφερόμενες στο σκεπτικό άδικες πράξεις της ανθρωποκτονίας σε βάρος του Γ. Μ. και της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος του P. T. και ειδικότερα, ως προς το αν οι πράξεις του ηθικού αυτουργού, Π. Μ. του Ι. και συνεργού (άμεσου και απλού κατά τις διακρίσεις στο σκεπτικό του A. P. του D., τελέστηκαν με προμελετημένο δόλο (σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας επιτρέπουσα την σκέψη) ή με απρομελέτητο δόλο (σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, αποκλείουσα την σκέψη).
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος την υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που είχαν κρίνει προηγουμένως. Και Αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά των αναιρεσειόντων για υπόθαλψη εγκληματιών, την οποία φέρονται ότι τέλεσαν στα Χανιά στις 23.4.2004 και 24.4.2004 οι A. P. και Π. Μ., αντιστοίχως.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2006.
Εκδόθηκε στην Αθήνα την 7 Μαρτίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ