53/2025 · 53/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 53 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο κÎ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 53/2025
Απόφαση 53 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΙΕΡΟΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΠΑΝΑΧΡΑΝΤΟΥ ΜΕΓΑΡΩΝ", που εδρεύει στα Μέγαρα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Μπαρδούτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΑΘΩ" που εδρεύει στο Άγιο Όρος και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διογένη Καραγιαννακίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/9/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3800/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6188/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 13/12/2020 αίτησή του και τους από 15/12/2023 και 17/12/2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13.12.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 6188/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την με αριθμό 3800/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τελευταία επικουρική βάση και δέχθηκε αυτή ως προς την πρώτη επικουρική βάση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Οι από 15.12.2023 και 17.12.2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερα δικόγραφα που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15.12.2023 και 18.12.2023 αντίστοιχα και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη και στον πληρεξούσιο δικηγόρο της στις 20.12.2023 και 21.12.2023 αντίστοιχα (βλ. τις με αριθ. ....2023, ....2023, ....2023 και ....2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, Γ. Β.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (22.1.2024), κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτοί. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο το οποίο διοικεί το νομικό πρόσωπο, υποχρεώνουν το νομικό αυτό πρόσωπο και εφαρμόζεται και επί Ν.Π.Δ.Δ., κατά τα άρθρα 104 και 106 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 783/2000), συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις δέσμευσης του νομικού προσώπου είναι οι εξής : α) η δικαιοπραξία πρέπει να επιχειρηθεί από τη διοίκηση του νομικού προσώπου και υπό αυτήν την ιδιότητα ή από ίδιο πρόσωπο, στο οποίο με τη συστατική πράξη ή το καταστατικό ανατέθηκε η επιχείρηση ορισμένων υποθέσεων, αν εμπίπτει σ` αυτές ή από την προσωρινή διοίκηση ή τον υποκατάστατο της διοίκησης, αν υπάρχει πρόβλεψη στη συστατική πράξη ή το καταστατικό ή από τον εκκαθαριστή του διαλυθέντος νομικού προσώπου, β) ενέργεια μέσα στα όρια της εξουσίας που διαγράφονται για τη διοίκηση στη συστατική πράξη και το καταστατικό. Για το νομικό πρόσωπο δεν υπάρχει δέσμευση, αν η δικαιοπρακτική δράση του οργάνου κείται πέρα από την ως άνω οριοθετημένη εξουσία του ή προέρχεται από πρόσωπο που δεν είναι όργανο ή δεν έχει νόμιμη υπόσταση ή αν ο ενεργήσας στερείτο της ιδιότητας του οργάνου. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική σύμβαση, που καταρτίστηκε από κάποιον που δεν εκπροσωπούσε το νομικό πρόσωπο, στερείται κύρους και δεν το δεσμεύει, εκτός αν το νομικό πρόσωπο ενέκρινε τη σύμβαση, κατά τη διάταξη του άρθρου 229 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 229 εδάφιο α` ΑΚ, "αν μια σύμβαση συνομολογήθηκε στο όνομα άλλου χωρίς την πληρεξουσιότητά του, το κύρος της εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευόμενου ...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 238 εδάφιο α` του ίδιου κώδικα "η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας...". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68, 70, 216, 219 του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι σε σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε από κάποιον ως αντιπρόσωπο νομικού προσώπου, χωρίς πληρεξουσιότητα ή καθ` υπέρβαση ή κατά κατάχρηση της δοθείσας πληρεξουσιότητας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι περί ελλείψεως πληρεξουσιότητας διατάξεις του άρθρου 229 παρ. 1 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας στην περίπτωση αυτή το κύρος της σύμβασης εξαρτάται από την έγκριση του αντιπροσωπευόμενου (ΑΚ 238), ήτοι την συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1118/2010, ΑΠ 99/2001). Η τυχόν συγκατάθεση αυτή (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στον χρόνο της δικαιοπραξίας, έχει, δηλαδή, κατ` άρθρο 238 ΑΚ, αναδρομική ενέργεια, αίροντας την υφιστάμενη εκκρεμότητα από τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση. Η έγκριση, αναγόμενη, κατά τα ανωτέρω, στον χρόνο της δικαιοπραξίας, αναπληρώνει την έλλειψη της εξουσίας αντιπροσώπευσης, γίνεται δε με μονομερή δήλωση απευθυντέα προς τον αντιπρόσωπο ή τον τρίτο αντισυμβαλλόμενο (ΑΠ 603/2013, ΑΠ 474/2006, ΑΠ 1659/2005) και όταν η καταρτισθείσα διά του ψευδοαντιπροσώπου σύμβαση απαιτεί τύπο, θα πρέπει να περιβληθεί τον ίδιο τύπο και η έγκριση, εφαρμοζομένης αναλόγως της διάταξης του άρθρου 217 παρ. 2 του ΑΚ. Αν μάλιστα πρόκειται περί εμπραγμάτων συμβάσεων που αφορούν ακίνητα, η εν λόγω έγκριση χρήζει και μεταγραφής.
Εξάλλου και η έγκριση που περιβάλλεται τον συμβολαιογραφικό τύπο είναι επίσης απευθυντέα, όμως, σε περίπτωση έγκρισης εμπράγματης σύμβασης περί ακινήτου, αρκεί η μεταγραφή αυτής στα δημόσια βιβλία μεταγραφών, δεδομένου ότι με την εγγραφή αυτή παρέχεται ευρεία δημοσιότητα, επέχουσα τρόπον τινά θέση γνωστοποίησης προς κάθε ενδιαφερόμενο. (ΑΠ 911/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Εξάλλου η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1230/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης και τους έκτο, έβδομο και ένατο (κατ' ορθή αρίθμηση) πρόσθετους λόγους αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 επ., 65-68, 70, 71, 138, 170, 174, 178, 179, 180, 211, 216-221, 365 και 1033 ΑΚ, αναγνωρίζοντας εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η επίμαχη με το υπ' αριθ. ....2003 συμβόλαιο δωρεά των περιγραφόμενων σ' αυτό ακινήτων, η οποία καταρτίστηκε μετά την πράξη αφαίρεσης από τους παλαιοημερολογίτες της εξουσίας εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης και με εκπροσώπηση της τελευταίας από τους ίδιους, είναι άκυρη, καθόσον οι εκπροσωπήσαντες την αναιρεσίβλητη κατά τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου δεν είχαν πλέον εξουσία να την εκπροσωπούν και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αρχική σύμβαση δωρεάς, με την οποία είχε μεταβιβαστεί η ψιλή κυριότητα των επίδικων ακινήτων στην αναιρεσίβλητη, ήταν εικονική. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Η εφεσίβλητη Ιερά Μονή αποτελεί μία εκ των είκοσι αυτοδιοίκητων Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και διοικείται εσωτερικώς, κατ' άρθρο 111 του Κ.Χ.Α.Ο. (Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους), από τον Ηγούμενο, την Επιτροπή και τη Γεροντία, σύμφωνα με τον εσωτερικό της κανονισμό. Το εναγόμενο σωματείο αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθμ. 1507/1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στο βιβλίο σωματείων που τηρείται στη Γραμματεία του εν λόγω Δικαστηρίου με αύξοντα αριθμό 13.647. Με την υπ' αριθμ. πρωτ. ....2002 (κατά το νέο Γρηγοριανό ημερολόγιο - εορτολόγιο) ή 3.12.2002 (κατά το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο- εορτολόγιο) απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, που συνεδρίασε ως διοικητικό όργανο των είκοσι Ιερών Μονών, κηρύχθηκε η ομάδα των προσώπων που κατείχαν την Ιερά Μονή Εσφιγμένου και αναφέρονταν ονομαστικά στην εν λόγω απόφαση (μεταξύ των οποίων και τα τρία πρόσωπα που είχαν υπογράψει το παρακάτω αναφερόμενο υπ' αριθμ. ....2002 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Ν. Μ.), ως ιδιαίτερη αδελφότητα σχισματικών, απαγορευμένη κατά την έννοια του άρθρου 105 παρ. 2 εδ. δ' του Συντάγματος και του άρθρου 183 του Κ.Χ.Α.Ο., που εξασκούσε απαγορευμένη, κατά το άρθρο 184 του Κ.Χ.Α.Ο., δραστηριότητα προσηλυτισμού. Αποφασίστηκε δε, περαιτέρω, η διάλυση της ιδιαίτερης αυτής αδελφότητας, η απέλαση των μελών της από το Άγιον Όρος και η απαγόρευση εφεξής εισόδου τους σε αυτό. Ακολούθως στην εν λόγω απόφαση αναγράφονταν επί λέξει τα εξής "Πάσης πράξεως διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου από του έτους 1974 τουλάχιστον και μέχρι τούδε ούσης ούτως ή άλλως ανυποστάτου και ουδέν έννομον αποτέλεσμα παραγαγούσης, των εμφανιζομένων μέχρις σήμερον ως οργάνων της Ιερός ταύτης Μονής όντων ωσαύτως ανυποστάτων και των μετεχόντων εις αυτά ενεργούντων κατά νόσφισιν εξουσίας συμφώνως τοις εκτιθεμένοις αναλυτικώς εις το σκεπτικόν της υπ' αριθμ. 1957/5-18.11.2002 αποφάσεως, ήδη, κατόπιν και της διατάξεως της παρούσης περί απελάσεως, τουτέστιν αμέσως από της λήψεως της παρούσης αποφάσεως και εν πάση περιπτώσει από της επιδόσεως αντιγράφου της εις τους εις ους αφορά, ουδείς εξ αυτών δικαιούται να διοικεί την Ιερά Μονή Εσφιγμένου ή να συμμετέχει οπωσδήποτε εις την διοίκησιν αυτής ή να την εκπροσωπεί ή να διαχειρίζεται περιουσιακά αυτής στοιχεία ή να ασκεί γενικώς οιανδήποτε εξουσίαν ή έργον εν αυτή ή να φέρει αξίωμα αυτής και ουδεμία τυχόν επιχειρηθησομένη πράξις διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως αυτής υπό των ανωτέρω προσώπων είναι δυνατόν να παραγάγει έννομα αποτελέσματα ως απολύτως ανυπόστατος. Μηδενός δε των ανωτέρω υπάρχοντος Εσφιγμενίτου και Αγιορείτου μοναχού, ουδείς εξ αυτών δικαιούται να φέρει το επώνυμον "Εσφιγμενίτης" και "Αγιορείτης" και να απολαμβάνει των αντίστοιχων προνομίων. Οι εις ους αφορά η απέλασις καλούνται όπως αναχωρήσουν ειρηνικώς από του Αγίου Όρους μέχρι της 15/28 Ιανουαρίου προσεχούς έτους 2003 συναποκομίζοντες τα ατομικά αυτών είδη, απαγορευομένης εφεξής της επανόδου εις αυτό. Οι εξ αυτών οπωσδήποτε ευρισκόμενοι εις την κατοχήν ουτινοσδήποτε, εφ' ου η Μονή κέκτηται κυριότητα, νομήν ή άλλο δικαίωμα και δη της σφραγίδος, του Ταμείου, των κειμηλίων, των βιβλιοθηκών, του σκευοφυλακίου, των λοιπών γενικώς χώρων της Μονής και των πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων αυτής, καλούνται να παραδώσουν ταύτα πάραυτα εις την Ιεράν Κοινότητα, υπό την επιτήρησιν της οποίας ανατίθεται η Ιερά Μονή Εσφιγμένου προσωρινώς και μέχρις αποκαταστάσεως το συντομώτερον δυνατόν της νομίμου λειτουργίας αδελφότητος και διοικήσεως εν αυτή, ευθυνόμενοι άλλως κατά τας διατάξεις του ισχύοντος ποινικού νόμου". Σημειώνεται ότι της εν λόγω αποφάσεως είχε προηγηθεί η υπ' αριθμ. ....2002 Πατριαρχική Συνοδική Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με την οποία όλοι οι ένοικοι της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής χαρακτηρίζονταν σχισματικοί και απαγορευόταν η εγκαταβίωσή τους στο Άγιον Όρος, σύμφωνα με το άρθρο 105 παρ. 2 εδ. τελ. του Συντάγματος, ενώ στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. ....2002 απόφαση του Αναπληρωτή Διοικητή του Αγίου Όρους, με την οποία κλήθηκαν τα μέλη της σχισματικής αδελφότητας της Ιεράς Μονής να συμμορφωθούν με την απόφαση της Ιεράς Κοινότητας και να αναχωρήσουν από το Άγιον Όρος μέχρι την 28.1.2003. Κατά των ως άνω αποφάσεων της Ιεράς Κοινότητας και του Αναπληρωτή Διοικητή του Αγίου Όρους, καθώς και κατά της υπ' αριθμ. .../2002 πράξης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μεθόδιος, κατά κόσμο Ματθαίος Παπαλαμπρακόπουλος του Δημητρίου, άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας (ΣτΕ) την από 13.1.2003 αίτηση ακυρώσεώς τους, καθώς και την από 16.1.2003 αίτηση αναστολής εκτελέσεώς τους. Επί της τελευταίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134/2003 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ, η οποία την απέρριψε, ενώ και η αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 736/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Παράλληλα, με τις υπ' αριθμ. .../2005 αποφάσεις του ΣτΕ απορρίφθηκαν όλες οι αιτήσεις ακυρώσεως, που είχαν ασκηθεί με παρόμοια ιστορική και νομική αιτία κατά των ως άνω αποφάσεων από τα λοιπά μέλη της σχισματικής αδελφότητας της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής. Κατόπιν τούτων, η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, με την υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 απόφασή της, αφού έλαβε υπόψη τις ανωτέρω αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και διαπίστωσε ότι από νομικής απόψεως η εφεσίβλητη Ιερά Μονή Εσφιγμένου τυγχάνει κενή και δεν υφίσταται νόμιμη και κανονική αδελφότητα, ούτε όργανα διοίκησης, αποφάσισε ότι συντρέχει ανάγκη ανασυγκροτήσεως και αποκαταστάσεως της νόμιμης λειτουργίας της Ιεράς αυτής Μονής, προκειμένου να επανέλθει σε αυτήν η τάξη και να καταστεί εκ νέου μία εκ των είκοσι αυτοδιοίκητων κυρίαρχων Ιερών Μονών, εντεταγμένη νομοκανονικώς στο σύστημα διοικήσεως του Αγίου Όρους. Προς το σκοπό αυτό αποφάσισε τον ορισμό αδελφότητας της Ιερός Μονής Εσφιγμένου, αποτελούμενης από τον Ιερομόναχο Χ., κατά κόσμο Χ. Κ., ως Ηγούμενο αυτής, καθώς και από τα υπόλοιπα πέντε πρόσωπα που αναφέρονταν στην απόφαση αυτή και τα οποία θα αποτελούσαν, μαζί με τον Ηγούμενο, τη Γεροντία της εφεσίβλητης, από την οποία θα αναδεικνύονταν τα υπόλοιπα όργανα της μονής. Η διαχειριστική εξουσία των νέων οργάνων διοίκησης της εφεσίβλητης Ιερός Μονής ανατρέχει, όπως σαφώς αναγράφεται στην απόφαση (σελίδα 7 αυτής), μέχρι του έτους 1974, καθώς αυτό ήταν το έτος κατά το οποίο διακόπηκε η νόμιμη διοίκησή της, χωρίς η πρόβλεψη αυτή περί αναδρομικότητας να προσκρούει σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου ή του Συντάγματος, αφού δεν πρόκειται για διάταξη του Ποινικού ή φορολογικού δικαίου για τις οποίες υπάρχει σαφώς τέτοια απαγόρευση (άρθρα 7 παρ. 1 και 78 παρ. 2 του Συντ). Οι οποιεσδήποτε δε έκτοτε γεννηθείσες απαιτήσεις, αξιώσεις και δικαιώματα της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής, όχι όμως και οι τυχόν υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν από τρίτους, ανήκουν, κατά την ίδια απόφαση, αυτοδικαίως στα νέα όργανα διοίκησης. Μετά τη λήψη της υπ αριθμ. ....2005 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, τα ορισθέντα ως άνω όργανα διοίκησης της εφεσίβλητης ασκούν κανονικά τα καθήκοντά τους, επιλαμβανόμενα της διαφύλαξης των εννόμων συμφερόντων της εφεσίβλητης, στα πλαίσια των οποίων εντάσσεται και η άσκηση της υπό κρίση αγωγής, και εκπροσωπώντας, περαιτέρω, τη νέα αδελφότητα της Ιεράς Μονής στη λειτουργία και στις δραστηριότητες των συλλογικών οργάνων διοίκησης του Αγίου Όρους. Ως εκ τούτου, η εφεσίβλητη Ιερά Μονή εκπροσωπείται πλέον νόμιμα από τα κατά τα ανωτέρω ορισθέντα όργανα της διοίκησής της, με αποτέλεσμα αυτά να νομιμοποιούντο να ασκήσουν την υπό κρίση αγωγή, όπως έγινε δεκτό και με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος που επαναφέρεται ως έκτος λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ., η εφεσίβλητη δώρισε στο εκκαλούν σωματείο την ψιλή κυριότητα: Α) ενός αγρού στη θέση "ΑΚΡΕΣ" (στου παπά το περιβόλι) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης πόλεως, συνολικής έκτασης 30.000 τ.μ. περίπου, αποτελούμενου: 1) από ένα αγρόκτημα είκοσι (20) εν όλω στρεμμάτων πλέον ή έλασσον, περιμανδρωμένου διά ξηρολιθιάς και εν μέρει διά συρματοπλέγματος, μετά των εν αυτώ κτισμάτων, ήτοι του Ιερού Ναού "ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ", μιας αγροικίας, ενός στάβλου, δύο πτηνοτροφικών θαλάμων, φρέατος μετά μαγκανοπήγαδου και ετέρων βοηθητικών χώρων (μαγειρείου κ.λπ.), παραρτημάτων, παρακολουθημάτων και προσαυξημάτων αυτού, κειμένου στη θέση "ΑΚΡΕΣ" (στου παπά το περιβόλι) της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεγάρων και 2) από ένα αγρόκτημα κειμένου στην ίδια ως άνω θέση, εκτάσεως 9.600 τ.μ. πλέον ή έλασσον, μετά των επ' αυτών κτισμάτων επιφάνειας α) του Ιερού Ναού "ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ" 215 τ.μ., β) κελιών, εργαστηρίου και τραπεζαρίας 650 τ.μ., γ) τραπεζαρίας και υπνοδωματίου ξενώνα 225 τ.μ., δ) γενικών αποθηκών 234 τ.μ., ε) μικρών αποθηκών 76 τ.μ., στ) κοιτώνων 70 τ.μ., ζ) ξενώνων 200 τ.μ., καθώς και Β) ενός οικοπέδου με τον Ιερό Ναό "ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Ερυθρών, με επιφάνεια 330 τ.μ. το οικόπεδο και 118 τ.μ. ο Ιερός Ναός. Τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν κατά ψιλή κυριότητα στην εφεσίβλητη Ιερά Μονή δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1976 και .../1976 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Μεγάρων Γ. Π. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων Αττικής στον τόμο 254 και με αριθμό 209 και 210, αντίστοιχα, και με το υπ' αριθμ. .../1968 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Μεγάρων, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερυθρών στον τόμο 31 με αριθμό 164. Κατά το χρόνο κατάρτισης της ως άνω σύμβασης δωρεάς, η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητας των ως άνω ακινήτων μετά των επ' αυτών κτισμάτων ανερχόταν στο ποσό των 77.441,85 ευρώ, ενώ η εμπορική της αξία αποδείχθηκε ότι ξεπερνούσε το ποσό των 80.000 ευρώ. Το υπ' αριθμ. ....2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ. μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Μεγάρων στον τόμο 384 με αριθμό 126. Η επίδικη σύμβαση δωρεάς της ψιλής κυριότητας υπογράφηκε για λογαριασμό της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής από τον επίσκοπο Μαραθώνος των παλαιοημερολογιτών Φ., κατά κόσμο Σ. Μ. του Γ. και της Χ., ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος του Ε. Π. του Ε. και της Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2002 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ., ο οποίος με τη σειρά του ενεργούσε ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2002 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Ν. Μ. Το τελευταίο αυτό πληρεξούσιο είχε υπογραφεί από τους φερόμενους ως νόμιμους εκπροσώπους της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής και συγκεκριμένα από τον Αρχιμανδρίτη Μ., κατά κόσμο Μ. Π. του Δ., καθώς και από τους μοναχούς Θ., κατά κόσμο Θ. Γ. του Β. και Ν., κατά κόσμο Ι. Σ. του Θ., κατόπιν της ....2002 Τακτικής Συνεδρίας της Γεροντικής Συνάξεως της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου Αγίου Όρους (σχετ. το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2002 απόσπασμα πρακτικού της ανωτέρω Τακτικής Συνεδρίας). Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη Ιερά Μονή είχε αρχικώς αποκτήσει την ψιλή κυριότητα των αναφερόμενων στο υπ' αριθμ. ....2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ. ακινήτων δυνάμει του υπ' αριθμ. ....1968 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Π. Π., με το οποίο μεταβιβάσθηκε λόγω δωρεάς η ψιλή κυριότητα των ακινήτων αυτών από του δωρητές Α. ή Χ. Κ. του Κ., Μ. μοναχή κατά κόσμο Μ. Τ. του Α., Συγκλητική μοναχή κατά κόσμο Σ. Τ. του Α., Φ. Μ. κατά κόσμο Ι. χήρα Ρ. Τ. και Α. μοναχή κατά κόσμο Α. θυγ. Α. Λ. στην εφεσίβλητη Ιερά Μονή και διατηρήθηκε από τους ως άνω δωρητές η επικαρπία υπέρ αυτών και υπέρ των μοναχών, που ήταν μέλη του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναχράντου. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και δεδομένου ότι κατ' άρθρο 10 του Κ.Χ.Α.Ο. κάθε απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους είναι σεβαστή και υποχρεωτική για τις Ιερές Μονές, αποδεικνύεται ότι από το έτος 1974 και μέχρι τη λήψη της ανωτέρω αναφερομένης υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, η εφεσίβλητη Ιερά Μονή δεν είχε νόμιμη διοίκηση, με αποτέλεσμα κάθε πράξη διοίκησης, διαχείρισης και εκπροσώπησης της Μονής που συντελέστηκε από το έτος 1974 και μέχρι τη λήψη της ανωτέρω απόφασης της Ιεράς Κοινότητας, να είναι άκυρη και να μην παράγει κανένα αποτέλεσμα. Από τη λήψη, δε, της επίσης ανωτέρω αναφερομένης υπ' αριθμ. πρωτ. ....2002 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, με την οποία η παλαιά αδελφότητα της εφεσίβλητης κηρύχθηκε ως ιδιαίτερη αδελφότητα απαγορευμένη κατά το άρθρο 183 του Κ.Χ.Α.Ο. και διατάχθηκε η απέλαση των μελών της, γνωστοποιήθηκε πλέον ρητώς στα μέλη της αδελφότητας αυτής ότι τα διοικητικά όργανα αυτής, που απαρτίζονταν από απελαθέντα πρόσωπα της αδελφότητας, δεν έχουν δυνατότητα, εξουσία και αρμοδιότητα να διοικούν την εφεσίβλητη Ιερά Μονή, να την εκπροσωπούν και να διαχειρίζονται τα περιουσιακά της στοιχεία. Συνακόλουθα, τα απαρτιζόμενα από τα απελαθέντα πρόσωπα διοικητικά όργανα της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής, που αποφάσισαν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δωρεάς της ψιλής κυριότητας και προχώρησαν στη σύναψή της με το υπ' αριθμ. ....2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ., δυνάμει των προηγηθέντων, κατά τα ανωτέρω υπ' αριθ, ....2002 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ. και υπ' αριθμ. ....2002 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Ν. Μ., στερούντο της ιδιότητας του νομίμου οργάνου της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η σύμβαση δωρεάς, που καταρτίστηκε με το υπ' αριθμ. ....2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ. με τον τίτλο "Δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας αγρού μετά των επ' αυτού κτισμάτων αξίας 77.441,85 ευρώ", καταρτίσθηκε στο όνομα της εφεσίβλητης από πρόσωπα που στερούντο της ιδιότητας των διοικητικών οργάνων της, με αποτέλεσμα αφενός μεν η εφεσίβλητη Μονή να μην δεσμεύεται από την εν λόγω σύμβαση, αφετέρου δε η τελευταία να τυγχάνει απολύτως άκυρη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πρώτη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, δεδομένου και ότι δεν αποδείχθηκε (ούτε και προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός) ότι η ανωτέρω σύμβαση εγκρίθηκε εκ των υστέρων από τα αρμόδια ανωτέρω όργανα που εκπροσωπούν νόμιμα τη Μονή.
Εξάλλου, με τους δεύτερους, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης το εκκαλούν επαναφέρει τον ισχυρισμό του ότι η ως άνω δωρεά της ψιλής κυριότητας προς την εφεσίβλητη Ιερά Μονή (δυνάμει του ανωτέρω αναφερομένου υπ' αριθ. ....1968 συμβολαίου) ήταν εικονική. Όμως, ως άνω ισχυρισμός δεν επιδρά καταρχήν στο κύρος της ένδικης σύμβασης για την οποία ζητήθηκε η αναγνώριση της ακυρότητας από την εφεσίβλητη (ήτοι τη γενομένη δωρεά δυνάμει του ανωτέρω αναφερομένου με αριθμό ....2003 συμβολαίου), αλλά βάλλει μόνο κατά του ανωτέρω τίτλου κτήσης του δωρεοδότη - μεταβιβάζοντος, οπότε και δεκτού γενομένου αυτού προστίθεται ένας ακόμα λόγος ακυρότητας της ένδικης σύμβασης δωρεάς. Αν όμως θεωρηθεί ότι δεκτού γενομένου του ανωτέρω ισχυρισμού, η εφεσίβλητη δεν θα είχε έννομο συμφέρον να ζητεί την ακύρωση της ένδικης σύμβασης δωρεάς, αφού δεν θα είχε αποκτήσει ποτέ την κυριότητα των δωριζομένων ακινήτων και συνεπώς δεν θα ωφελείτο με την αναγνώριση της ακυρότητας της ανωτέρω σύμβασης, μη δυναμένη να ανακτήσει με αυτήν την (ψιλή) κυριότητα αυτών, ο ισχυρισμός αυτός και πάλι τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η ανωτέρω αρχική μεταβίβαση των ακινήτων έγινε όχι εικονικά, αλλά σοβαρά. Αιτία αυτής ήταν να καταστούν τα ως άνω ακίνητα Μετόχι της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής, προκειμένου να προστατευθούν από τυχόν κίνδυνο απαλλοτριώσεώς τους κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπως ισχυρίζεται και το εκκαλούν. Τα ως άνω ακίνητα ανήκαν σε άτομα της "Εκκλησίας των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών" (παλαιοημερολογίτες), οι οποίοι φοβούνταν ότι θα διωχθούν από τον Αρχιεπίσκοπο κατά την περίοδο της δικτατορίας. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στην οπίσθια σελίδα του έβδομου φύλλου του ως άνω υπ' αριθμ. ....1968 συμβολαίου αναφερόταν ότι σε περίπτωση που προκύψει οποιοσδήποτε κίνδυνος για το Μετόχι της εφεσίβλητης Ιεράς Μονής που δημιουργήθηκε με την ως άνω δωρεά της ψιλής κυριότητας, η τελευταία υποχρεούταν να παράσχει στο Μετόχι ηθική και νομική υποστήριξη προς αποτροπή του κινδύνου αυτού, είτε προέρχεται από πολιτική, είτε από εκκλησιαστική αρχή. Τα παραπάνω αφορούν την αιτία - κίνητρο για τη σύναψη της σύμβασης, χωρίς να καθιστούν αυτή άνευ ετέρου εικονική. Με τον ανωτέρω τρόπο κατέστη πράγματι η ανωτέρω έκταση Μετόχι της εφεσίβλητης και ήταν υπό την αυξημένη προστασία που προβλέπεται για την περιουσία των Μονών του Αγίου Όρους και έτσι μπόρεσαν απερίσπαστα τα μέλη του εκκαλούντος να εγκαταβιούν σε αυτό παρότι θεωρούνται σχισματικοί από την Εκκλησία της Ελλάδος στο κανονικό έδαφος της οποίας βρίσκεται η παραπάνω έκταση. Άλλωστε, στην προκειμένη περίπτωση τίτλος κτήσεως δεν είναι μόνο το ανωτέρω με αριθ. ....1968 συμβόλαιο, αλλά και τα ανωτέρω αναφερόμενα με αριθ. ... και .../1976 συμβόλαια που καταρτίστηκαν μετά την πτώση της Δικτατορίας (1974), για τα οποία δεν υπήρξε ισχυρισμός περί εικονικότητας στην πρωτόδικη δίκη, ούτε γίνεται λόγος περί αυτών στο δικόγραφο της έφεσης. Μάλιστα, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (μεταξύ 1968 και 1976) η εφεσίβλητη είχε πωλήσει την ψιλή κυριότητα μέρους των ανωτέρω ακινήτων δυνάμει των με αριθμό ....1973 και ....1974 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Γ. Σ., επικαλούμενη ως τίτλο κτήσης το ανωτέρω συμβόλαιο του 1968. Δεν αποδεικνύεται δε το αντίθετο από την υπ' αριθμ. ....1995 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Α. Σ., δυνάμει της οποίας οι ανωτέρω δωρητές της ψιλής κυριότητας των εν λόγω ακινήτων και η εφεσίβλητη Ιερά Μονή δήλωσαν ότι θέτουν στο ως άνω υπ' αριθμ. ....1968 συμβόλαιο (όχι όμως και στα ανωτέρω δύο συμβόλαια του 1976) δύο επιπλέον όρους, μεταξύ των οποίων και ο εξής "Στην περίπτωση κατά την οποία θα επέλθει αλλαγή της Εκκλησιαστικής Καταστάσεως στη Μονή και επιβληθεί το μνημόσυνο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ή επέλθει έξωθεν βίαιη κατάληψη της Μονής και μεταβολή των σημερινών καθεστώτων ή εφαρμογή νέων συστημάτων υπό της ΕΟΚ ή εμπόλεμος κατάσταση και με προσάρτηση του Αγίου Όρους εις ξενική κατοχή εκτός Ελλάδος, ανακαλείται η μετοχιοποίηση και διαλύεται αυτομάτως άνευ δικαστικής μεσολαβήσεως το παραπάνω με αριθμό .../1968 συμβόλαιο, επαναμεταβιβαζομένης της κυριότητας εις τους επιζώντας αρχικούς δικαιούχους, που συνέστησαν το συμβόλαιο αυτό ή στην περίπτωση θανάτου των εις την τότε Γεροντία του Μετοχίου "Ιερά Μονή Παναχράντου". Άλλωστε και η σύμβαση αυτή έλαβε χώρα ακύρως αφού - όπως και στην επίδικη δωρεά του 2003 - η εφεσίβλητη Ιερά Μονή δεν εκπροσωπείτο ήδη από 1974 νομίμως, αφού καταρτίσθηκε στο όνομα αυτής από πρόσωπα που στερούντο της ιδιότητας των διοικητικών οργάνων της, ήτοι από την παλαιά κατά τα ανωτέρω αδελφότητα, γεγονός που δεν αμφισβητεί το εκκαλούν, ούτε ισχυρίζεται ότι αυτή καταρτίστηκε από τους νομίμους κατά την ανωτέρω απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους εκπροσώπους της εφεσίβλητης. Σημειωτέον, δε, ότι ο περιληφθείς στην ως άνω υπ' αριθμ. ....1995 συμβολαιογραφική πράξη όρος περί μη μνημονεύσεως του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως είναι άκυρος κατ' άρθρο 174 του ΑΚ., διότι αντιβαίνει αφενός στο άρθρο 105 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι "η ακριβής τήρηση των αγιορείτικων καθεστώτων τελεί ως προς το πνευματικό μέρος υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου" και αφετέρου στο άρθρο 5 του Κ.Χ.Α.Ο., το οποίο ορίζει ότι "πάσαι αι εν Αγίω Όρει μοναί ως Πατριαρχικαί και Σταυροπηγιακοί υπάγονται υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν της Μεγάλης του Χριστού Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, μη επιτρεπομένου ουδενός άλλου μνημοσύνου πλήν του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου". Ως άκυρος, δε, ο όρος αυτός δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί "έξωθεν βίαια κατάληψη" η αποκατάσταση της νομιμότητας που έλαβε χώρα με τις αναφερόμενες ανωτέρω αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους.
Συνεπώς, η εφεσίβλητη Ιερά Μονή, ανεξάρτητα από το εάν μνημονεύει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ή όχι και ανεξαρτήτως της κατά τα ανωτέρω αλλαγής στη διοίκησή της, εξακολουθούσε μέχρι τη σύναψη του επίδικου υπ' αριθμ. ....2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ. Κ. να έχει την ψιλή κυριότητα των αναφερομένων σε αυτό ακινήτων, χωρίς να έχει μέχρι τότε υπάρξει αγωγή ή με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβήτηση του κύρους λόγω εικονικότητας του συμβολαίου του 1968, αλλά και όλων των ανωτέρω λοιπών συμβολαίων και για το λόγο αυτό είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς την τελευταία επικουρική βάση και έκανε αυτή δεκτή ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της σύμβασης δωρεάς, που καταρτίστηκε δυνάμει του υπ' αριθ. ....2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Κ., λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης κατά την κατάρτιση του συμβολαίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61 επ., 65 - 68, 174, 180, 365 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 70, 71, 138, 170, 178, 179, 211, 216 - 221 και 1033 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι ενώ με την υπ' αριθ. ....2002 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους είχε κηρυχθεί η ομάδα των προσώπων που κατείχαν τότε την αναιρεσίβλητη Μονή ως ιδιαίτερη αδελφότητα σχισματικών, απαγορευμένη κατά την έννοια του άρθρου 105 παρ. 2δ του Συντάγματος και του άρθρου 183 του Κ.Χ.Α.Ο., που ασκούσε απαγορευμένη δραστηριότητα προσηλυτισμού, είχε διαταχθεί η απέλαση των μελών της από το Άγιο Όρος, είχε αναγνωρισθεί ανυπόστατη πάσα πράξη διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης από του έτους 1974 και εντεύθεν και είχε απαγορευθεί στα μέλη της ως άνω αδελφότητας να διοικούν την Μονή ή να συμμετέχουν οπωσδήποτε στη διοίκησή της ή να την εκπροσωπούν ή να διαχειρίζονται τα περιουσιακά της στοιχεία ή να ασκούν οποιαδήποτε εξουσία, οποιαδήποτε δε υπ' αυτών επιχειρηθησομένη πράξη διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως υπ' αυτών δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, ούσης ανυποστάτου, στις 27.1.2003 καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση δωρεάς της ψιλής κυριότητας, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2003 συμβολαίου, η οποία υπεγράφη για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης Μονής από τον Επίσκοπο Μαραθώνος των παλαιοημερολογιτών Φ., ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος του Ε. Π., δυνάμει του ....2002 πληρεξουσίου, που ενεργούσε ως πληρεξούσιος και αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, δυνάμει του ....2002 ειδικού πληρεξουσίου, υπογραφέντος από τους φερόμενους ως νόμιμους εκπροσώπους της τελευταίας, οι οποίοι όμως στερούντο της ιδιότητας των νομίμων οργάνων αυτής, με συνέπεια η επίδικη σύμβαση δωρεάς εν ζωή της ψιλής κυριότητας αγρού μετά των επ' αυτού κτισμάτων που καταρτίστηκε στο όνομα της αναιρεσίβλητης Μονής από πρόσωπα στερούμενα της ιδιότητας των διοικητικών της οργάνων, να είναι απολύτως άκυρη και ως εκ τούτου να μην δεσμεύει την αναιρεσίβλητη. Εξάλλου, η αρχική σύμβαση δωρεάς της ψιλής κυριότητας των επίδικων ακινήτων προς την αναιρεσίβλητη Μονή δυνάμει του ....1968 συμβολαίου δεν έγινε φαινομενικά, αλλά στα σοβαρά, προκειμένου τα ακίνητα αυτά που ανήκαν σε άτομα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών να καταστούν Μετόχι της αναιρεσίβλητης για να προστατευθούν από τυχόν κίνδυνο απαλλοτρίωσής τους κατά την περίοδο της δικτατορίας. Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 61επ., 65-68, 174, 180, 365 ΑΚ και περί της μη συνδρομής των διατάξεων των άρθρων 70, 71, 138, 170, 178, 179, 211, 216 - 221 και 1033 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 1198/1981, εφαρμόζοντας επιλεκτικά ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού και συγκεκριμένα εκείνες που ορίζουν την ύπαρξη προφανούς ωφέλειας από τη μεταβίβαση των εκτός της περιοχής του Αγίου Όρους ακινήτων των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, ενώ οι διατάξεις του νόμου αυτού αφορούν μόνο στις μεταβιβάσεις λόγω εκποίησης ή ανταλλαγής των εκτός της περιοχής του Αγίου Όρους ακινήτων των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους και δεν εφαρμόζονται, ούτε αναλογικά, στις χαριστικές δικαιοπραξίες, όπως η προκείμενη σύμβαση δωρεάς. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του ως άνω νόμου, αλλά, αντιθέτως, απέρριψε ως μη νόμιμο τον σχετικό λόγο ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δωρεάς λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του Ν. 1198/1981, κρίνοντας ότι αυτές εφαρμόζονται μόνο στις επί ανταλλάγματι πραγματοποιούμενες εκποιητικές δικαιοπραξίες που περιοριστικά αναφέρονται στον άνω νόμο, μη εφαρμοζόμενες επιλεκτικά, ήτοι μόνο ως προς το σκέλος κατά το οποίο αναζητείται η προφανής ωφέλεια από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης λόγω δωρεάς των εκτός του Αγίου Όρους ακινήτων των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ, ρητώς ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφήν, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντας νόμους ...". Επίσης στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ. 3 του ΝΔ/τος 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΕΠ νομοθεσίας" εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ιερών Μονών η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και, τέλος, κατά το άρθρο 62 παρ. 2 του Ν.590/1977 "περί Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος" οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του ΑΝ 1539/1938, "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι μονές. Η λήξη κάθε παραγραφής ως προς το χρόνο της χρησικτησίας ανεστάλη με τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ/1912 από 12-9-1915 μέχρι και του έτους 1930.
Συνεπώς για την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητο που ανήκει σε Ιερά Μονή με έκτακτη χρησικτησία και προς παραγραφή της εμπράγματης αξίωσης της Μονής επί ακινήτου αυτής, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915, χρόνος νομής σαράντα ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Η προστασία αυτή ισχύει για όλες ανεξαίρετα τις Ιερές Μονές, που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια, είτε ανήκουν στα όρια της δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, είτε σε άλλες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες (Ολ.ΑΠ 15/2017, ΑΠ 911/2023, ΑΠ 849/2021, ΑΠ 476/2016, ΑΠ 840/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί έκτακτης χρησικτησίας, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο τον προβληθέντα ισχυρισμό του περί κτήσης κυριότητας αυτού επί των επίδικων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς ενέμετο αυτά από το έτος 1968 και εντεύθεν. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι προς θεμελίωση του ισχυρισμού του περί κτήσης της κυριότητας επί των επιδίκων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ισχυρίστηκε τα εξής : " από την σύνταξη του δωρητηρίου συμβολαίου του 1968 συνέχεια μέχρι σήμερα έχουμε την νομή των ακινήτων με διάνοια όχι μόνο επικαρπωτού αλλά αποκλειστικού κυρίου. Συγκεκριμένα νεμόμασταν και νεμόμαστε τα ακίνητα ως τέλειοι κύριοι, όπου και κατοικούμε συνέχεια και μάλιστα περιποιούμαστε αυτά και εκτελούμε διάφορα τεχνικά έργα σε τούτο. Δεν περιοριζόμαστε να συντηρούμε απλά τα προ του 1968 κτίρια. Αντίθετα διαθέτουμε όλο τούτο το χρονικό διάστημα σημαντικά χρηματικά ποσά για την ανοικοδόμηση νέων κτιρίων, νέων κοιτώνων και ναού (δεν υφίστατο πριν του 1968). Όλο τούτο το χρονικό διάστημα οι διοικούντες την ενάγουσα μονή δεν προσήλθαν να επιθεωρήσουν τα ακίνητα, που υποτίθεται ότι είχαν την ψιλή κυριότητα ούτε αυτοί διάθεσαν κάποιο, ακόμη και μικρό, χρηματικό ποσό για την βελτίωση των παλαιών και των νέων οικημάτων ή την αξιοποίηση του χώρου οικοδομούντες νέα οικήματα. Αντίθετα αυτοί δεν εκδήλωσαν ούτε και προφορικά ούτε και με πράξεις την βούληση ότι είναι ψιλοί κύριοι των ακινήτων αυτών. Τούτο σημαίνει ότι εμείς με πεποίθηση και διάνοια τελείων κυρίων των ακινήτων από το 1968 μέχρι σήμερα, έχουμε γίνει κύριοι και με χρησικτησία έκτακτη". Όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι τα ως άνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας επί των ανηκόντων σε Ιερά Μονή επίδικων ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι ασκούσε αυτό ή οι προκάτοχοί του νομή διανοία κυρίου, συμπληρωμένη το αργότερο μέχρι τις 12.9.1915. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα ότι για την κρινόμενη υπόθεση υπάρχουν τελεσίδικες και οριστικές αποφάσεις που έχουν κρίνει ομοίως για παρόμοιες περιπτώσεις, πλην όμως η κρινόμενη είναι διαφορετική από τις υποθέσεις για τις οποίες προσκόμισε τις εν λόγω αποφάσεις η αναιρεσίβλητη, καθόσον στην ένδικη υπόθεση, με την υπ' αριθ. .../1995 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ., προστέθηκαν στο .../1968 δωρητήριο συμβόλαιο δύο επιπλέον όροι, που προβλέπουν, σε περίπτωση πλήρωσής τους, την ανάκληση αυτομάτως και άνευ δικαστικής μεσολαβήσεως του εν λόγω δωρητηρίου συμβολαίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών νόμων και δεν εκτίθενται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος δικαστηρίου.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 427/2021, ΑΠ 625/2008). Δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009).
Εξάλλου, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος και της ενεργητικής νομιμοποίησης του τελευταίου δεν συνιστά ένσταση και συνακόλουθα πράγμα κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 137/2008). Περαιτέρω η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προΰποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 427/2021, ΑΠ 980/2014, ΑΠ 481/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και δέκατο (κατ' ορθή αρίθμηση) προσθέτους λόγους του από 15.12.2023 δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 17.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον προβάλλει τις αιτιάσεις από τους αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή Εσφιγμένου, υπό τη νέα διοίκηση αυτής, ουδεμία σχέση έχει με την Ιερά Μονή Εσφιγμένου υπό την παλαιά και νόμιμη διοίκηση αυτής, ούσα νομικά, αλλά και πραγματικά, νομικό πρόσωπο διάφορο του νομικού προσώπου της παλαιοημερολογίτικης Ιεράς Μονής Εσφιγμένου (Γ.Ο.Χ.) και ουδεμία σχέση έχει αυτή με τα επίδικα ακίνητα, καθόσον αυτά είχαν δωριθεί στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών και η επιλογή του προσώπου της δωρεοδόχου έγινε αποκλειστικά και μόνο λόγω της ιδιότητάς της ως Ιεράς Μονής Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών και ως εκ τούτου, η αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την ακύρωση του επίδικου συμβολαίου δωρεάς, καθώς δεν συμβλήθηκε ούτε στην αρχική σύμβαση δωρεάς, αλλά ούτε και στην επίδικη. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής. Σε κάθε δε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τους λόγους αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 68 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους με την υπ' αριθ. ....2005 απόφασή της όρισε την αδελφότητα της αναιρεσίβλητης Μονής, η διαχειριστική εξουσία των νέων οργάνων της διοίκησης αυτής ανατρέχει μέχρι του έτους 1974, καθόσον αυτό ήταν το έτος κατά το οποίο διακόπηκε η νόμιμη διοίκησή της, τα ορισθέντα όργανα της διοίκησης της αναιρεσίβλητης ασκούν κανονικά τα καθήκοντά τους, επιλαμβανόμενα της διαφύλαξης των εννόμων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, στα πλαίσια των οποίων εντάσσεται και η άσκηση της κρινόμενης αγωγής και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη εκπροσωπείται πλέον νόμιμα από τα ως άνω ορισθέντα όργανα της διοίκησής της, τα οποία νομιμοποιούντο στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 και 914 του ΑΚ, 6 της ΕΣΔΑ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η με αριθ. ....2005 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, με την οποία ορίστηκε νέα αδελφότητα για τη διοίκηση της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, με διαχειριστική εξουσία αναδρομικά από το έτος 1974, έχει πράγματι αναδρομική ισχύ και ότι η δυνάμει του υπ' αριθ. ....2003 συμβολαιογραφικού εγγράφου, δωρεά της ψιλής κυριότητας των ακινήτων, είναι άκυρη, ως εμπίπτουσα στην προαναφερθείσα περίοδο, καθώς οι εκπροσωπήσαντες, κατά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαίου, την Ιερά Μονή, δεν είχαν εξουσία εκπροσώπησης αυτής, λόγω της αναδρομικής αφαίρεσής της από τους ίδιους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, από τη λήψη της υπ' αριθ. πρωτ. ....2002 απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, με την οποία η παλαιά αδελφότητα της Ιεράς Μονής είχε κηρυχθεί ως ιδιαίτερη αδελφότητα, απαγορευμένη κατά το άρθρο 183 του Κ.Χ.Α.Ο. και είχε διαταχθεί η απέλαση των μελών της, γνωστοποιήθηκε ρητά στα μέλη της αδελφότητας αυτής ότι τα διοικητικά της όργανα, που απαρτίζονταν από απελαθέντα πρόσωπα της αδελφότητας, δεν έχουν δυνατότητα, εξουσία και αρμοδιότητα να διοικούν και να εκπροσωπούν την Ιερά Μονή και να διαχειρίζονται τα περιουσιακά της στοιχεία, με συνέπεια τα απαρτιζόμενα από τα απελαθέντα πρόσωπα διοικητικά όργανα της αναιρεσίβλητης Μονής, που αποφάσισαν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δωρεάς και προχώρησαν στη σύναψή της με το ....2003 συμβόλαιο, δυνάμει των προηγηθέντων πληρεξουσίων, στερούντο της ιδιότητας του νομίμου οργάνου της αναιρεσίβλητης, καθόσον δεν είχαν εξουσία διοίκησης και εκπροσώπησης αυτής και ως εκ τούτου η εν λόγω σύμβαση να είναι απολύτως άκυρη και να μην δεσμεύει την αναιρεσίβλητη. Κατά το άρθρο 50 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989 (που κωδικοποίησε το ν.δ./μα 170/1973 περί του Συμβουλίου της Επικρατείας), οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας Ολομέλειας και Τμημάτων, ακυρωτικές και απορριπτικές, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο, που ισχύει ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής σε κάθε υπόθεση ή διαφορά, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσης ζήτημα που κρίθηκε από το δικαστήριο. `Ετσι, η διάγνωση του ΣτΕ, ως προς το εκάστοτε κριθέν, διοικητικής φύσης, ζήτημα, δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή. Επομένως, γεννάται δεδικασμένο και για τα πολιτικά δικαστήρια μόνον όμως ως προς τα διοικητικής φύσης ζητήματα που κρίθηκαν από το ΣΤΕ, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης. Ως προδικαστικό ζήτημα νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση περί του κυρίου ζητήματος της δίκης (ΑΠ 791/2023, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 222/2018, ΑΠ 302/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 58 του Κ.Χ.Α.Ο. καθώς και την αρχή της νομιμότητας, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η με αριθ. πρωτ. ....2002 απόφαση της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, με την οποία αφαιρέθηκε από τους μέχρι τότε διοικούντες και εκπροσωπούντες την αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή παλαιοημερολογίτες η εξουσία διοίκησης και εκπροσώπησής της, είναι έγκυρη και ισχυρή και ότι η δυνάμει του υπ' αριθ. ....2003 συμβολαιογραφικού εγγράφου, δωρεά της ψιλής κυριότητας των ακινήτων, είναι άκυρη, καθώς οι εκπροσωπήσαντες, κατά τη σύνταξη του παραπάνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, την Ιερά Μονή, δεν είχαν εξουσία εκπροσώπησης αυτής, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η εν λόγω απόφαση είναι άκυρη, διότι εκδόθηκε α) χωρίς να έχει προηγηθεί ακρόαση των μελών της διοίκησης της Ιεράς Μονής, των οποίων αφαιρέθηκε η εξουσία διοίκησης και εκπροσώπησής της και β) χωρίς να έχει λάβει χώρα κοινοποίηση της απόφασης στα έως τότε διοικούντα όργανα της Ιεράς Μονής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατά της ως άνω απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους, ο Μεθόδιος άσκησε ενώπιον του ΣτΕ την από 13.1.2003 αίτηση ακυρώσεώς της, η οποία απορρίφθηκε με την .../2005 απόφαση, ενώ με τις .../2005 αποφάσεις του ΣτΕ απορρίφθηκαν όλες οι αιτήσεις ακυρώσεως που είχαν ασκηθεί κατά της ως άνω απόφασης από τα λοιπά μέλη της σχισματικής αδελφότητας της αναιρεσίβλητης. Οι αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το κριθέν ζήτημα του κύρους της επίμαχης απόφασης της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 7/2024, ΑΠ 911/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8, άλλως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό του, ότι μέχρι τη σύνταξη του επίδικου υπ' αριθ. ....2003 συμβολαίου δωρεάς ακινήτων, δεν είχε ανακληθεί η χορηγηθείσα, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2002 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Μ., εξουσία εκπροσώπησης της Ιεράς Μονής, από τα εκπροσωπήσαντα κατά τη σύνταξη του συμβολαίου όργανα, με αποτέλεσμα αυτά, κατά τον χρόνο σύναψης του δωρητηρίου συμβολαίου, να έχουν εξουσία εκπροσώπησης της Ιεράς Μονής, άλλως παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 218 ΑΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό χωρίς καμία αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος στο πλαίσιο της προβαλλόμενης αιτιολογημένης άρνησης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν συνιστά "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, τα απαρτιζόμενα από τα απελαθέντα πρόσωπα διοικητικά όργανα της αναιρεσίβλητης Μονής, που αποφάσισαν την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δωρεάς της ψιλής κυριότητας και προχώρησαν στη σύναψή της με το ....2003 συμβόλαιο, δυνάμει των προηγηθέντων υπ' αριθ. .../2002 πληρεξουσίου και υπ' αριθ. ....2002 ειδικού πληρεξουσίου, που είχε υπογραφεί από τους φερόμενους ως νόμιμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης Μονής, στερούντο της ιδιότητας των νομίμων οργάνων της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια η σύμβαση δωρεάς να είναι απολύτως άκυρη.
Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ612/2012, ΑΠ 1567/2008), αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 1/2017, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 68/2012). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς, αν και όχι κατ` ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς, για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 1083/2017, ΑΠ 1099/2014, ΑΠ 1623/2012).
Έτσι, η άσκηση κάθε δικαιώματος υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, προκειμένου να μετριασθεί ο άκρατος ατομικισμός και η τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά του δικαιούχου και φυσικά κρίνεται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος όταν η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και εφαρμόζεται στην άσκηση όλων των ιδιωτικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2002). Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ` ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 8/2001 ΑΠ 836/2017, ΑΠ 38/2015). Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων, κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 641/2013). Μόνη πάντως η επίκληση ισχυρισμών, με τους οποίους τίθεται σε αμφιβολία η ύπαρξη του επίδικου δικαιώματος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την θεμελίωση καταχρηστικής άσκησής του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 911/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο (κατ' ορθή αρίθμηση) πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα την νομίμως προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα:
"Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη Ιερά Μονή, νομίμως εκπροσωπουμένη κατά τα ανωτέρω, δημιούργησε με οποιοδήποτε τρόπο στο εκκαλούν την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δωρεάς, αφού αυτή έλαβε χώρα το 2003, η νέα αδελφότητα εγκαταστάθηκε κατά τα ανωτέρω το 2005 και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το 2006.
Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η κατά το έτος 1968 καταρτισθείσα σύμβαση δωρεάς προς την εφεσίβλητη της ψιλής κυριότητας δεν ήταν εικονική και το εκκαλούν δεν νεμήθηκε τα επίμαχα ακίνητα διάνοια κυρίου, κατά τα ανωτέρω, παραδοχές στις οποίες βασίζεται η σχετική ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ. που προέβαλε πρωτοδίκως το εκκαλούν, την οποία και επαναφέρει με το σχετικό έβδομο και τελευταίο λόγο έφεσης. Άλλωστε, η εφεσίβλητη Ιερά Μονή, κατά το χρονικό διάστημα από το 1968 και έως το 2003 (πριν την επίδικη σύμβαση δωρεάς και ανεξαρτήτως του ότι η διοίκησή της ασκείτο από τα ανωτέρω απελαθέντα πρόσωπα), δεν είχε κάποιο λόγο να αντιταχθεί σε πράξεις νομής του εκκαλούντος (όπως οικοδομικές εργασίες, συντήρηση κτισμάτων κλπ), διότι αυτές γίνονταν στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματος της επικαρπίας του τελευταίου. Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητη δεν αδράνησε καθόλου να ασκήσει το δικαίωμά της να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δωρεάς, με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να δημιουργηθεί η πεποίθηση στο εκκαλούν ότι η εφεσίβλητη δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της αυτό. Εντεύθεν, η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, επίδικης σύμβασης δωρεάς, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ούτε θα έχει επαχθείς συνέπειες για το εκκαλούν, αφού για όσο χρονικό διάστημα υπάρχουν μοναχές και είναι αυτό ενεργό θα μπορεί να ασκεί την επικαρπία επί της ανωτέρω έκτασης και κτισμάτων, συνεχίζοντας να είναι μετόχι της εφεσίβλητης και για το λόγο αυτό δεν είναι καταχρηστική.".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ως αβάσιμη, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, από το έτος 1968 έως το έτος 2003 και πριν την επίδικη σύμβαση δωρεάς το αναιρεσείον ασκούσε επί των επίδικων ακινήτων πράξεις νομής όχι με διάνοια κυρίου, αλλά με διάνοια επικαρπωτή, δυνάμει του υπ' αριθ. 36527/1968 συμβολαίου, καθόσον η αρχική μεταβίβαση λόγω δωρεάς της ψιλής κυριότητας των επιδίκων στην αναιρεσίβλητη Μονή με το ως άνω συμβόλαιο είχε γίνει στα σοβαρά και όχι φαινομενικά και ως εκ τούτου η αναιρεσίβλητη δεν είχε λόγο να αντιταχθεί στις πράξεις νομής του αναιρεσείοντος - επικαρπωτή, ούτε δημιουργήθηκε σ' αυτό εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν θα ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της επίδικης σύμβασης δωρεάς, αφού αυτή καταρτίστηκε το 2003, η νέα αδελφότητα της αναιρεσίβλητης εγκαταστάθηκε το 2005 και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το 2006. Επομένως, ο όγδοος (κατ' ορθή αρίθμηση) πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας (ΑΠ 1724/2022, ΑΠ 473/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ενδέκατο (κατ' ορθή αρίθμηση) πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 15.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, για δήθεν ψιλή κυριότητα αυτής στα επίδικα ακίνητα, βάσει των δωρεών των ετών 1968 και 1976 και την ακυρότητα της επίμαχης δωρεάς της ψιλής κυριότητας των ακινήτων, αν και συμβαλλόμενη στις παραπάνω δωρεές (αρχικές και μεταγενέστερη) δεν υπήρξε η ίδια, αλλά η μη διάδικος στην προκειμένη δίκη Ιερά Μονή Εσφιγμένου Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, η οποία, λόγω της ιδιότητάς της αυτής (της συμβαλλόμενης ως δωρεοδόχου στις αρχικές συμβάσεις δωρεάς), εγκύρως αναμεταβίβασε σ'αυτό (το αναιρεσείον) με την ένδικη μεταγενέστερη δωρεά τη μέχρι τότε ανήκουσα στην ίδια ψιλή κυριότητα των ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αφαίρεσε από το αναιρεσείον την ψιλή κυριότητα επί των επίδικων ακινήτων, αλλά αναγνώρισε την ακυρότητα της σύμβασης δωρεάς που καταρτίστηκε με το .../2003 συμβόλαιο, καθόσον τα πρόσωπα που εκπροσώπησαν την αναιρεσίβλητη στερούντο της ιδιότητας των διοικητικών οργάνων αυτής. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του από 17.12.2023 δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και του άρθρου 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 109 του Συντάγματος, καθώς δεν έλαβε υπ' όψιν ότι η αληθινή βούληση των δωρητών - συμβαλλομένων στο με αριθμ. ....1968 συμβόλαιο, ως ανήκοντες στην Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, δεν ήταν μόνο να παρασχεθεί στα επίδικα ακίνητα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας η αυξημένη προστασία του καθεστώτος της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, αλλά και να περιέλθει η ψιλή κυριότητα των ακινήτων ειδικώς στην Ιερά Μονή, η οποία διοικούνταν από πρόσωπα με ταυτότητα θρησκευτικής συνείδησης προς αυτήν των δωρητών, πλην όμως το Εφετείο, αρκούμενο στην κρίση του περί ακυρότητας λόγω μη νόμιμης εκπροσώπησης της Ιεράς Μονής κατά τη σύνταξη του επίδικου συμβολαίου δωρεάς, παρέβλεψε τη μεταβολή που είχε ήδη επέλθει κατά το έτος 2003 και δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση των δωρητών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η ένδικη αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης δωρεάς που καταρτίστηκε με το υπ' αριθ. .../2003 συμβόλαιο για τον αναφερόμενο σ' αυτήν λόγο και όχι στην μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της επίδικης δωρεάς ως προς τις διατάξεις της υπέρ της αναιρεσίβλητης Μονής. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 13.12.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 15.12.2023 και 17.12.2023 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6188/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 13.12.2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 15.12.2023 και 17.12.2023 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ