53/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 53 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 53/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 53 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 53/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκουτζιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παναγιώτα Πασσίση ανέγνωσε την από 23-2-2021 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 32/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14.3.2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 5/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η από 7.9.2010 ανακοπή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της υπ' αριθ. 445/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 269/2020). Τέλος, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 667/2016, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1266/2011).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθ. 1116/15.2.1989 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις ταυτάριθμες με αυτήν αυξητικές συμβάσεις του ορίου της πίστωσης, η εφεσίβλητη τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στο Γ. Τ. πίστωση με ανοικτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 650.000 ευρώ, με τους αναφερόμενους σ' αυτήν όρους. Για την πιστή τήρηση των όρων της συμβάσεως και την πλήρη εξόφληση του υπολοίπου μετά το κλείσιμο του λογαριασμού, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, εγγυήθηκε εγγράφως ο ανακόπτων-εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), με σχετικές δηλώσεις του ενσωματωμένες στις υπ' αριθμ. ..., .... και ... αυξητικές συμβάσεις του ορίου της πίστωσης, ενεχόμενος έναντι της καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητης, αλληλεγγύως και σε ολόκληρο με τον πιστούχο και ως αυτοφειλέτης μέχρι του ποσού των 550.000 ευρώ, παραιτούμενος από τις ενστάσεις των άρθρων 853, 855 και 862 επ. ΑΚ. Μετά την τελευταία ως άνω αυξητική σύμβαση του πιστωτικού ορίου, στην οποία συμβλήθηκε ο εκκαλών, ο πιστούχος Γ. Τ. υπέγραψε με την εφεσίβλητη και την υπ' αριθμ. ... σύμβαση αυξήσεως του ορίου της πίστωσης, στην οποία, λόγω αρνήσεως του εκκαλούντος να συμβληθεί αυξάνοντας το όριο της εγγυητικής του ευθύνης, συνυπέγραψαν ως εγγυητές η σύζυγος του πιστούχου Μ. Τ. και τα τέκνα του Ε. Τ. και Α. Τ.. Το καλοκαίρι του 2008 ο εκκαλών ζήτησε από τον πιστούχο Γ. Τ., που ήταν κουμπάρος του, να ενεργήσει προκειμένου να απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη εκ της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως και των αυξητικών του πιστωτικού της ορίου συμβάσεων. Πράγματι, ο πιστούχος μετέφερε το αίτημα του εκκαλούντος στους αρμόδιους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της εφεσίβλητης στην Κοζάνη, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι θα μπορούσε να απαλλαγεί ο εκκαλών από την εγγυητική του ευθύνη υπό την προϋπόθεση όμως ευρέσεως ενός νέου εγγυητή, προκειμένου να συνεχισθεί η εξασφάλιση της χορηγηθείσας στο Γ. Τ. πιστώσεως. Σχετικώς δε ο τελευταίος ενημέρωσε τον εκκαλούντα. Ακολούθως, ο πιστούχος πρότεινε στην εφεσίβλητη ως νέο εγγυητή του το γνωστό του Ν. Φ.. Τα αρμόδια δε όργανα του ως άνω υποκαταστήματος της εφεσίβλητης υπέβαλαν προς έγκριση στο χρηματοδοτικό κέντρο αυτής στη Θεσσαλονίκη το από 17.6.2008 αίτημα της αντικατάστασης του εκκαλούντος από τον ως άνω Ν. Φ., συνοδευόμενο από θετική εισήγηση ενόψει των οικονομικών στοιχείων του τελευταίου. Με το από 16.7.2008 έγγραφο, που παραλήφθηκε από το υποκατάστημα της εφεσίβλητης στην Κοζάνη την 18.7.2008, το ως άνω χρηματοδοτικό κέντρο της Τράπεζας κοινοποίησε την απόφασή του, που περιλάμβανε διάφορους όρους για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του Γ. Τ. Σε σχέση δε με το ανωτέρω αίτημα αντικατάστασης του εγγυητή, αυτό έγινε δεκτό και εγκρίθηκε η απαλλαγή του ανακόπτοντος- εκκαλούντος, υπό τον όρο της ταυτόχρονης λήψης της προσωπικής εγγύησης του Ν. Φ. και της έγγραφης σχετικής συναίνεσης όλων των ενεχομένων. Ακολούθησαν επανειλημμένες τηλεφωνικές οχλήσεις των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω υποκαταστήματος της εφεσίβλητης προς τους εμπλεκόμενους, δηλαδή το Γ. Τ., τον εκκαλούντα και το Ν. Φ. για τη διευθέτηση του ζητήματος αυτού με την ταυτόχρονη συνυπογραφή των απαιτούμενων εγγράφων για την αντικατάσταση του εγγυητή, τα οποία είχαν ήδη συνταχθεί από τον προϊστάμενο του τμήματος χορηγήσεων του υποκαταστήματος Ιωάννη Ζωζά και ήταν έτοιμα προς υπογραφή. Όμως, ο Ν. Φ., ο οποίος, σημειωτέον, στις τηλεφωνικές οχλήσεις δεν είχε αρνητική στάση στην προοπτική ανάληψης εγγυητικής ευθύνης κατά τα ανωτέρω, επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες, δεν προσερχόταν στο υποκατάστημα, με συνέπεια η όλη διαδικασία να παραμένει σε εκκρεμότητα. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2008, ο υπάλληλος του τμήματος χορηγήσεων του ως άνω υποκαταστήματος της εφεσίβλητης Ι. Μ., ο οποίος κατάγεται από την ίδια περιοχή με τον πιστούχο, τον εκκαλούντα και το Ν. Φ. και τους γνωρίζει από πολλών ετών, μετέβη αυτοβούλως και χωρίς καμία ενημέρωση των προϊσταμένων του και νομίμων εκπροσώπων της εφεσίβλητης, ήτοι του διευθυντή και υποδιευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος, Ε. Κ. και Κ. Κ. αντίστοιχα, στην περιοχή Σερβίων ..., όπου διέμεναν οι ανωτέρω. Εκεί επισκέφθηκε τον εκκαλούντα, στον οποίο παρουσίασε ως επικείμενη και βέβαιη την απαλλαγή του από την εγγυητική του ευθύνη. Εγχείρισε δε σ' αυτόν το από 12.9.2008 ανυπόγραφο σχέδιο της πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης, που είχε ήδη συνταγεί κατά τα ανωτέρω. Στο σχέδιο αυτό αναφέρονταν ως συμβαλλόμενοι ο εκκαλών, η εφεσίβλητη, ο Γ. Τ., ο Ε. Τ. και ο Α. Τ.. Βάσει δε της ως άνω πράξης απαλλασσόταν ο εκκαλών από την εγγυητική του ευθύνη. Στην ως άνω ενέργεια προέβη ο Ι. Μ. προδήλως για να εξυπηρετήσει τον πιστούχο Γ. Τ., στον οποίο ο εκκαλών ασκούσε ασφυκτικές πιέσεις, για να ενεργήσει, ώστε να απαλλάξει από την εγγυητική του ευθύνη. Σημειώνεται ότι για το περιστατικό αυτό δεν ενημέρωσε τον προϊστάμενό του, διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος Ε. Κ.. Στη συνέχεια, ο Ν. Φ. εξέφρασε ευθέως την άρνησή του να υπογράψει ως εγγυητής στην ως άνω σύμβαση. Γι' αυτό ο πιστούχος Γ. Τ. έσπευσε να αναζητήσει νέο πρόσωπο για να υπογράψει ως εγγυητής και συγκεκριμένα τον εξάδελφό του Ι. Τ.. Για τον τελευταίο υποβλήθηκε εκ νέου αίτηση με θετική εισήγηση των αρμοδίων υπαλλήλων του υποκαταστήματος ... της εφεσίβλητης προς το χρηματοδοτικό κέντρο της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να υπογράψει ως εγγυητής σε αντικατάσταση του εκκαλούντος. Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό, περί τα τέλη του 2008 με αρχές του 2009, με τους ίδιους όρους, όπως και την προηγούμενη φορά, πλην όμως και ο ανωτέρω Ι. Τ. αρνήθηκε εν τέλει να υπογράψει ως εγγυητής. Στις 17.3.2009 η επιχείρηση με την επωνυμία "...", στην οποία ο εκκαλών ήταν ομόρρυθμο μέλος και συνδιαχειριστής, υπέβαλε προς το υποκατάστημα ... της εφεσίβλητης αίτηση για την υπαγωγή της στη χρηματοδότηση του Ταμείου Ενίσχυσης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (Τ.Ε.Μ.Π.Μ.Ε.). Το αίτημα της εν λόγω εταιρείας εγκρίθηκε από το Κέντρο Πιστοδοτήσεων της εφεσίβλητης για το ποσό των 100.000 ευρώ με την από 17.6.2009 απόφαση και υπό τους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν. Όμως, για τη λήψη του δανείου αυτού διαπιστώθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα εξαιτίας του γεγονότος ότι ο εκκαλών υποχρεούνταν ως εγγυητής στην προαναφερόμενη σύμβαση του Γ. Τ. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στο συνδιαχειριστή της εταιρείας "..." Θ. Π., δεν ήταν δυνατή η χορήγηση του δανείου, εάν προηγουμένως δεν γινόταν η τακτοποίηση της οφειλής του Γ. Τ. Κατόπιν της εμπλοκής αυτής, στις αρχές Ιουλίου του 2009 προσήλθε στο ως άνω υποκατάστημα της εφεσίβλητης και ο εκκαλών που ισχυρίστηκε ότι είχε υπάρξει απαλλαγή από την εγγυητική του ευθύνη, επικαλούμενος το προσκομιζόμενο από αυτόν ως άνω σχέδιο της πράξης απαλλαγής εγγύησης, που του είχε παραδώσει ο Ι. Μ., στο οποίο εκ των υστέρων είχαν τεθεί η υπογραφή του και η υπογραφή του Γ. Τ.. Τότε ο διευθυντής του υποκαταστήματος Ε. Κ.ς του εξήγησε ότι δεν είχε υπάρξει απαλλαγή από την εγγυητική του ευθύνη, εφόσον δεν είχε συμβληθεί κάποιο νέο πρόσωπο ως εγγυητής στη σύμβαση του Γ. Τ., επιπλέον δε, στο ως άνω σχέδιο, που του είχε παραδώσει αυτοβούλως ο Ι. Μ., δεν είχαν τεθεί οι υπογραφές των αρμοδίων προσώπων για να δεσμεύουν την εφεσίβλητη, δηλαδή η δική του και αυτή του υποδιευθυντή. Σημειώνεται ότι, πέραν των αναφερόμενων στο από 16.7.2008 έγγραφο του Κέντρου Πιστοδοτήσεων της εφεσίβλητης, και κατά την κοινή πείρα δεν θα ήταν εύλογο να προβεί η εφεσίβλητη στην απαλλαγή του εκκαλούντος από την εγγυητική του ευθύνη χωρίς τη δέσμευση ενός νέου εγγυητή ή την καταβολή από τον εκκαλούντα ενός σημαντικού ποσού. Εν τέλει ο εκκαλών αποδέχθηκε ότι η εγγυητική του ευθύνη παρέμενε αναλλοίωτη και, επειδή υπήρχε δίμηνη προθεσμία για τη λήψη του δανείου, συμφωνήθηκε να εκταμιευθεί το ποσό του δανείου και να μεταφερθεί σε ένα δεσμευμένο λογαριασμό της εταιρείας, πράγμα που συνέβη στις 24.7.2009, προκειμένου να δοθεί ένα χρονικό περιθώριο στον εκκαλούντα και στο Γ. Τ. προς διευθέτηση του ζητήματος, ώστε να μην ματαιωθεί η λήψη του δανείου. Σημειώνεται δε ότι ο Ε. Κ.ς πρότεινε στον εκκαλούντα να διατεθεί το προϊόν του ως άνω δανείου για τη μερική αποπληρωμή της οφειλής του Γ. Τ., έτσι ώστε να δρομολογηθεί η απαλλαγή του εκκαλούντος από την εγγυητική του ευθύνη, όμως ο τελευταίος δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή, επικαλούμενος την ύπαρξη συνεταίρου του, δηλαδή του Θ. Π.. Επακολούθησαν περαιτέρω προσπάθειες των εκπροσώπων της εφεσίβλητης για την εξεύρεση τρόπου, προκειμένου να απαλλαγεί ο εκκαλών από την εγγυητική του ευθύνη. Συγκεκριμένα, ο Ε. Κ.ς δύο φορές συναντήθηκαν από κοινού με τον εκκαλούντα και το Γ. Τ., προτείνοντας την καταβολή κάποιου χρηματικού ποσού από τον εκκαλούντα προς μερική εξόφληση της οφειλής του Γ. Τ., έτσι ώστε να υπάρξει απαλλαγή του εκκαλούντος από την εγγυητική του ευθύνη, όμως δεν υπήρξε κάποιο αποτέλεσμα. Βεβαίως, και κατά τις συναντήσεις αυτές ο εκκαλών ουδόλως αμφισβήτησε την εγγυητική του ευθύνη. Εξ άλλου, ο Ε. Κ.ς, το Σεπτέμβριο του 2009 εισηγήθηκε εκ νέου θετικά στο αίτημα του υποψήφιου εγγυητή Ν. Φ. να δανειοδοτηθεί, προκειμένου να εξαγοράσει την επιχείρηση του Γ. Τ., να εξοφλήσει την οφειλή του τελευταίου προς την εφεσίβλητη και να ευθύνεται πλέον ο Ν. Φ. για δικό του χρέος απέναντί της, πλην όμως και αυτή η προσπάθεια δεν ευδοκίμησε. Κατόπιν των ανωτέρω, η ως άνω εταιρεία του εκκαλούντος "..." συμφώνησε στη μεταφορά του προϊόντος του ως άνω δανείου μαζί με τους σχετικούς τόκους από το δεσμευμένο λογαριασμό, όπου βρισκόταν, στην εφεσίβλητη, πράγμα που συνέβη στις 5.1.2010. Ακολούθως, στις 29.3.2010, η εφεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό του Γ. Τ. και στο κλείσιμο του σχετικού αλληλόχρεου λογαριασμού με χρεωστικό υπόλοιπο 331.820,95 ευρώ, για την πληρωμή του οποίου εκδόθηκε η επίδικη υπ' αριθμ. 445/2010 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ο εκκαλών, κατά τα άρθρα 450 επ. ΚΠολΔ, ζήτησε την επίδειξη εγγράφων εκ μέρους της εφεσίβλητης και συγκεκριμένα α) του δεύτερου πρωτότυπου εγγράφου της πρόσθετης πράξης της 12.9.2008, το οποίο φέρει τις υπογραφές του ιδίου (εκκαλούντος) και των νόμιμων εκπροσώπων της εφεσίβλητης και β) της από 17.9.2008 εγκρίσεως αποδοχής της εγγυήσεως του Ν. Φ.. Το ανωτέρω αίτημα ως προς το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέο, διότι ο εκκαλών δεν απέδειξε ότι η εφεσίβλητη έχει στην κατοχή της το αιτούμενο έγγραφο, που να φέρει οποιαδήποτε υπογραφή..., καθόσον όπως προεκτέθηκε, στον εκκαλούντα παραδόθηκε μόνο ένα ανυπόγραφο σχέδιο του ως άνω εγγράφου. Ακολούθως, σημειώνεται ότι η εφεσίβλητη προσκόμισε με επίκληση την από 12.9.2008 πρόσθετη πράξη απαλλαγής εγγύησης του εκκαλούντος με φερόμενους ως συμβαλλόμενους τους Γ. Τ., Ε. Τ., Α. Τ., Ν. Φ. και Γ. Π., που δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον τέθηκαν οι υπογραφές των δύο εγγυητών Ε. Τ. και Α. Τ., όπως προκύπτει από τη σύγκρισή τους με υπογραφές που έχουν θέσει ως εγγυητές στις αυξητικές συμβάσεις. Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, η εφεσίβλητη προσκόμισε με επίκληση την από 16.7.2008 (όχι 17.9.2008, όπως ο εκκαλών αναφέρει) απόφαση του Κέντρου Πιστοδοτήσεων της εφεσίβλητης για τους όρους χρηματοδότησης του Γ. Τ., στην οποία περιέχεται και η έγκριση απαλλαγής του εκκαλούντος από την εγγυητική του ευθύνη, υπό τον όρο της ταυτόχρονης λήψης της προσωπικής εγγύησης του Ν. Φ. και της έγγραφης συναίνεσης όλων των ενεχομένων. Περαιτέρω, ο εκκαλών με την προσθήκη των προτάσεών του προσβάλλει την ως άνω από 12.9.2008 πρόσθετη πράξη απαλλαγής εγγύησης, που προσκόμισε η εφεσίβλητη, ως πλαστή. Όμως, θέμα πλαστότητας δεν τίθεται και απλώς πρόκειται για ένα πρόσθετο σχέδιο απαλλαγής από την εγγυητική ευθύνη του εκκαλούντος, στο οποίο, σε σχέση με το προσκομισθέν από τον εκκαλούντα, φέρεται συμβαλλόμενος και ο Ν. Φ., επιπλέον δε αναφέρονται σ' αυτό και οι επιμέρους συμβάσεις αυξήσεως της πιστώσεως. Ενόψει των ανωτέρω ο εκκαλών δεν έχει απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει, με εν μέρει αντικατάσταση των αιτιολογιών της, τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσείων είχε ισχυρισθεί ότι η κατά τα ανωτέρω εγγυητική ευθύνη του έναντι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας έχει αποσβεσθεί με μεταγενέστερη συμφωνία του με την τελευταία περί απαλλαγής του από την εγγυητική του ευθύνη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 847, 848, 849, 851 και 361 ΑΚ, που εφαρμόσθηκαν εν προκειμένω, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Και τούτο, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία και θεμελιώνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα περί διατήρησης της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσείοντος εγγυητή έναντι της αναιρεσίβλητης πιστώτριας και μη απαλλαγής του με μεταγενέστερη συμφωνία του με αυτή, με τις υποστηρίζουσες την ως άνω κρίση του παραδοχές α) ότι η έγκριση, εκ μέρους των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, της απαλλαγής του αναιρεσείοντος από τη δοθείσα προσωπική εγγύηση τελούσε υπό την προϋπόθεση της ταυτόχρονης λήψης της προσωπικής εγγύησης τρίτου προσώπου, η οποία (προϋπόθεση) όμως δεν πληρώθηκε, καθόσον οι προταθέντες προς τούτο Ν. Φ. και Ι. Τ. αρνήθηκαν, τελικά, να συναινέσουν στην προσωπική τους εγγύηση και να αντικαταστήσουν τον αναιρεσείοντα, στη θέση του εγγυητή, στην πιο πάνω σύμβαση πίστωσης, β) ότι το από 12.9.2008 έγγραφο, που παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα αυτοβούλως από τον υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Γ. Μ., αποτελούσε σχέδιο της πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης, το οποίο δεν είχαν υπογράψει οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με αποτέλεσμα να μην επέλθει απαλλαγή του αναιρεσείοντος από την εγγυητική του ευθύνη στην εν λόγω σύμβαση ώστε να αποσβεστεί η δοθείσα προσωπική του εγγύηση και γ) ότι και σε χρόνο μεταγενέστερο της παράδοσης του ως άνω σχεδίου, ο αναιρεσείων αποδέχθηκε ότι παρέμενε η εγγυητική του ευθύνη, την οποία δεν αμφισβήτησε και σε συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, στο πλαίσιο εξεύρεσης λύσης με σκοπό την απαλλαγή του από αυτή. Πέραν των ανωτέρω δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για τη θεμελίωση του αποδεικτικού αυτού πορίσματος, ενώ δεν καθιστά ανεπαρκείς και αντιφατικές τις άνω παραδοχές το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του παραδοχές: 1) περί του αν λήφθηκαν ή όχι πειθαρχικά μέτρα κατά του υπαλλήλου Ι. Μ., ο οποίος φέρεται ως ενεργήσας άνευ εντολής και άνευ μεταγενέστερης ενημέρωσης των προϊσταμένων του, ενώ μία τέτοια ενέργεια, αληθώς υποτιθέμενη, συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, 2) για το ποιος είναι ο συντάκτης της παραδοθείσας στον ίδιο από 12.9.2008 "πρόσθετης πράξης", ώστε να κριθεί αν όντως ενήργησε ή όχι αυτοβούλως ο Ι. Μ., 3) για το αν είναι σύνηθες ή όχι, υπάλληλος να μεταβαίνει εκτός έδρας και να παραδίδει έγγραφα, έχοντα έννομες συνέπειες, χωρίς εντολή των προϊσταμένων του και χωρίς να λαμβάνονται πειθαρχικά μέτρα κατ' αυτού, ενώ η αντίδικός του έχει συνομολογήσει ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο κατά του εν λόγω υπαλλήλου, γεγονός που θα πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά ομολογία ότι ο Ι. Μ. ενήργησε κατ' εντολή των προϊσταμένων του και όχι αυτοβούλως, 4) για τον τρόπο που περιήλθε στην αντίδικό του το δεύτερο πρωτότυπο της από 12.9.2008 "πρόσθετης πράξης", αφού αυτή ισχυρίζεται ότι ο Ι. Μ. ενήργησε αυτοβούλως και χωρίς ενημέρωση των προϊσταμένων του και, επομένως, δεν εξηγεί πώς περιήλθε σ' αυτήν το αντίγραφο - δεύτερο πρωτότυπο της "πράξης απαλλαγής", που η ίδια αποδεδειγμένα κατέχει, ενώ προσκόμισε στο Εφετείο άλλο - πλαστό έγγραφο και 5) για τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στην από 12.9.2008 "πράξη απαλλαγής", που του παραδόθηκε, και στην, με ίδια ημερομηνία, "πράξη απαλλαγής" που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, με τις αναφερόμενες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών εγγράφων (ως προς το περιεχόμενο αυτών, τις τεθείσες επ' αυτών υπογραφές και τα ονόματα των συμβαλλομένων). Και τούτο, διότι οι επικαλούμενες ως άνω πλημμέλειες αποτελούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος συναπτόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ήταν αναγκαίες για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για το άνω κρίσιμο ζήτημα. Κατόπιν τούτων, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Προκειμένου δε για δικαστική ομολογία, η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυριστεί ότι επικαλέστηκε κατά νόμιμο τρόπο τη δικαστική ομολογία στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος και να το αποδεικνύει από το περιεχόμενο των προτάσεών του, τις οποίες πρέπει να προσκομίσει (ΑΠ 894/2008, 661/2009, 675/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι την επικαλούμενη με το αναιρετήριο από τον αριθμό 8), με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και συγκεκριμένα της ανακοπής του, των πρωτόδικων προτάσεων της αντιδίκου του, της εφέσεώς του, καθώς και των προτάσεων τόσο του ίδιου όσο και της αντιδίκου του ενώπιον του Εφετείου, δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής του δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι αυτή έχει στα χέρια της το δεύτερο πρωτότυπο της από 12.9.2008 "πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης", το οποίο φέρει τις υπογραφές του ιδίου (αναιρεσείοντος) και των νόμιμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και το οποίο περιέχει και αποδεικνύει πλήρως την επελθούσα απαλλαγή του από την εγγυητική του ευθύνη. Ωστόσο, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου των από 4.12.2013 προσκομιζόμενων από την αναιρεσίβλητη προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, ουδόλως προκύπτει ότι η τελευταία ομολόγησε τα όσα ανωτέρω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων σχετικά με τις φερόμενες στην "πρόσθετη πράξη απαλλαγής εγγύησης" υπογραφές των νόμιμων εκπροσώπων της, αλλά, αντιθέτως, το μόνο που αναφέρεται, σε σχέση με την ανωτέρω πρόσθετη πράξη, είναι ότι η ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της, μεταξύ των άλλων εγγράφων, "ανυπόγραφο αντίγραφο της από 12.09.08 πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης, σαν αυτό που έχει στα χέρια του ο αντίδικος". Άλλωστε, και ο ίδιος ο αναιρεσείων αναφέρει στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης επί λέξει ότι "Η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν αμφισβήτησε ποτέ ότι κατέχει το δεύτερο πρωτότυπο έγγραφο, το οποίο προοριζόταν για μένα, ισχυρίστηκε, όμως, πρωτοδίκως ότι το έγγραφο αυτό, το οποίο αυτή κατέχει, δεν φέρει την υπογραφή των νόμιμων εκπροσώπων της. Αυτό ήταν και το μόνο αμφισβητούμενο από την αντίδικο σημείο". Επομένως, ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 867 ΑΚ, εκείνος που εγγυήθηκε για αόριστο χρόνο μπορεί, όταν γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή, να αξιώσει από το δανειστή να επιδιώξει αυτός δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα και να συνεχίσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 868 ΑΚ, αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου απαιτείται καταγγελία του δανειστή για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, ο εγγυητής μπορεί, αφού περάσει ένα έτος αφότου εγγυήθηκε, να αξιώσει από το δανειστή να καταγγείλει και να επιδιώξει δικαστικώς την απαίτησή του μέσα σε ένα μήνα, συνεχίζοντας χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τη διαδικασία. Αν ο δανειστής δεν συμμορφωθεί προς την αξίωση του εγγυητή, ο εγγυητής ελευθερώνεται. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η ελευθέρωση, σύμφωνα με αυτές, του εγγυηθέντος για αόριστο χρόνο εγγυητή, προϋποθέτει η κύρια οφειλή να είναι απαιτητή, είτε επειδή αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη είτε επειδή έλαβε χώρα καταγγελία της κύριας σύμβασης, όπου αυτή προβλέπεται για να καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή (όπως λ.χ. στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό), και στη συνέχεια να αξιώσει ο εγγυητής από το δανειστή της απαίτησης να προβεί στις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειες, χωρίς ο τελευταίος να συμμορφωθεί στην αξίωση αυτή. Είναι, βέβαια, δυνατό, ενόψει ότι οι ανωτέρω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, να παραιτηθεί ο εγγυητής, με τη σύμβαση εγγύησης, των δικαιωμάτων που του παρέχονται με τις διατάξεις αυτές. Στην περίπτωση του άρθρου 862 ΑΚ, όπου προϋπόθεση εφαρμογής είναι η υπαίτια ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή από τον οφειλέτη, μπορεί ο εγγυητής, λόγω του ενδοτικού δικαίου της διάταξης αυτής, με αντίθετη εκ των προτέρων συμφωνία, να παραιτηθεί από την ελευθέρωσή του, αλλά μόνο για την περίπτωση που η ικανοποίηση του δανειστή ήθελε καταστεί αδύνατη από ελαφρά αμέλειά του, διότι σε περίπτωση δόλου ή βαριάς αμέλειάς του η σχετική συμφωνία θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 332 παρ. 1 ΑΚ και θα ήταν άκυρη (ΟλΑΠ 6/2000, ΑΠ 1296/2017). Όμως, στην περίπτωση ελευθερώσεως του εγγυητή κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 και 868 ΑΚ, δεν τίθεται, κατ' αρχάς, το πταίσμα του δανειστή ως προϋπόθεση του πραγματικού των εν λόγω διατάξεων, όπως απαιτείται για την πλήρωση του πραγματικού της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 862 ΑΚ, αφού της ως άνω επιβαλλόμενης, από το εδ. α' του άρθρου 867 ΑΚ, νόμιμης υποχρέωσης του δανειστή, προηγείται η πρόσκληση του εγγυητή προς αυτόν να ενεργήσει κατά τους ορισμούς του ανωτέρω άρθρου, συμμορφούμενος προς τη σχετική αξίωσή του. Επομένως, η εκ των προτέρων, με τη σύμβαση εγγύησης, παραίτηση του εγγυητή από τα παρεχόμενα από τις ως άνω διατάξεις δικαιώματα, είναι έγκυρη, επιτρεπόμενη απεριορίστως. Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 867 και 868 ΑΚ γιατί, εφόσον με τον τρίτο λόγο της ανακοπής του επικαλέστηκε δόλια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, συνεπεία της οποίας στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει τα εκ των άρθρων 867 και 868 ΑΚ παρεχόμενα δικαιώματα, δεν ισχύουν οι διατάξεις περί της εκ των προτέρων παραίτησης του εγγυητή από τα δικαιώματα αυτά. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ανακοπής του, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αυτής, τον οποίο προέβαλε όλως επικουρικά και επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: "Αν δεν είχε μεσολαβήσει η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των εντεταλμένων οργάνων της αντιδίκου με την παράδοση σ' εμένα της ως άνω από 12.9.2008 "πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης" και αν δεν με διαβεβαίωναν ότι έχω απαλλαγεί της εγγύησης, τότε εγώ, όπως είχα δικαίωμα από το νόμο, ως εγγυηθείς για αόριστο χρόνο υπέρ του Γ. Τ. και όπως ρητά εδήλωσα προς τον Γ. Τ., θα ζητούσα από την καθ' ης Εθνική Τράπεζα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 867 ΑΚ, να επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή της από τον πρωτοφειλέτη εντός μηνός και να συνεχίσει αμελλητί τη διαδικασία. Ο Γ. Τ. και η καθ' ης η παρούσα πληροφορηθέντες την πρόθεσή μου να στραφώ δικαστικά εναντίον τους, αν δεν απαλλασσόμουν από την παρασχεθείσα εγγύηση, μου χορήγησαν τη σχετική πράξη απαλλαγής από την εγγύηση και με τον τρόπο αυτό δολίως με απέτρεψαν από την άσκηση των δικαιωμάτων μου και την απαλλαγή μου από την εγγύηση. Η δόλια συμπεριφορά των Γ. Τ. και των εκπροσώπων της καθ'ης (Διευθυντή του Καταστήματος Ε. Κ. και του Ι. Μ.), είναι αυταπόδεικτη για τους ανωτέρω αναλυτικά αναφερομένους λόγους. Η συμπαιγνία αυτή με οδήγησε στη μη άσκηση των εκ του άρθρου 867 Α.Κ. δικαιωμάτων μου. Υπήρξε πρόθεση να μην ενοχληθεί ο Γ. Τ. και να μην ασκηθούν κατ' αυτού τα δικαιώματα της καθ' ης, αυτό δε αποδεικνύεται περίτρανα από το γεγονός ότι μου χορηγήθηκε η ως άνω "ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΡΑΞΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ" μου, την οποία και μου προσεκόμισε στο κατάστημά μου στα Σέρβια ο Ι. Μ., γεγονός πρωτοφανές...
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, επήλθε απελευθέρωσή μου από την εγγύησή μου υπέρ του Γ. Τ. και μη νομίμως εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής". Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι μη νόμιμος, διότι δεν έγινε επίκληση με αυτόν ότι, κατά το χρόνο της παράδοσης στον αναιρεσείοντα της ως άνω από 12.9.2008 "πρόσθετης πράξης απαλλαγής εγγύησης", στην οποία συνίσταται η επικαλούμενη δόλια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι το χρόνο που αυτός πληροφορήθηκε από τους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης τη μη υπογραφή από εκείνους του πιο πάνω εγγράφου, είχε καταστεί απαιτητή η κύρια οφειλή, ώστε ο αναιρεσείων να είχε κατά το χρόνο αυτό τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του από το (μόνο επικαλούμενο με το λόγο ανακοπής) άρθρο 867 ΑΚ, αλλά παρεμποδίστηκε εξ αιτίας της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, το απαιτητό της κύριας οφειλής αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του εγγυητή και την εντεύθεν ελευθέρωσή του. Επομένως, ο τρίτος λόγος της ανακοπής ήταν απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον παραπάνω λόγο ανακοπής, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως κατ' ουσίαν και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης, ως ουσιαστικά αβάσιμο και όχι ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων, ως εγγυητής, είχε παραιτηθεί, δια των ως άνω συμβάσεων παροχής εγγύησης, του δικαιώματος επίκλησης της ελευθερώσεώς του, βάσει του άρθρου 867 ΑΚ, που αποτελεί κανόνα ενδοτικού δικαίου, σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό κατέληξε και πρέπει, επομένως, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης ως αβάσιμος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση, το δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα έχει την ίδια έκταση, αφού και υπό τις δύο εκδοχές αποκλειόταν εξ ίσου η άσκηση του επικαλούμενου δικαιώματος και, συνακόλουθα, η ευδοκίμηση του παραπάνω λόγου ανακοπής. Τέλος, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, και έκανε δεκτή την ένσταση περί παραιτήσεώς του από το δικαίωμα ελευθερώσεώς του κατά το άρθρο 867 ΑΚ, χωρίς να προταθεί από την ήδη αναιρεσίβλητη, και απέρριψε, ακολούθως, το δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο είχε επαναφέρει τον απορριφθέντα τρίτο λόγο της ανακοπής του. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, αφού ουσιαστικά υποκαταστάθηκε η μη ορθή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα προαναφερθέντα, είναι, μετά ταύτα, απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των προτάσεων και των δύο βαθμών, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η αναιρεσίβλητη, η τελευταία είχε προτείνει παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από τα πιο πάνω δικαιώματά του και νομίμως επανέφερε αυτόν με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητη, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.9.2014 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 32/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ