Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
53/2021 AI generated

53/2021 · 53/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 53/2021
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 53 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη ΚρυσταλλίδοÏ...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 53 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη ΚρυσταλλίδοÏ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 53/2021

Απόφαση 53 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Τζανετόπουλο και Δημήτριο Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .

Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Η., κατοίκου ... Λακωνίας. Παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 03-07-2015 αγωγή της Ε. Μ. του Η., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 1-3-2019 και 11-7-2019 αιτήσεις τους και η αναιρεσείουσα της από 01-03-2019 αίτησης και με τους από 12-10-2020 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος Δικαστηρίου (23-11-2020) συζητήθηκαν (α) η από 01-03-2019 αίτηση, με τους από 12-10-2020 πρόσθετους αυτής λόγους, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" εναντίον της Ε. Μ. και β) η από 11-07-2019 αίτηση της εν λόγω αναιρεσίβλητης κατά της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, και οι δύο για αναίρεση της υπ' αριθ. 356/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

(Α) ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 01-03-2019 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 12-10-2020 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ:

[I] Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: «Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως». Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: «Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες - ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα• ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου " που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/12, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους, εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτρα. Αιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών. Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου. Συνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, οπότε ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα, πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής. Ωστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1-1- 2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ (ΟλΑΠ 4/2019).Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση, κατά την οποία στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ και, ειδικότερα, ορίζει ότι οι δόσεις αποπληρωμής του δανείου θα υπολογίζονται σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνται κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προκύπτει από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου από την τράπεζα κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης. Και τούτο, διότι και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή του συμβατικού αποκλεισμού της ευχέρειας του οφειλέτη να καταβάλει τη δόση του δανείου σε ελβετικά φράγκα, η επιβαλλόμενη με το σχετικό όρο υποχρέωση αυτού να εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς την τράπεζα από το δάνειο αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ως άνω νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη μία από τις προβλεπόμενες από αυτό δυνατότητες, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, δεδομένου ότι οι όροι των συναλλαγών υπόκεινται σε έλεγχο μόνον όταν και στο μέτρο που αποκλίνουν από το ισχύον δίκαιο. Η επιβαλλόμενη δε ως άνω υποχρέωση, να εκπληρώσει ο οφειλέτης την υποχρέωσή του σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής, είναι σύμφωνη και όχι αντίθετη με τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων και καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ εφαρμόζεται για κάθε χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή και, συνεπώς, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της επί συμβάσεων δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνήφθησαν μεταξύ καταναλωτών και τραπεζών, στις οποίες ισχύουν και νομοθετικές/κανονιστικές διατάξεις, που επιβάλλουν στις τράπεζες υποχρέωση ενημέρωσης του καταναλωτή. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ότι το άρθρο 291 ΑΚ αφορά άλλο τύπο συμβάσεων σε σχέση με τις συμβάσεις τραπεζικών στεγαστικών δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνεται ο προαναφερόμενος όρος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

[II] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Στις 19-09-2008 η εκκαλούσα και ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) συνήψε με την εναγόμενη και εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία (αναιρεσείουσα), διά των υπαλλήλων της τελευταίας [...] τις ακόλουθες συμβάσεις: α) τη με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία συνομολογήθηκε τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 149.000 ελβετικών φράγκων, διάρκειας δέκα (10) ετών, άλλως εκατόν είκοσι (120) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, προκειμένου η εκκαλούσα και ενάγουσα να εξοφλήσει δάνειο άλλης τράπεζας που είχε λάβει σε ευρώ για να αγοράσει ακίνητό της, ευρισκόμενο στην … [...] και β) τη με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία συνομολογήθηκε τοκοχρεωλυτικό δάνειο, ύψους 116.000 ελβετικών φράγκων, διάρκειας, ομοίως, δέκα (10) ετών, άλλως εκατόν είκοσι (120) μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, προκειμένου η εκκαλούσα και ενάγουσα να προβεί σε βελτίωση/επισκευή του ανωτέρω ακινήτου. Στις 30-10-2008 έγινε εφάπαξ εκταμίευση του προϊόντος αμφοτέρων των δανείων στην εκκαλούσα και ενάγουσα, κατόπιν της μετατροπής του ποσού εκάστου δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή αγοράς από την εφεσίβλητη και εναγόμενη του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία αυτή (όρος 4.1 συμβάσεων), έγινε δηλαδή εφάπαξ εκταμίευση του ποσού των 99.698,90 ευρώ που ήταν το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 149.000 ελβετικών φράγκων για το πρώτο δάνειο και του ποσού των 77.617,93 ευρώ που ήταν το ισότιμο σε ευρώ ποσό των 116.000 ελβετικών φράγκων για το δεύτερο δάνειο, με πίστωση του με αριθμού ... λογαριασμού για το ποσό του πρώτου δανείου και του με αριθμό ... λογαριασμού για το ποσό του δεύτερου δανείου, που τηρούνταν στην εφεσίβλητη και εναγόμενη τράπεζα, με τους οποίους συνδέθηκε, αντίστοιχα, καθένα εκ των δανείων. Σύμφωνα με τους όρους αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων ορίστηκε, ότι οι δόσεις αποπληρωμής των δανείων θα υπολογίζονταν σε ελβετικά φράγκα με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και θα εξοφλούνταν με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων της εκκαλούσας και ενάγουσας κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προέκυπτε από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την εφεσίβλητη και εναγόμενη τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, καθώς και ότι οι δόσεις αποπληρωμής θα άρχισαν να καταβάλλονται ένα μήνα μετά την πρώτη εκταμίευση και στη συνέχεια την ίδια ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα (όρος 14.2 συμβάσεων). Ορίστηκε, επίσης, ότι η εκκαλούσα και ενάγουσα δήλωσε, ότι κατανόησε πλήρως και ανέλαβε το συναλλαγματικό κίνδυνο που συνεπάγεται η λήψη δανείου σε συνάλλαγμα, ήτοι τυχόν αυξημένη επιβάρυνσή της σε ευρώ για την αποπληρωμή των δανείων (δόσεις, έξοδα, κεφάλαιο) λόγω ενδεχόμενης δυσμενούς για αυτήν μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου σε σχέση με το ευρώ (όρος 14.4 συμβάσεων). Εξάλλου, ορίστηκε στις συμβάσεις, ότι για το λόγο αυτό και για τον περιορισμό των επιπτώσεων από τυχόν σημαντικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου, σε σχέση με το ευρώ και μόνο για τα έτη εκτοκισμού του δανείου με σταθερό επιτόκιο, η τιμή πώλησης από την εφεσίβλητη και εναγόμενη τράπεζα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής από την εκκαλούσα και ενάγουσα των οφειλόμενων τοκοχρεολυσίων δεν μπορούσε να διακυμανθεί (μειωθεί ή αυξηθεί) πλέον των πέντε εκατοστιαίων μονάδων (5%) επί της ισχύουσας τιμής αγοράς από την εφεσίβλητη και εναγόμενη του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία εκταμίευσης των δανείων (όρος 14.5 συμβάσεων). Περαιτέρω, ορίστηκε, ότι για τον υπολογισμό των δόσεων αποπληρωμής των δανείων θα εφαρμόζεται, για καθεμία εκ των συμβάσεων, για το πρώτο έτος αποπληρωμής των δανείων, σταθερό επιτόκιο, ύψους 2,82% ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/75, στη συνέχεια για τα επόμενα τρία έτη, σταθερό επιτόκιο, ύψους 4,02% ετησίως, συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς του Ν. 128/75, ενώ για την υπολειπόμενη διάρκεια ως τη λήξη του συμβατικού χρόνου αποπληρωμής των δανείων, κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το επιτόκιο London lnterbank Offered Rate (LIBOR) ελβετικού φράγκου, διάρκειας ενός μήνα, στρογγυλοποιημένο στα τρία (3) δεκαδικά ψηφία, προσαυξημένο κατά περιθώριο καθώς και με την εισφορά του Ν. 128/75, περιθώριο το οποίο θα παρέμενε σταθερό για όλη τη διάρκεια των δανείων (όρος 15 συμβάσεων). Επίσης, κατά τα συμφωνηθέντα, στα προαναφερθέντα σταθερά επιτόκια συνυπολογίσθηκε προσαύξηση 0,20 εκατοστιαίων μονάδων (0,20%) λόγω περιορισμού του συναλλαγματικού κινδύνου που ανέλαβε η εκκαλούσα και ενάγουσα κατά τις περιόδους ισχύος τους (όρος 15). Η εκκαλούσα και ενάγουσα δικαιούνταν να εξοφλήσει πρόωρα ολοσχερώς τα δάνεια, όπως επίσης δικαιούνταν να καταβάλει σε μείωση του κεφαλαίου των δανείων οποιοδήποτε ποσό υπό την προϋπόθεση ότι είχαν εξοφληθεί ολοσχερώς τυχόν καθυστερούμενες οφειλές. Το πρόωρα αποπληρούμενο κεφάλαιο θα καταβαλλόταν με χρέωση του συνδεδεμένου με το δάνειο λογαριασμού καταθέσεων της εκκαλούσας και ενάγουσας κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προέκυπτε από την μετατροπή του ποσού του κεφαλαίου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την εφεσίβλητη και εναγόμενη του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία καταβολής του (όρος 16 συμβάσεων). Τέλος, κατά τα συμφωνηθέντα, σε περίπτωση καθυστέρησης, εν όλω ή εν μέρει, εξόφλησης οποιασδήποτε οφειλής από τα δάνεια αυτά ή παράβασης οποιουδήποτε όρου των συμβάσεων, η εφεσίβλητη και εναγόμενη τράπεζα δικαιούνταν να επιδιώξει την είσπραξη των καθυστερούμενων ποσών. Σε περίπτωση μη ολοσχερούς εξόφλησης τριών συνεχόμενων μηνιαίων δόσεων η εφεσίβλητη και εναγόμενη δικαιούνταν να καταγγείλει την αντίστοιχη σύμβαση και να καταστήσει το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και να ασκήσει όλα γενικά τα δικαιώματά της που απέρρεαν από την αντίστοιχη σύμβαση και το νόμο και επίσης στην περίπτωση αυτή μπορούσε να μετατρέψει το νόμισμα του δανείου σε ευρώ, με βάση την ισχύουσα τιμή αγοράξ του ελβετικού νομίσματος (ελβετικό φράγκο CHF) κατά την ημέρα μετατροπής (όρος 9 συμβάσεων). Κατά την παραπάνω ημερομηνία της εκταμίευσης των ποσών αμφοτέρων των δανείων από την εκκαλούσα και ενάγουσα και πίστωσης των συνδεδεμένων με τα δάνεια δύο καταθετικών της λογαριασμών, ήτοι στις 30-10-2008 εφαρμόσθηκε η ισχύουσα τότε συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, ήτοι ευρώ και ελβετικού φράγκου, η οποία ήταν 1,495. Η εκκαλούσα και ενάγουσα κατέβαλλε τις μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις αμφότερων των δανείων, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν κάθε μήνα μέρος του κεφαλαίου και μέρος των τόκων επί αυτού. Ωστόσο, από το έτος 2011 και εντεύθεν το ευρώ άρχισε να υποτιμάται έναντι του ελβετικού φράγκου. Προϊόντος του χρόνου επήλθε ραγδαία ανατροπή της ως άνω συναλλακτικής ισοτιμίας, με αποτέλεσμα η διαφορά αυτή μεταξύ της αρχικής και της επιγενόμενης ισοτιμίας να αυξάνει τη μηνιαία δόση που καταβάλλει ο δανειολήπτης τέτοιων δανείων σε ευρώ, καθώς και το οφειλόμενο σε ευρώ ποσό για την αποπληρωμή του δανείου. Λόγω της ως άνω ανατροπής της ισοτιμίας και παρά την προσπάθεια της εκκαλούσας και ενάγουσας να είναι συνεπής στις δόσεις της προς την εφεσίβλητη και εναγόμενη, ήτοι παρά τις γενόμενες από την πρώτη προς τη δεύτερη καταβολές, τον Ιανουάριο του 2015 το άληκτο κεφάλαιο του πρώτου δανείου αυτής (ενάγουσας) κατέληξε να ανέρχεται στο ποσό των 62.364,76 ελβετικών φράγκων, ήτοι 61.461,27 ευρώ, υπολογιζόμενο με ισοτιμία 1,01470 και το άληκτο κεφάλαιο του δεύτερου δανείου αυτής (ενάγουσας) κατέληξε να ανέρχεται στο ποσό των 55.755,28 ελβετικών φράγκων, ήτοι 54.947,55 ευρώ, υπολογιζόμενο με την ίδια ισοτιμία. Έτσι, όμως, εξανεμίστηκαν οι καταβολές που πραγματοποίησε η εκκαλούσα και ενάγουσα [...]. Περαιτέρω, η επιλογή σύναψης δανείου σε ελβετικό φράγκο από μεγάλη μερίδα δανειοληπτών της χρονικής περιόδου 2000-2009 εξηγείται από το ότι, από τη θεσμοθέτηση του ευρώ (τον Ιανουάριο του 1999) η ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου παρέμενε σχετικά σταθερή (διακύμανση της τάξεως του 5,3%), ενώ ταυτόχρονα το διατραπεζικό επιτόκιο LIBOR CHF (επιτόκιο αναφοράς των αγγλικών τραπεζών για ελβετικά φράγκα) κυμαινόταν διαχρονικά σε χαμηλότερα επίπεδα από το αντίστοιχο επιτόκιο Euribor (διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται για τις καταθέσεις μιας τράπεζας σε άλλη σε ευρώ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα επιτοκιακό όφελος για τους δανειολήπτες που δανείζονταν με επιτόκιο LIBOR CHF. Ειδικότερα, την περίοδο 2006-2009 όταν και χορηγήθηκε η πλειονότητα των δανείων σε ελβετικό φράγκο το μέσο επιτοκιακό όφελος που είχαν οι δανειολήπτες ανερχόταν σε 1,5% με μέγιστο το 2,95%. Το μέσο δε επιτοκιακό όφελος μειώθηκε την περίοδο 2009 και μέχρι τις αρχές του 2015 σε 0,42%. Στις αρχές του 2015 και μετά από την απόφαση της Ελβετικής Κεντρικής Τράπεζας να ωθήσει το επιτόκιο LIBOR σε αρνητικά επίπεδα το μέσο επιτοκιακό όφελος διευρύνθηκε ξανά στα επίπεδα του 0,77% με αποτέλεσμα να προκύψει εκ νέου σημαντικό όφελος για τους δανειολήπτες. οι ανωτέρω λόγοι έδιναν συγκριτικό πλεονέκτημα για το συγκεκριμένο προϊόν σε σχέση με ένα δάνειο σε ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του 2008 και εφεξής η ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατέγραψε μεγάλη μείωση εις βάρος του ευρώ (το ελβετικό φράγκο ανατιμήθηκε, το ευρώ υποτιμήθηκε), ο δε δείκτης διακύμανσης, η οποία είχε παραμείνει περίπου σταθερή για τα προηγούμενα 15 έτη, τριπλασιάστηκε. Αυτό δε ακριβώς το καθεστώς της σταθερής διακύμανσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως περιγράφηκε, ήταν και το περιεχόμενο ενός εκ διαφόρων διαφημιστικών προσεγγίσεων των καταναλωτών, ιδίως το 2007, που πράγματι ώθησε πολλούς να επιλέξουν το εν λόγω τραπεζικό προϊόν. Ωστόσο, σημειώθηκε μεγάλη ανατροπή εν συνεχεία στη λειτουργία και στην κίνηση των επίδικων δανείων, αλλά και στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή ως προς την οικονομική ποσότητα της αντιπαροχής που οφείλει εν τέλει να καταβάλει διαψεύδοντας τις προσδοκίες του. Βασική δε αιτία αυτού ήταν η εν γένει υποτίμηση του ευρώ την τελευταία δεκαετία έναντι των λοιπών νομισμάτων στο διεθνές οικονομικό στερέωμα και ιδίως το δωδεκάμηνο 2014-2015 που το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι του ελβετικού φράγκου κατά 12,9%. Η επίδικη δανειακή σύμβαση, ωστόσο, δεν περιείχε στους όρους της και δη στους επίδικους καμία επισήμανση για τη βαρύτητα του συναλλαγματικού κινδύνου που αναλάμβανε αποκλειστικά και μόνον η δανειολήπτρια εκκαλούσα και ενάγουσα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι πρόκειται για Γ.Ο.Σ. που αφορούν στη βασική σχέση παροχής και αντιπαροχής, εφόσον η συναλλακτική ισοτιμία ρυθμίζει μια καθοριστική παράμετρο για τον τρόπο υπολογισμού της οφειλόμενης δόσης, διαμορφώνοντας έτσι το ύψος της κύριας οφειλής (κεφάλαιο και αντιπαροχή/τόκοι) που οφείλει να εκπληρώσει ο δανειολήπτης στην τράπεζα. Πρέπει, επομένως, οι επίδικοι ΓΟΣ να εξεταστούν ως προς την καταχρηστικότητά τους σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13, κατά το οποίο «η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες με τρόπο σαφή και κατανοητό». Οι επίδικοι και έχοντες το προεκτιθέμενο περιεχόμενο ΓΟΣ, ήτοι οι προδιατυπωμένοι όροι 14 παρ, 2, 14 παρ. 4 και 16 αμφότερων των προαναφερόμενων συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ των αντιδίκων, οι οποίοι δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ τους, είναι μεν αντιληπτοί από άποψη γραμματικής διατύπωσης, εντούτοις δεν είναι σαφείς και κατανοητοί, αφού δεν αποκαλύπτουν στον απρόσεκτο μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντα τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του βούλησης και απόφασης, στην πραγματική τους έκταση, τα δικαιώματά του και τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ιδιαίτερα σε όσον αφορά στη σχέση της συμφωνούμενης παροχής και αντιπαροχής και τον κίνδυνο επιβαρύνσεώς του σε περίπτωση ανατίμησης του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ [...]. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη και εναγόμενη τράπεζα δεν προέβη κατά το στάδιο των προσυμβατικών διαπραγματεύσεων σε έρευνα περί του αν συνέτρεχε στο πρόσωπο της δανειολήπτριας εκκαλούσας και ενάγουσας περίπτωση φυσικής αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, δηλαδή εάν ελάμβανε εισοδήματα σε αυτούσιο νόμισμα ελβετικού φράγκου [...]. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε πως η εκκαλούσα και ενάγουσα, η οποία είναι δικηγόρος, διέθετε ιδιαίτερες γνώσεις αναφορικά με τους νομισματικούς κανόνες τις συνθήκες της αγοράς και το κόστος του χρήματος και ότι μπορούσε να αντιληφθεί τους κινδύνους, που αναλαμβάνει, δεδομένου ότι τα δάνεια, που χορηγήθηκαν σε Ελβετικό φράγκο, δεν είναι απλά δάνεια, αλλά στην ουσία είναι προϊόντα επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεμένα ευθέως με την αγορά συναλλάγματος. Η αγορά συναλλάγματος είναι η αγορά όπου καθορίζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων τα διάφορα νομίσματα συσχετίζονται μεταξύ τους στην παγκόσμια αγορά, παρέχοντας την τιμή του ενός ως προς το άλλο. Το σημαντικότερο επομένως που ο δανειολήπτης έπρεπε να σταθμίσει, ήταν ο μεγάλος κίνδυνος, που αναλάμβανε έναντι μιας μελλοντικής σοβαρής μεταβολής της ισοτιμίας και ο τρόπος που αυτό να επιδράσει στην αποπληρωμή του δανείου. Αυτό θα ήταν δυνατό να γίνει μόνο με τη βοήθεια ειδικού συμβούλου της τράπεζας, εξειδικευμένου στην παροχή επενδυτικών συμβουλών σε ξένο νόμισμα. Η πληροφόρηση αυτή έπρεπε να είναι επαρκής και εξειδικευμένη, προκειμένου οι δανειολήπτες να είναι σε θέση να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες και συνετές αποφάσεις, έπρεπε δε να περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον τις επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις και το κεφάλαιο του δανείου, μια σοβαρή υποτίμηση του ευρώ και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του Ελβετικού φράγκου [...].

Συνεπώς οι δανειολήπτες, πέραν της μη ενημέρωσής τους, ήταν και εκτεθειμένοι στους εκάστοτε συναλλαγματικούς κινδύνους [...]. Eπισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση ο δικαιοπρακτικός σκοπός των δανειακών συμβάσεων με ρήτρα αξίας συναλλάγματος και η συντρέχουσα οικονομική συγκυρία και το κοινωνικό γίγνεσθαι υποδηλώνουν ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν χορηγήθηκε, για να κερδοσκοπήσει η εκκαλούσα και ενάγουσα δανειολήπτρια με τα ελβετικά φράγκα ως επενδύτρια, αλλά για να χρηματοδοτηθεί με ευρώ ως ιδιώτης επωφελούμενη απλώς του ευνοϊκού επιτοκίου. Άλλωστε, η δανειολήπτρια ενάγουσα δεν είναι αναμενόμενο να διαθέτει ελβετικά φράγκα, ούτε να έχει τη δυνατότητα τακτικών εσόδων στο νόμισμα αυτό. Δεν θέλησε, δηλαδή, αυτή καθεαυτή την οφειλή σε ξένο νόμισμα, αλλά χρησιμοποίησε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα - μέτρο, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως της οφειλής της. Ο τύπος σύμβασης, δηλαδή, που επιθυμεί να συνάψει γενικά ο καταναλωτής και ειδικότερα η ενάγουσα δεν έχει δικαιοπρακτικό ή οικονομικό κίνητρο την επένδυση σε κινητές αξίες μεταβαλλόμενης αποτίμησης, όπως π.χ. το συνάλλαγμα. Ο συμβατικός τύπος της καταναλωτικής σύμβασης (στεγαστικού δανείου) με γνώμονα τις βάσιμες προσδοκίες και τις συμβατικές της ανάγκες, αποβλέπει στην σταδιακή αποπληρωμή του δανείου. Με τον επίδικο Γ.Ο.Σ., ωστόσο, επήλθε αλλοίωση του συμβατικού σκοπού και της λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, εφόσον αυτή (η σύμβαση) δεν επιτελεί καθαρά δανειακούς σκοπούς, αλλά εμπεριέχει και επενδυτικής φύσης αποτελέσματα και οικονομικές συνέπειες. Η δανειολήπτρια και ενάγουσα συμμετέχει εμμέσως πλην σαφώς στην επενδυτική αγορά συναλλάγματος [...] |».

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ότι στις ένδικες συμβάσεις δανείου υπάρχει οφειλή όχι σε αλλοδαπό αλλά στο ημεδαπό νόμισμα (ευρώ) και ότι, ως εκ τούτου, οι επίμαχοι ΓΟΣ των συμβάσεων αυτών δεν είναι "δηλωτικοί", δηλαδή δεν απηχούν περιεχόμενο διάταξης του εθνικού δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 291 ΑΚ, που προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε αλλοδαπό νόμισμα, προέβη σε έλεγχο καταχρηστικότητας των παραπάνω όρων. Στη συνέχεια δε, αφού έκρινε τους όρους αυτούς άκυρους ως καταχρηστικούς, προβαίνοντας σε πλήρωση του δημιουργηθέντος στις ένδικες συμβάσεις κενού με την εφαρμογή του άρθρου 200 ΑΚ, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν όλω την αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. Ai, Aii και Aiii και υπό στοιχ. Β κύρια αναγνωριστικά αιτήματά της, κατά την κύρια ιστορική και νομική βάση αυτών από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και (Α) αναγνώρισε την ακυρότητα των όρων 14 παρ. 2, 14 παρ. 4 και 16 των δύο επίδικων συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού δανείου, ως καταχρηστικών γενικών όρων συναλλαγών και (Β) αναγνώρισε, επίσης, ως μόνη εφαρμοσθείσα ρήτρα, για τη μετατροπή των οφειλόμενων σε ελβετικά φράγκα ποσών σε ευρώ, τόσο για τις καταβολές που έγιναν όσο και για εκείνες που θα γίνουν, τη συναλλακτική ισοτιμία των δύο νομισμάτων που ίσχυε και εφαρμόσθηκε στις επίδικες συμβάσεις κατά την ημερομηνία της άπαξ εκταμίευσης των ποσών των δύο δανείων, ήτοι στις 30.10.2008. Κατόπιν δε αυτών, έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα του υπό στοιχ. Γ' επικουρικού αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, καθώς και των επικουρικών ιστορικών και νομικών βάσεων των υπό στοιχ. Ai, Aii και Aiii και Β κύριων αναγνωριστικών αιτημάτων εκ των άρθρων 372, 140, 388 και 288 ΑΚ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξ αιτίας αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνομολόγησης των ένδικων δανείων σε συνάλλαγμα ή σε ευρώ και της υποχρέωσης απόδοσης του δανείσματος από την αναιρεσίβλητη δανειολήπτρια στην αναιρεσείουσα τράπεζα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 6 και 7 ν. 2251/1994, 200 και 281 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, και της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε. Και τούτο, διότι, ενώ αρχικώς δέχεται ότι οι ένδικες δανειακές συμβάσεις συνομολογήθηκαν σε συνάλλαγμα, διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, και τις παραδοχές α) ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν δύο συμβάσεις τοκοχρεωλυτικού δανείου ποσού 149.000 ελβετικών φράγκων και 116.000 ελβετικών φράγκων, αντίστοιχα, β) ότι έγινε εκταμίευση του προϊόντος αμφοτέρων των δανείων κατόπιν της μετατροπής του ποσού εκάστου δανείου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή αγοράς από την αναιρεσείουσα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία της εκταμίευσης και συγκεκριμένα ότι εκταμιεύτηκε ποσό 99.698,90 ευρώ που ήταν το ισότιμο σε ευρώ των 149.000 ελβετικών φράγκων για το πρώτο δάνειο και ποσό 77.617,93 ευρώ που ήταν το ισότιμο σε ευρώ των 116.000 ελβετικών φράγκων για το δεύτερο δάνειο, γ) ότι οι δόσεις αποπληρωμής των δανείων θα υπολογίζονταν, επίσης, στο νόμισμα που συνομολογήθηκαν τα δάνεια, δηλαδή σε ελβετικά φράγκα (και με επιτόκιο Libor και όχι Euribor), και θα εξοφλούνταν κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο προέκυπτε από τη μετατροπή του ποσού της δόσης από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης από την αναιρεσείουσα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία πληρωμής της δόσης, δ) ότι σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης των δανείων, το πρόωρα αποπληρούμενο κεφάλαιο θα καταβαλόταν κατά το ισότιμο ποσό σε ευρώ, το οποίο θα προέκυπτε από την μετατροπή του ποσού του κεφαλαίου από ελβετικά φράγκα σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης από την αναιρεσείουσα του ελβετικού φράγκου κατά την ημερομηνία καταβολής του, και ε) ότι τον Ιανουάριο του 2015 το άληκτο κεφάλαιο του πρώτου δανείου ανερχόταν στο ποσό των 62.364,76 ελβετικών φράγκων και το άληκτο κεφάλαιο του δεύτερου δανείου στο ποσό των 55.755,28 ελβετικών φράγκων, παρ' όλα αυτά, στη συνέχεια δέχεται, όλως αντιφατικά, ότι στις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις υπάρχει οφειλή όχι σε αλλοδαπό αλλά στο ημεδαπό νόμισμα (ευρώ) και ότι απλώς χρησιμοποιήθηκε το ελβετικό φράγκο σαν χρήμα - μέτρο, για τον προσδιορισμό της εκτάσεως της οφειλής της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια σχετικά με το τί, τελικώς, δέχεται το δικαστήριο ως προς το νόμισμα στο οποίο συνομολογήθηκαν τα ένδικα δάνεια, δηλαδή συνομολογήθηκαν αυτά σε ελβετικό φράγκο ή, αντιθέτως, σε ευρώ. Η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από το γεγονός ότι, ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας των όρων, δέχεται ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις της παρ. Β, αρ. 2α, περ. x και xi της 2501/31-10-2002 ΠΔΤΕ, που όμως αφορούν τη συνομολόγηση δανείων σε συνάλλαγμα και την υποχρέωση των τραπεζών να ενημερώνουν για τους κινδύνους από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Λόγω δε της ως άνω αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, υπό την έννοια της ορθής ή μη υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ως άνω κανόνων δικαίου, τους οποίους, έτσι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι, σε περίπτωση που τα ένδικα δάνεια συνομολογήθηκαν σε ελβετικό φράγκο (όπως και η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε με την αγωγή της) είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, αφού η επιβαλλόμενη με τους ένδικους ΓΟΣ υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να εκπληρώσει την υποχρέωσή της προς την τράπεζα αποκλειστικά σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του ελβετικού φράγκου την ημέρα της καταβολής εκάστης δόσης, απηχεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ και, συνεπώς, οι όροι αυτοί ως "δηλωτικοί" των ένδικων δανειακών συμβάσεων δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, αμφότεροι, κατ' εκτίμηση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτοί παραδεκτά συμπληρώνονται (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ερευνηθέν από αυτή μέρος, ήτοι καθό μέρος δέχθηκε εν όλω την αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. Ai, Aii και Aiii και υπό στοιχ. Β κύρια αναγνωριστικά αιτήματά της, κατά την κύρια ιστορική και νομική βάση αυτών από τις διατάξεις του ν. 2251/1994, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που την εξέδωσαν. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτή για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία άσκησε πρόσθετους λόγους και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

(Β) ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 11-07-2019 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ:

[I[ Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο εν μέρει νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο ενάγων, όταν για οποιοδήποτε λόγο έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1076/2019).

[II] Στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της κατά τα ανωτέρω αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης καθ' όλο το ερευνηθέν από αυτή μέρος, εξέλιπε εκ των υστέρων και δεν δικαιολογείται πλέον το έννομο συμφέρον της (νικήσασας) ενάγουσας για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης. Επομένως, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: α) την από 01-03-2019 αίτηση, μετά των από 12-10-2020 προσθέτων αυτής λόγων, της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και β) την από 11-07-2019 αίτηση της Ε. Μ..

Απορρίπτει την από 11-07-2019 αίτηση της Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 356/2018 απόφασης του Tριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την ανωτέρω αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την 356/2018 απόφαση του Tριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα (στην από 01-03-2019 αίτηση) του καταβληθέντος από αυτή παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ