53/2016 · 53/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 53 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρή...
Full Text of the Judgment · 53/2016
Απόφαση 53 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει το αναιρετήριο ως προς την αρίθμηση των αναιρεσιβλήτων, που εκ παραδρομής αναγράφηκε εσφαλμένα (ο αύξων αριθμός 4 επαναλαμβάνεται δύο φορές).
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. χας Γ. Ρ., 2) Α. Γ. Ρ., 3) Σ. Γ. Ρ., ατομικά και ως ασκούσης τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Π. και Γ., 4) Σ. Π. Σ., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του Π. και Γ., κατοίκων ..., 5) Ε. Α. Ρ., συζ. Α. Γ., 6) Μ. Α. Ρ., συζ. Κ. Β. και 7) Μ. Α. Ρ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 2ος, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 5η, 6η και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Δ. Α. Ρ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4811/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4367/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η, 2ος, 3η και 4ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση και στη νέα δικάσιμο που θα προσδιορισθεί με την προαναφερθείσα νέα κλήση, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσειόντων, ή αναιρεσιβλήτων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι απόντες, οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται νόμιμα ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, όπως το β' εδ. της παρ. 3 του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-11-2015) παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ενώ οι πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ... και .../22-4-2015 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Δ. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, στις πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, Ε. Ρ. και Μ. Ρ., συζ. Κ. Β. με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα ανωτέρω δικηγόρου της αναιρεσείουσας. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετικά έγγραφα, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η μη εμφανισθείσα έβδομη αναιρεσίβλητη Μ. Ρ. επέσπευσε τη συζήτηση ή ότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, καθόσον αφορά την έβδομη των αναιρεσιβλήτων, μη υποκείμενης δε περιπτώσεως αναγκαίας ομοδικίας στην ένδικη υπόθεση πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει νόμιμα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, παρά την απουσία των πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά το άρθρο 16 παρ. 4 του ίδιου νόμου "Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Κατά το άρθρο 26 παρ. 4 αυτού "Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση". Περαιτέρω κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του νόμου αυτού "Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Ρ-1... Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας... Η αυτή πινακίδα που τοποθετείται σε άλλα σημεία, πλην κόμβου, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν έφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά της 4811/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν αγωγή των αναιρεσιβλήτων και του μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη Δ. Ρ. κατ' αυτής και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της πρώτης και συγγενούς των λοιπών Γ. Ρ. σε τροχαίο ατύχημα μεταξύ του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ, το οποίο οδηγούσε ο ως άνω θανών, και του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα, επί πλέον δε στην πρώτη ενάγουσα και αποζημίωση καθώς και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, που υπέστη από τον τραυματισμό της κατά το εν λόγω ατύχημα.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της τυχόν παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου τούτων και του επελθόντος αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-11-2006 και περί ώρα 23.25 ο Γ. Ρ. οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του επί της οδού ... στο ... με κατεύθυνση προς την παλαιά εθνική οδό (Π.Ε.Ο.) Κορίνθου - Πατρών με την οποία διασταυρώνεται στο ύψος του 18.700 χλμ αυτής την και από δεξιά για τον κινούμενο επί της Π.Ε.Ο. και κατευθυνόμενο προς Πάτρα. Στο ως άνω σημείο ο δρόμος είναι διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, του οποίου τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με κατά μήκος διαγράμμιση αποτελούμενη από δύο συνεχείς διαχωριστικές γραμμές. Η ως άνω διαγράμμιση διακόπτεται στο ύψος της διασταύρωσης αυτής με την κάθετο οδό …και συνεχίζει μετά το τέλος αυτής και πάλι ως διπλή διαχωριστική. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο τόπο και χρόνο, ήταν νύκτα, στο σημείο υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, οι οδοί ήταν ευθείες οριζόντια, το οδόστρωμα σε αμφότερες τις οδούς ήταν άσφαλτος - ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν αραιή, η ορατότητα στις ως άνω οδούς δεν περιοριζόταν και γενικά επικρατούσε καλοκαιρία, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος ορίζεται σε 50 χιλ ανά ώρα. Κατά τον ανωτέρω σημειούμενο χρόνο, ο Γ. Ρ. όταν έφθανε στη συμβολή των οδών αυτών, όπου υπάρχει πινακίδα με την ένδειξη SΤΟΡ για τους χρησιμοποιούντες την οδό ... και προτιθέμενος να εισέλθει με αριστερή στροφή στην Π.Ε.Ο. και να καταλάβει το προς Κόρινθο ρεύμα κυκλοφορίας της, ακινητοποίησε, ως όφειλε, το αυτοκίνητό του, προκειμένου να ελέγξει και τις δύο κατευθύνσεις της Π.Ε.Ο. Αφού έλεγξε την κυκλοφορία αρχικά στο ρεύμα πορείας προς Πάτρα, διαπιστώνοντας ότι μέσα στο ορατό πεδίο, το οποίο ήταν ελεύθερο σε απόσταση περίπου 80 μέτρα, δεν εκινείτο επί του οδοστρώματος της οδού κάποιο όχημα, ξεκίνησε, με φυσιολογική ταχύτητα για τις περιστάσεις, να διασχίζει την ως άνω οδό (Π.Ε.Ο.) και ενώ διενήργησε αριστερή στροφή για να συνεχίσει την πορεία του προς Κόρινθο και ήδη είχε διασχίσει το ρεύμα πορείας της οδού προς Πάτρα και είχε εισέλθει τουλάχιστον με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο ρεύμα πορείας προς Κόρινθο, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο κατά το χρόνο του ατυχήματος ετύγχανε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες του κυρίου, οδηγού και κατόχου του στη δευτέρα εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα και η υπό επήρεια οινοπνεύματος (σε ποσοστό 1,00 και 1,00 mg/lt εκπνεόμενου αέρα και 1,95 g ανά λίτρο αίματος) όπως προκύπτει από την υπ' αριθμόν πρωτ. 3022/10/2435/27-12-2006 έκθεση αίματος της ΕΛ.ΑΣ), επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του, στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο Γ. Ρ. στο ύψος μεταξύ του εμπρόσθιου αριστερού τροχού και αριστερής πόρτας. Υπό τα πλήρως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνονται πλήρως από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας της πάραυτα επιληφθείσης αρμοδίας τροχαίας στην οποία μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι στο ρεύμα πορείας προς Κόρινθο αποτυπώθησαν ίχνη χαραγής μήκους 8,60 μ., η οποία συνοδεύεται και από πρόχειρο σχεδιάγραμμα αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Π. Μ. και Π. Τ., αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού αποτελεσμάτων τυγχάνει ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ο οποίος από έλλειψη προσοχής και σύνεσης την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και από ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση, δεν είχε το πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, σε συνδυασμό με την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόταν, να μην αντιληφθεί εγκαίρως και από ικανή απόσταση το επιβατικό φορτηγό, το οποίο εκινείτο καθ' όλα σύννομα ως προελέχθη, κατά παράβαση των άρθρων 12 § 1, 16 § 1, 4, 19 § 1, 2, 3, 20 § 1 και 42 § 1 του Κ.Ο.Κ. Κατά συνέπεια η προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (άρθρο 300 του Α.Κ.) ένσταση συνυπαιτιότητας που αφορά την ευθύνη του Γ. Ρ., στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ελέγχεται απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο συναφής πρώτος λόγος εφέσεως της εκκαλούσης - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του Κ.Ο.Κ. εκ πλαγίου με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: Α) Δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο το ορατό πεδίο του οδηγού του ΙΧΦ Γ. Ρ. από το σημείο της διασταύρωσης προς τα αριστερά του στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πάτρα ήταν περίπου 80 μέτρα, εφόσον οι οδοί ήταν ευθείες και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός. Ήτοι, εάν πέραν της απόστασης αυτής ακολουθούσε στροφή (ελαφρά ή απότομη), ώστε να μπορεί να κριθεί εάν, πράγματι και δικαιολογημένα, αυτός δεν αντιλήφθηκε ούτε τα φώτα του κινουμένου επί της οδού ... ΙΧΕ. Β) Καίτοι δέχεται ότι ο οδηγός του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν αντελήφθη από ικανή απόσταση το επιβατηγό φορτηγό δεν διευκρινίζει γιατί από την ίδια "ικανή" απόσταση ο οδηγός του φορτηγού δεν αντελήφθη το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ώστε να μην εκκινήσει από το STOP. Γ) Δεν καθορίζει το ακριβές σημείο της ένδικης σύγκρουσης επί του οδοστρώματος, ήτοι σε ποιο ρεύμα πορείας έλαβε χώρα αυτή και σε πόση απόσταση από τη διασταύρωση και από τη διαχωριστική γραμμή, προκειμένου να αποσαφηνιστεί η απόσταση που διήνυσε με μέση κανονική ταχύτητα το ΙΧΦ, που οδηγούσε ο Γ. Ρ.. Δ) Δεν προσδιορίζει ποια ήταν, κατά προσέγγιση, η αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, με την οποία οδηγούσε το ΙΧΕ ο πρώτος εναγόμενος, έτσι ώστε να μπορεί να διακριβωθεί, εάν το ως άνω όχημα ήταν δυνατόν να καλύψει την απόσταση των 80 περίπου μέτρων στο χρονικό διάστημα των λίγων δευτερολέπτων, κατά το οποίο ο οδηγός του ΙΧΦ πραγματοποιούσε στροφή προς τα αριστερά. Τα στοιχεία αυτά είναι ουσιώδη, προκειμένου να κριθεί εάν υπήρξε αμέλεια του θανόντος (αποκλειστική ή συγκλίνουσα), εάν δηλαδή αυτός αντιλήφθηκε από απόσταση την κίνηση του ΙΧΕ, χωρίς να υπολογίσει την ταχύτητά του, και ξεκίνησε πριν βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει ακίνδυνα, με αποτέλεσμα να προκληθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων, ή εάν, αντιθέτως, δεν βαρύνει τον τελευταίο κανένα πταίσμα, διότι ενήργησε κατά νόμο, διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από τη διασταύρωση, έλεγξε την κυκλοφορία των αυτοκινήτων στην Π.Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών, δεν είδε το όχημα του εναγομένου, διότι αυτό βρισκόταν εκτός του ορατού του πεδίου, και μετά ξεκίνησε, η δε σύγκρουση επήλθε λόγω της υπερβολικής ταχύτητας και της έλλειψης προσοχής του οδηγού του ... ΙΧΕ, που κάλυψε απόσταση μεγαλύτερη των 80 μέτρων πριν ο θανών με το αυτοκίνητό του εισέλθει στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο και απομακρυνθεί από την διασταύρωση. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την δεύτερη αιτίαση του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει στο ποσό των 3.000 ευρώ και κατανέμει κατ' ίσα μέρη, ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της με αριθμό 653/2014 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4367/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την έβδομη των αναιρεσιβλήτων, Μ. Α. Ρ., κατά διαχωρισμό ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους νομίμως χωρεί η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Αναιρεί την 4367/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους έξι πρώτους των αναιρεσιβλήτων, Λ. Ρ., Α. Ρ., Σ. Ρ., Σ. Σ., Ε. Ρ. και Μ. Ρ.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ