53/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 53 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 53/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και ΧρήστÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 53 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 53/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., 2.Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3.Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 4.Θ. Μ., κατοίκου ..., 5.Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., 6.Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβαάμ Ιορδανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3793/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 4-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 216§1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής αρκεί για το παραδεκτό της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στην οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή αίτημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την ενγένει θεμελίωσή της κρίση, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της, σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 297/2013). Η αοριστία δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ούτε με τη παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από τις αποδείξεις (ΑΠ 1277/2009). Εξάλλου, κατά το άρθ.1§§1 και 2 ν.435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δηλ. εργασία που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά την μονάδα του χρόνου που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διάταξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ.3 ν.δ.515/1970, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν του πλουτισμού που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου τους. Περαιτέρω, με το άρθ.6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ με την 11770/1984 ΥΑ, ΦΕΚ Β' 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλ. της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθ.9 της απόφασης 1/1982 ΔΔΔΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθ.29 ν.1346/1983. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι: (α) Ως προς την συνδρομή των υπερεργασίας, με την παραπάνω έννοια, κριτήριο αποτελεί και λαμβάνεται υπόψη όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και δη η πραγματοποιουμένη κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες εξαιρετέες ημέρες, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια (ως εκ τούτου δε οι ώρες της εργασίας αυτής δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνον αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας) και συνεπώς ο απασχολούμενος με καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών την εβδομάδα πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την αντίστοιχη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά της ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών (β) Ως προς την συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθ.1 ν.435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασίας, με την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των 8 ωρών ημερησίως (ή πέραν των 9 ωρών με τους όρους του 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας (υπερωρίας) με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας. Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι την συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαία, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των 6 ημερών ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών την εβδομάδα. Για τους ίδιους εργαζομένους και ανάλογα με το σύστημα των 5 ή 6 ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή των 8 ωρών αντίστοιχα. Από 1-4-2001, σύμφωνα με το άρθ.4 ν.2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, όταν αντικαταστάθηκε από το άρθ.1 ν.3385/2005), σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση 5 ωρών την εβδομάδα και κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχόλησης, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν το 48ωρο, στις επιχειρήσεις δε αυτές ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα). Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση, από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθ.4§§2 και 4 του νόμου αυτού). Από 1-4-2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχόλησης του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001 εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή 9ωρο επί πενθημέρου. Επομένως, για τους εργαζομένους με το σύστημα της 5νθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά τν ισχύ του ν.2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθ.4 ν.2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερωριακής απασχόλησης το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προοσαυξημένο κατά 50%. Τια την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ.1 ν.435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησης δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα (δηλ. για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επ' αυτού). Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως 6η ημέρα υπό το σύστημα της 5νθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ως άνω ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση (ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία, νόμιμη και παράνομη υπερωριακή εργασία) θα πρέπει ν' αναφέρεται και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ' ημέραν απασχόλησης, προκειμένου να είναι δυνατόν να διακριβωθεί ποιά περίπτωση υπέρβασης του νομίμου ωραρίου συντρέχει, δηλ. υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, υπερωριακή εργασία κλπ., ενόψει και του ως άνω διαφορετικού τρόπου αμοιβής των μορφών αυτών υπέρβασης (ΑΠ 441/2014, 526/2013, 1468/2012, 1548/2011, 1158/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθ.561§2 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση, οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι εργάζονταν στην τώρα αναιρεσίβλητη ΔΕΗ ΑΕ, από τους αναφερόμενους εκεί χρόνους, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του οδηγού και ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2001 πραγματοποίησαν κάθε μήνα τις εκεί αναφερόμενες για τον καθένα, και κατά τις εκεί διακρίσεις, ώρες "απλής υπερωρίας, κανονικής υπερωρίας ημέρας, κανονικής υπερωρίας νύκτας, υπερωρίας εξαιρέσιμων ημερών, εξαιρέσιμες υπερωρίες νύκτας", η εναγομένη, όμως, δεν κατέβαλε σ' αυτούς την προβλεπομένη, αλλά μικρότερη, αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση, με βάση δε αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα εκεί ποσά, κυρίως από την σύμβαση εργασίας, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς και τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την άρνηση της εναγομένης να τους καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούν στις παράνομες υπερωρίες. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι αόριστη, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο με την προσβαλλομένη 3793/2013 απόφασή του επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρώτος κατά το α' σκέλος του από τον αριθ.1 του άρθ.559 και πέμπτος από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου.
ΙΙ. (Α) Από τις διατάξεις του άρθ.559 ΚΠολΔ (α) αριθ.11 περ.γ', που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και (β) αριθ.19, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται και στην περίπτωση που η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, και δη αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σαφώς συνάγεται ότι οι λόγοι αυτοί δεν ιδρύονται, βέβαια όπως είναι γνωστό, αν το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, διατυπώνοντας και συναφές αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή κλπ. ως μη νόμιμη, αόριστη κλπ. (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 950/2014, 940/2014, 262/2014). Κατά συνέπεια, οι λόγοι της κρινόμενης αναίρεσης πρώτος κατά το β' σκέλος του από τον αριθ.19 του ως άνω άρθρου για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης και δεύτερος και τέταρτος από την διάταξη του αριθ.11 περ. γ' αυτού για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, ενόρκων βεβαιώσεων, δικαστικής ομολογίας της εναγομένης) πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη (Β) Κατά τον αριθ.9 περ.γ' του ίδιου ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων (αίτηση δηλ. που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης), με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας με οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή, τριτανακοπή, κάθε ένδικο μέσο (ΑΠ 145/2014), καθώς και ειδικότερα το αίτημα επίδειξης εγγράφων (άρθ.450 ΚΠολΔ, ΑΠ 1657/2009). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της (πρβλ. ΑΠ 528/2009), όπως και όταν απορρίφθηκε η κύρια αίτηση και δεν ερευνήθηκε η παρεπομένη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον 3ο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν για την σιωπηρή απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του προβληθέντος με τις προτάσεις αιτήματός τους για την επίδειξη από την αναιρεσίβλητη εναγομένη των ατομικών μηνιαίων δελτίων απασχόλησης και εκκαθάρισης μισθοδοσίας αυτών, με την σκέψη, ότι ο λόγος αυτός "στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού στην προκειμένη περίπτωση το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν άφησε αδίκαστο το αίτημά τους, αλλά, απορρίπτοντας ως αόριστη την αγωγή, δεν μπορούσε να αποφανθεί για το αίτημα αυτό, το οποίο θα έπρεπε να ερευνήσει σε περίπτωση που εξέταζε την αγωγή στην ουσία της" και συνακόλουθα το επαναφερθέν με τον λόγο αυτόν ως άνω αίτημα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη του αριθ.9 του άρθ.559 ΚΠολΔ, καθόσον "παρανόμως δεν εζητήθη από το Εφετείο Αθηνών να προσκομισθούν τα αιτηθέντα... προς προσκομιδή έγγραφα...". Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ρητά εκτίθεται στο αναιρετήριο, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστο, αλλά απέρριψε το αίτημα επίδειξης εγγράφων, το οποίο, άλλωστε, μετά την απόρριψη και από το Εφετείο της αγωγής ως αόριστης στο σύνολό της, κατέστη άνευ αντικειμένου, αφού αναφέρεται στην ουσιαστική έρευνα αυτής, που, όμως, δεν μπορούσε να χωρήσει λόγω της απόρριψής της για τον λόγο αυτόν (Γ) Σύμφωνα με τον αριθ.8 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 2234/2013), δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1729/2008). Επομένως, ο έκτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες εκεί και από τους αναιρεσείοντες προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, το αυτό δε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εάν ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ.11 περ. γ' του ίδιου άρθρου (καθόσον για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου από την τελευταία αυτή διάταξη προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης).
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2014 αίτηση των Σ. Α. κλπ. για αναίρεση της 3793/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ