53/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 53 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated53/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 53 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 53 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Για την εργασία που έχει προσφερθεί με άκυρη σύμβαση οφείλονται στο μισθωτό ως άνευ νομίμου αιτίας πλουτισμός του εργοδότη οι αποδοχές που θα κατέβαλλε υπό τις αυτές περιστάσεις σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση. Η παραγραφή της αξίωσης εργαζομένου κατά ΝΠΔΔ για δεδουλευμένες αποδοχές λογίζεται διακοπείσα και με την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, εφ' όσον μετά την απόρριψή της ασκηθεί εκ νέου προσηκόντως, εντός διμήνου από την επίδοση της απορριπτικής αποφάσεως. Απορρίπτει την αίτηση του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
Αριθμός 53/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 25η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΧΕΠΑ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πανούση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Π. Ι. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1995 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 17584/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 815/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-5-1998 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 4-10-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη, Γεωργίου Χλαμπουτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον ... και .../25-7-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., ακριβές αντίγραφο α) της από 22-5-1998 ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη καταθέσεως και προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου και β) της από 19-1-2011 κλήσεως του αναιρεσείοντος, με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόκληση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού Γεώργιο Πανούση, προς τον αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη ματαίωση της συζήτηση που είχε ορισθεί προηγουμένως, κατόπιν αναβολής εκ της αρχικής δικασίμου, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, ως αγνώστου διαμονής (ΚΠολΔ 135 παρ.1). Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της παρούσης δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατ' αυτήν. Επομένως, παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να συζητηθεί σαν και αυτός να ήταν παρών (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).
2. Όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, εκ της οποίας ο μισθωτός έχει αξίωση προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την προσφορά των υπηρεσιών του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ. Ο κανόνας αυτός, ως γενικός, έχει εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Ως εκ τούτου, όταν συμβεί να προσληφθεί κάποιος ως υπάλληλος σε νομοθετημένη θέση χωρίς να έχει τα προβλεπόμενα τυπικά προσόντα, με συνέπεια η πρόσληψή του να είναι άκυρη, αλλά μέχρι τη διαπίστωση της ακυρότητας να έχει προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη χωρίς να λάβει αμοιβή, τότε η παροχή της εργασίας αποβαίνει χωρίς νόμιμη αιτία και ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στο μισθωτό την ωφέλεια, που αποκόμισε από αυτήν. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στη δαπάνη, στην οποία κατ' ανάγκη θα υποβαλλόταν ο εργοδότης στη συγκεκριμένη περίπτωση για τη διεξαγωγή της υπηρεσίας του, ήτοι στην αμοιβή που, σύμφωνα με τις συνθήκες του τόπου παροχής της εργασίας, θα κατέβαλλε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση (με τα νόμιμα τυπικά προσόντα) και θα απασχολούσε υπό τις αυτές περιστάσεις και την οποία απέφυγε λόγω της ακυρότητας της προσλήψεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι με την 172/8-6-1992 πράξη του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Νοσοκομείου, που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 151/16-10-1992, ο ενάγων στην ένδικη, από 22-6-1995 αγωγή (ήδη αναιρεσίβλητος) διορίσθηκε ως δόκιμος υπάλληλος σε θέση της κατηγορίας ΔΕ Τεχνικού, με ειδικότητα ελαιοχρωματιστή. Ότι από την 4-11-1992, αφού έδωσε το σχετικό όρκο, ο ενάγων άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο. Ότι στη συνέχεια, με την 169/11-5-1993 πράξη του Ι' Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο διορισμός του ενάγοντος κρίθηκε παράνομος, λόγω ελλείψεως των απαιτουμένων τυπικών προσόντων του κλάδου του, με αποτέλεσμα να μην εγκριθεί η προς αυτόν καταβολή των νομίμων αποδοχών. Ότι ύστερα από αυτό, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, που λήφθηκε κατά την 12η/28-6-1993 συνεδρίασή του, ανακλήθηκε ο διορισμός του ενάγοντος, από τότε που είχε γίνει. Ότι την 30-6-1993 ο ενάγων διαγράφηκε από τη δύναμη του εναγομένου αναδρομικά, από την ημερομηνία της όρκισής του και ανάληψης υπηρεσίας (4-11-1992). Ότι ωστόσο, κατά το χρονικό διάστημα από 4-11-1992 μέχρι 30-6-1993, ο ενάγων, αν και δεν συνδεόταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας, πρόσφερε τις υπηρεσίες του προς αυτό. Ότι για την εν λόγω πραγματική παροχή της εργασίας του δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα καμιά αμοιβή. Ότι με τον τρόπο αυτό, το εναγόμενο απέφυγε να καταβάλει αμοιβή, για εργασία την οποία αποδέχθηκε. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι το αναιρεσείον έγινε αδικαιολογήτως πλουσιότερο από την απασχόληση του αναιρεσίβλητου με άκυρη πρόσληψη και ότι επείχε υποχρέωση προς απόδοση της ωφέλειας που είχε αποκομίσει. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της τότε εκκαλουμένης 17584/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή. Με την κρίση αυτή το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 48 παρ.3, 49 και 51 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ" συνάγεται ότι η αρχόμενη από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση, διετής παραγραφή των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων διακόπτεται, πλην άλλων, με την άσκηση αγωγής ενώπιον δικαστηρίου μη στερουμένου δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που αναφέρεται στην ικανοποίηση της συγκεκριμένης αξιώσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, η άσκηση αγωγής ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού η αγωγή απορρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί διατηρήσεως των συνεπειών της ασκήσεώς της. Εξαίρεση εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, επί των οποίων είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά την έναρξη της ισχύος της. Με τη διάταξη αυτή προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 10 του ν. 1406/1983 και ορίσθηκε ότι αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του εν λόγω νόμου, τότε το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα, εφ' όσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για καταβολή των καθυστερουμένων αποδοχών ως αποζημιώσεως εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν είχε υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή, διότι η παραγραφή αυτή διακόπηκε με την εντός της διετούς προθεσμίας άσκηση της από 3-12-1993 αγωγής ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκε την 1-11-1994 και την εν συνεχεία, μετά την απόρριψή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, κατάθεση και επίδοση της ένδικης αγωγής, που συντελέσθηκε ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εντός της ως άνω προθεσμίας, ήτοι προ πάσης επιδόσεως της αποφάσεως που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση περί αναιρέσεως της 815/1998 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ