Legislator Case Law & Legislation
53/2010 AI generated

53/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 53/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 53 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2010

Legislator headnote

AI generated
53/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 53 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2010 «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
airport operating company administrative licence revocation indefinite revocation of license civil aviation law administrative withdrawal of licence driving entitlement authorization

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 53 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 53/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως αυτή μετονομάσθηκε μετά από τροποποίηση της αρχικής της επωνυμίας ως "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ" και 2) Ψ2, νομίμου εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιολέττα Βασιλάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος, την από 21-7-2004 αγωγή του Παναγιώτη Δάρα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 4-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Παναγιώτη Δάρα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2448/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5318/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-1-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 20-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά το άρθρο 669 Α.Κ. καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και κατά συνέπεια υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ. δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 Α.Κ.), οπότε ο εργοδότης αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή προς αυτόν του μισθού του κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 Α.Κ. Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν αυτή έγινε από τον εργοδότη εκ λόγων εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη, όπως είναι η διεκδίκηση από το μισθωτό των εκ της εργασιακής του σχέσεως νομίμων δικαιωμάτων του. Αντίθετα, δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία όταν γίνεται από τον εργοδότη από επιχειρησιακούς και οικονομοτεχνικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ασκούσε δραστηριότητα στο χώρο των αεροπορικών μεταφορών και συγκεκριμένα στην εκτέλεση ναυλωμένων πτήσεων κατά τους μήνες της θερινής περιόδου με τρία (3) αεροσκάφη και την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." μέχρι και την 11-12-2003, οπότε, με το μετασχηματισμό του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, σύμφωνα με το Ν. 3185/2003, απορρόφησε του κλάδους πτητικής λειτουργίας των εταιρειών "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." και "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΛΟΪΑ Α.Ε.", και άρχισε τη λειτουργία με τη νέα της μορφή και με νέο καταστατικό ως "εθνικός αερομεταφορέας", εκτελώντας τακτικές πτήσεις τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της χώρας, με τη νέα της επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Σκοπός του πιο πάνω νόμου ήταν η εξυγίανση του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ώστε να καταστεί δυνατή η ιδιωτικοποίηση αυτού. Η διαδικασία μετασχηματισμού του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας προέβλεπε και τη μεταφορά του ιπτάμενου προσωπικού, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ιπτάμενοι χειριστές αεροσκαφών, που απασχολούνταν από τις ως άνω απορροφούμενες εταιρείες και είχε σχέση με τον πτητικό κλάδο αυτών στην απορροφώσα εταιρεία με τη νέα ως άνω επωνυμία (εφεσίβλητη). Οι ενάγοντες - εκκαλούντες με τις από 7-4-1999 έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας είχαν προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη εταιρεία υπό την παλιά της μορφή ("ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε."), προκειμένου αυτοί να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως ιπτάμενοι χειριστές των αεροσκαφών της. Από τότε οι τελευταίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην πιο πάνω εταιρεία ως Κυβερνήτες (ΚΙ) σε αεροσκάφη τύπου Β-737/400, μέχρι τον προαναφερόμενο μετασχηματισμό του Ομίλου, δυνάμει του άρθρου 27 του Ν. 3185/26-9-2003 και την απορρόφηση από την εναγομένη του ιπτάμενου προσωπικού, που μέχρι τότε απασχολείτο στις ως άνω απορροφούμενες εταιρείες και στο οποίο βεβαίως επήλθε αναδιάρθρωση, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι νέες επιχειρησιακές ανάγκες που προέκυψαν από το μετασχηματισμό. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη εταιρεία, πριν από τον ως άνω μετασχηματισμό της, απασχολούσε σαράντα δύο (42) χειριστές αεροσκαφών και συγκεκριμένα δώδεκα (12) Κυβερνήτες (ΚΙ) και τριάντα (30) Συγκυβερνήτες (Κ2), διαθέτοντας στόλο τριών (3) αεροσκαφών, τύπου μόνο Β-737/400, ενώ με τη μορφή την οποία έλαβε μετά το μετασχηματισμό της απασχολεί ΐ πεντακόσιους είκοσι (520) χειριστές αεροσκαφών, Κυβερνήτες και Συγκυβερνήτες (ΚΙ και Κ2), δηλαδή 478 χειριστές επιπλέον προερχόμενους από την Ολυμπιακή Αεροπορία και την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα, διαθέτοντας στόλο τριάντα εννέα (39) αεροσκαφών, αντί για σαράντα τέσσερα (44) αεροσκάφη που προέβλεπε το επιχειρησιακό σχέδιο της εταιρείας. Μάλιστα στα πρακτικά συμφωνίας με τα συνδικαλιστικά όργανα των ιπταμένων που ανήκαν στον Όμιλο της Ολυμπιακής Αεροπορίας, ήτοι την "Ένωση Ιπταμένων Χειριστών Μακεδόνικων Αερογραμμών" (ΕΙΧΜΑ), του οποίου μέλη είναι και οι ενάγοντες - εκκαλούντες, την "Ένωση Επαγγελματιών Χειριστών Αεροσκαφών" (ΕΕΧΑ) και την "Ένωση Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας" (ΕΧΠΑ) και τα οποία υπογράφηκαν μεταξύ αυτών, του εποπτεύοντος Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και της εναγομένης εταιρείας, γινόταν ήδη πρόβλεψη για ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού ακόμη και με τον προβλεπόμενο αριθμό των 44 αεροσκαφών, που αναφερόταν στο επιχειρησιακό σχέδιο. Στα πλαίσια της εν λόγω αναδιαρθρώσεως της εναγομένης και την απορρόφηση του πιο πάνω πλεονάζοντος προσωπικού της, η τελευταία προέβη στην, μετά από μετεκπαίδευση, ανάθεση στους ενάγοντες καθηκόντων συγκυβερνήτη σε αεροσκάφη τύπου ΑΤR - 72, όπου είχε παρατηρηθεί έλλειψη του απαραίτητου ιπτάμενου προσωπικού χειριστών αεροσκαφών. Συγκεκριμένα από τον Οκτώβριο του 2004 ξεκίνησε η εκπαίδευση τους ως χειριστών ελικοφόρων αεροσκαφών, η οποία ολοκληρώθηκε και από την 16-6-2005 τους ανατέθηκαν καθήκοντα συγκυβερνήτη σε αεροσκάφη τύπου ΑΤR -72, από τότε δε, διατίθενται / συνεχώς στον προγραμματισμό πτήσεων. Επιπλέον, με μέριμνα της εναγόμενης εταιρείας έχουν αποκτήσει, μετά από σχετική εκπαίδευση τους, την πτητική τους ικανότητα και για αεροσκάφη τύπου Β- 737, προκειμένου είτε να τους ανατεθούν εκ νέου στο μέλλον πτητικά καθήκοντα στα αεροσκάφη αυτού του τύπου, είτε να είναι ικανοί να αναζητήσουν θέση εργασίας σε άλλη αεροπορική εταιρεία σε αυτόν τον τύπο, σε περίπτωση που το επιθυμούν. Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν την καλή πίστη προς το πρόσωπο των εναγόντων της παραπάνω εταιρείας, η οποία ενήργησε με κριτήριο τη διατήρηση των θέσεων εργασίας τους, αλλά και των υπολοίπων ιπταμένων χειριστών, που προέρχονταν από τις πρώην "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", ενώ παράλληλα διατήρησε αμετάβλητο το μισθολογικό τους καθεστώς. Βέβαια είναι γεγονός ότι μετά τον κατά τα ως άνω μετασχηματισμό του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας την 12-12-2003 οι ενάγοντες έπαυσαν να απασχολούνται ως Κυβερνήτες σε αεροσκάφη τύπου Β-737 καθόσον η νέα εταιρία υιοθέτησε τα πρότυπα ασφαλείας που ίσχυαν στην Ολυμπιακή Αεροπορία και ιδίως αυτά που αφορούν την ελάχιστη πτητική εμπειρία που μπορεί να έχει κάποιος χειριστής Αεροσκαφών για να ασκήσει καθήκοντα Κυβερνήτη, αφού σύμφωνα με το Εγχειρίδιο Εκμετάλλευσης Sab - Past A Κεφάλαιο 5.2 περίπτωση 5.2.1.2. για να απασχοληθεί κάποιος χειριστής στην εναγομένη ως Κυβερνήτης Αεροσκαφών πρέπει να έχει συμπληρώσει 3000 ώρες πτήσεως στην εταιρία, το εγχειρίδιο δε αυτό είχε εγκριθεί από την Χ.Π.Α και ο παραπάνω όρος ήταν υποχρεωτικός για την εναγομένη, οι δε τρεις (δεύτερος, τρίτος, τέταρτος) ενάγοντες δεν είχαν 3000 ώρες πτητικής εμπειρίας στην εναγομένη και έτσι αυτοί απώλεσαν την πτητική τους ικανότητα σ' αυτά μέχρι τον Οκτώβριο του 2004, οπότε άρχισε και πάλι η εκπαίδευσή τους στον ως άνω τύπο αεροσκαφών. Η πιο πάνω καθυστέρηση όμως στην εκπαίδευσή τους, όπως και μέρους του προσωπικού της εταιρείας, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και οφείλεται σε εύλογες αιτίες. Συγκεκριμένα η διαδικασία μετασχηματισμού του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας ήταν εντελώς πρωτόγνωρη και εξαιρετικά πολύπλοκη και σύνθετη, με αποτέλεσμα να ατονήσουν οι υπόλοιπες δραστηριότητες της εταιρείας και έτσι δεν προγραμματίστηκε η εκπαίδευση των χειριστών. Επιπλέον, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο επικρατούσε μεγάλη αναταραχή στον κλάδο, αφού βρισκόταν σε εξέλιξη μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση των εργαζομένων (από το Δεκέμβριο του 2003 έως τα τέλη Φεβρουαρίου του 2004) και τα αεροσκάφη της εναγομένης ήσαν καθηλωμένα στο έδαφος, ενώ ελάμβαναν χώρα συνεχείς διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτής και των σωματείων των εργαζομένων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Ανεξάρτητα δε απ' αυτά, εκτός από την ετήσια εκπαίδευση, απαιτείτο και επιπλέον ομοιόμορφη και μεγαλύτερου εύρους και διάρκειας εκπαίδευση, ώστε να πληρούν όλοι οι χειριστές τις προϋποθέσεις των χειριστών που προέρχονταν από την Ολυμπιακή Αεροπορία και να εξασφαλίζεται έτσι στο μέγιστο βαθμό η απαίτηση της ασφάλειας των πτήσεων. Ειδικότερα δε οι 42 χειριστές, που προέρχονταν από τις "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, έπρεπε, πριν διατεθούν εκ νέου σε πτητικά καθήκοντα, να λάβουν την ίδια εκπαίδευση με τη μεγάλη πλειοψηφία των χειριστών της εταιρείας, δηλαδή την εκπαίδευση που είχαν λάβει οι υπόλοιποι 478 χειριστές, προκειμένου να υπάρχει ομοιομορφία στον κλάδο και κοινές διαδικασίες, όσον αφορά την εκπαίδευση των χειριστών. Παράλληλα κατά το σχεδιασμό που έγινε με τα νέα δεδομένα διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία διέθετε πλεονάζον ιπτάμενο προσωπικό στο σμήνος των αεροσκαφών Β-737, ενώ αντίθετα παρατηρήθηκε έλλειψη ιπτάμενου προσωπικού στο σμήνος των αεροσκαφών ATR και DASH. Τούτο δε επέβαλλε αναδιάρθρωση του ιπτάμενου προσωπικού με την εκπαίδευση των συγκυβερνητών σε άλλο τύπο αεροσκαφών, ανάλογα με τις υφιστάμενες επιχειρησιακές ανάγκες της εταιρείας. Στα πλαίσια της αναδιαρθρώσεως αυτής, η τελευταία πρότεινε στους συγκυβερνήτες, που προέρχονταν από τις πρώην "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", να τους εκπαιδεύσει άμεσα και να τους αναθέσει πτητικά καθήκοντα στο σμήνος των αεροσκαφών ATR και DASH, προκειμένου να αντιμετωπίσει τόσο το ζήτημα της εκπαιδεύσεως και του πτυχίου της πτητικής τους ικανότητας, όσο και για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αναδιαρθρώσεως των χειριστών της. Οι συγκυβερνήτες αυτοί όμως, τόσο οι ίδιοι ατομικά όσο και το συνδικαλιστικό τους όργανο, αντέδρασαν και δεν δέχτηκαν να εκτελούν καθήκοντα στο πιο πάνω σμήνος, παρά το ότι τούτο δεν είχε καμία περαιτέρω επίπτωση στο εργασιακό τους καθεστώς, συμπεριλαμβανομένου και του μισθολογικού, αφού ήδη από την 12-12-2003 με τον πιο πάνω μετασχηματισμό είχε ήδη επέλθει σημαντική αύξηση του μισθού τους. Ο λόγος δε για τον οποίο προκρίθηκε η λύση της επιλογής των παραπάνω συγκυβερνητών στο σμήνος των αεροσκαφών ATR και DASH έχει ως βάση τις αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας της λειτουργίας της εταιρείας υπό τις νέες συνθήκες. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι ιπτάμενοι χειριστές, που ανήκαν στις τάξεις της εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", είχαν προσληφθεί, όπως και-οι ενάγοντες με σύμβαση εργασίας τα έτη 1998-1999 και εξαιτίας της φύσεως και της λειτουργίας της εταιρείας κάτω από το προηγούμενο καθεστώς, αφ' ενός μεν είχαν δεχθεί εκπαίδευση κατά τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαιδεύσεως χειριστών που ορίζει η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, αφ' ετέρου δε, είχαν συμπληρώσει λίγες συγκριτικά με τα έτη υπηρεσίας τους ώρες πτήσης, αφού η απασχόλησή τους σε πλήρη ανάπτυξη αφορούσε κυρίως τους θερινούς μήνες, ενώ το υπόλοιπο διάστημα ήταν (κυρίως κατά τα έτη 1999 και 2000) σε διαθεσιμότητα χωρίς να εκτελούν πτήσεις, με εξαίρεση το τελευταίο έτος πριν το μετασχηματισμό, οπότε η "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." είχε μισθώσει τα αεροσκάφη των "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΩΝ Α.Ε.", μαζί με το πλήρωμα τους. Αντίθετα οι χειριστές, που προέρχονταν από την "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", αφ' ενός μεν είχαν δεχθεί εκπαίδευση αυξημένων απαιτήσεων σε σχέση με τα ελάχιστα οριζόμενα από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, αφ' ετέρου δε λόγω της συνεχούς δραστηριοποιήσεως της εταιρείας με τακτικές πτήσεις και πλήρες πρόγραμμα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, είχαν στην διάρκεια του έτους πολλαπλάσιες συμπληρωμένες ώρες πτήσης, ακόμη και με λιγότερα έτη υπηρεσίας σε σχέση με τους πρώτους. Έτσι, λοιπόν, η εναγομένη, χωρίς να θεωρεί τους ενάγοντες πιλότους κατώτερης στάθμης, ούτε να ισχυρίζεται ότι έχουν μειωμένες ικανότητες ως ιπτάμενοι χειριστές, αλλά με μοναδικό της κριτήριο την ασφάλεια των πτήσεων και λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω αντικειμενικά δεδομένα, έκρινε ότι η καταλληλότερη λύση, τόσο για τους πιο πάνω συγκυβερνήτες, όσο και για την εξυπηρέτηση των επιχειρησιακών αναγκών της ίδιας, ήταν η προώθηση των πρώτων για εκπαίδευση στο σμήνος των ATR και DASH. Επιπλέον, η επιλογή από την τελευταία να εμμείνει σε διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση λύσης, αντί της οξύνσεως των σχέσεων και της έναρξης δικαστικής διαμάχης μεταξύ των μερών, είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην απαιτούμενη εκπαίδευση των παραπάνω χειριστών, με αποτέλεσμα πολλοί από τους κυβερνήτες - συγκυβερνήτες αυτούς να απολέσουν την πτητική τους ικανότητα, ενώ παρήλθε και ο συνήθης χρόνος της εκπαιδευτικής περιόδου για τέτοιου είδους εκπαιδεύσεις και ήταν αδύνατος ο προγραμματισμός της κατά τη διάρκεια του θέρους. Ακολούθως, με τη λήξη της θερινής περιόδου, επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ της εναγομένης και των ιπταμένων χειριστών της Ε.Ι.Χ.Μ.Α. και υπογράφηκε το από 30-11-2004 πρακτικό Συμβιβαστικής Επιλύσεως της Διαφοράς μεταξύ αυτής, της Ε.Ι.Χ.Μ.Α. και δέκα εννέα χειριστών αυτής (εκτός των εναγόντων). Στο πρακτικό αυτό οι παραπάνω αναγνωρίζουν αφενός μεν την ύπαρξη πλεονάζοντος προσωπικού στο σμήνος των αεροσκαφών τύπου Β- 737 και την ταυτόχρονη έλλειψη ιπτάμενου προσωπικού στο σμήνος των αεροσκαφών ATR και DASH, αφετέρου δε συμφωνούν στη μετάθεση ορισμένου αριθμού απ' αυτούς στο συγκεκριμένο σμήνος με την άμεση εκπαίδευσή τους σ' αυτά. Αμέσως δε μετά την ως άνω υπογραφή του πρακτικού αυτού δόθηκε η εντολή για την άμεση μετεκπαίδευση των συγκυβερνητών αυτών, συμπεριλαμβανομένου και των εναγόντων παρά το ότι αυτοί δεν είχαν υπογράψει το προαναφερόμενο πρακτικό. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη από τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2003 (πριν από την πραγματοποίηση του μετασχηματισμού του Ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας) μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου του έτους 2004 αντιμετώπισε μεγάλη απεργιακή κινητοποίηση του κλάδου των ιπτάμενων συνοδών και φροντιστών, κατά την οποία τα περισσότερα από τα αεροσκάφη της παρέμεναν καθηλωμένα στο έδαφος. Έτσι η εταιρεία για την αποτροπή του κινδύνου οικονομικής καταστροφής της και λόγω της επείγουσας περιπτώσεως αναγκάστηκε να ναυλώσει κατά το ως άνω χρονικό διάστημα αεροσκάφη ιδιοκτησίας τρίτων εταιρειών με το σύστημα "wet lease - AMCI (aircraft, crew, maintenance insurance), (δηλαδή πλήρωμα, αεροσκάφος, συντήρηση, ασφάλιση), ή διαδικασία της οποίας είναι ταχύτατη. Επομένως, από την ως άνω εύλογη αιτία η εναγομένη υποχρεώθηκε να χρησιμοποιήσει μόνο κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και υπό τις ως άνω συνθήκες χειριστές τρίτων εταιρειών, με συνέπεια τον προσωρινό παροπλισμό του μεγαλύτερου μέρους των ιπτάμενων χειριστών της, όπως και των εναγόντων χωρίς καμία διάκριση. Επιπλέον, μόνο κατά το μήνα Μάρτιο του 2004 πολλοί από τους ιπτάμενους χειριστές της εταιρείας με τη θέληση τους δέχθηκαν να μην κάνουν χρήση των ημερών αναπαύσεώς τους (repo) ή να αλλάξουν το πρόγραμμα πτήσεων προς εξυπηρέτησης αυτής. Τούτο όμως έγινε λόγω των πολύ εξαιρετικών και ασυνήθιστων συνθηκών, που επικρατούσαν κατά το μήνα αυτό (επάνοδος μετά απεργία τριών μηνών και βουλευτικές εκλογές), σε καμία δε περίπτωση δεν είχε κάποια επίδραση στους ως άνω αντικειμενικούς λόγους που επέβαλαν την' μη εκτέλεση πτητικών καθηκόντων από τους ενάγοντες κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο. Η εναγομένη ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα μέσα στα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και απόλυτα δικαιολογημένα, έκρινε ότι οι ενάγοντες, όπως και οι λοιποί χειριστές αεροσκαφών, που προέρχονταν από την εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε.", έπρεπε να λάβουν όχι την ολιγόωρη επαναληπτική εκπαίδευση, αλλά εκ νέου και από την αρχή εκπαίδευση όμοια με αυτήν που είχαν λάβει οι υπόλοιποι χειριστές, που προέρχονταν από την Ολυμπιακή Αεροπορία και την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα. Η εκπαίδευση δε αυτή, λόγω του σύνθετου χαρακτήρα της, διαρκεί περίπου τέσσαρες (4) μήνες, δεδομένου ότι περιλαμβάνει τμήμα αυτής τόσο στο έδαφος, με μαθήματα και εξάσκηση σε εξομοιωτές πτήσεων αρχικά, όσο και σε πραγματικές πτήσεις στη συνέχεια. Ακόμη, πρέπει, να σημειωθεί ότι λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών λειτουργίας μίας αεροπορικής εταιρείας, οι εκπαιδεύσεις δεν μπορούν να οριστούν κατά τη θερινή περίοδο (από 15 Μάιου έως 31 Οκτωβρίου κάθε έτους), αφού το κύριο μέλημα κατά την περίοδο αυτή είναι η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού. Έτσι, για να ολοκληρωθεί η εκπαίδευση μέχρι τις αρχές Ιουνίου, θα έπρεπε να ξεκινήσει το αργότερο κατά τις αρχές Μαρτίου, πράγμα όμως που ήταν αδύνατο να συμβεί κατά την ως άνω επίδικη χρονική περίοδο λόγω της προαναφερόμενης διαδικασίας του μετασχηματισμού. Ακολούθως, η εναγομένη εταιρεία με την από 17-12-2004 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε στους ενάγοντες, στις 20-12-2004, κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις εργασίας, η δε καταγγελία αυτή, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους δεν είναι καταχρηστική διότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε από λόγους εκδικήσεως της εναγομένης προς αυτούς. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως κατά της δικαστικής αποφάσεως, αν το δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και γενικώς αυτοτελούς αιτήσεως των διαδίκων και είναι ουσιώδεις δηλ. ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" αποτελούν επίσης και οι λόγοι εφέσεως (κύριοι και πρόσθετοι), με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ακόμη και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Έτσι, η μη λήψη υπόψη λόγου εφέσεως ή πρόσθετου λόγου ιδρύει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ή τον λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό και ακόμη αν ο μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός ή λόγος εφέσεως είναι μη νόμιμος ή απαράδεκτος διότι τότε δεν είναι ουσιώδης ως μη ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σχετικά με τους πρόσθετους λόγους, πρέπει να σημειωθεί ότι αποτελούν "πράγματα" μόνο όταν, όσον αφορά τα εκκληθέντα κεφάλαια, περιέχουν νέες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες, όμως, δεν ταυτίζονται με πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του εκκαλούντος προς ενίσχυση των λόγων εφέσεως του κυρίου δικογράφου, ή αναφέρονται σε κεφάλαια της εκκαλουμένης αποφάσεως που συνέχονται αναγκαστικά με τα προσβληθέντα με την έφεση. Δεν αποτελούν δε αυτοί "πράγματα" όταν πλήττουν μη εκκληθέντα αυτοτελή κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως διότι τότε ως απαράδεκτοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τους παραδεκτώς ασκηθέντες με τις προτάσεις πρόσθετους λόγους εφέσεως. Όμως, από την επισκόπηση των εν λόγω προτάσεων προκύπτει ότι οι μεν 1ος, 2ος, 4ος, και 5ος πρόσθετοι λόγοι ταυτίζονται με τους λόγους της εφέσεως που έλαβε υπόψη το Εφετείο και δεν περιέχουν νέες αιτιάσεις αλλά απλώς ενισχύουν τους λόγους εφέσεως με επιπλέον πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, ενώ ο 3ος, πλήττει μη εκκληθέν με την έφεση και μη αναγκαίως συνεχόμενο με τα εκκληθέντα κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αναφέρεται στην από αυτήν απόρριψη του κονδυλίου για επιδίκαση οικογενειακού επιδόματος στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων και άρα ήταν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σημειώνεται ότι τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την έφεση αναφέρονται στην απόρριψη από την εκκαλουμένη των αγωγικών αιτημάτων για επιδίκαση α) μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και β) αμοιβής για απασχόληση κατά τις Κυριακές, αργίες και νύκτες. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να μη λάβει υπόψη του τους ως άνω πρόσθετους λόγους εφέσεως άφησε αδίκαστη την εν λόγω έφεση, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εν λόγω δικαστήριο δίκασε την έφεση αυτή και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να θεωρήσει ως υποχρεωτικό για την αναιρεσίβλητη αεροπορική εταιρεία τον όρο του Εγχειριδίου Εκμεταλλεύσεως Sud - Past Α Κεφάλαιο 5.2. περίπτωση 5.2.1.2, κατά τον οποίο για να απασχοληθεί κάποιος χειριστής στην αναιρεσίβλητη ως Κυβερνήτης Αεροσκαφών πρέπει να έχει συμπληρώσει 3000 πτήσεις στην εταιρεία, ενώ αυτός (ο όρος) είχε αποκλειστικά συμβουλευτικό χαρακτήρα, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ΠΔ 207/2002. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, καθόσον στην επικαλούμενη διάταξη δεν αναφέρεται μεταξύ των συμβουλευτικού χαρακτήρα εγχειριδίων και το ανωτέρω. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη το σφάλμα ότι κακώς δέχτηκε ότι ο ως άνω όρος του εγχειριδίου εκμεταλλεύσεως αφορούσε τους αναιρεσείοντες καθόσον αυτοί ήταν ήδη Κυβερνήτες Αεροσκαφών, είναι απαράδεκτος διότι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι σύμφωνα με τα πρότυπα ασφαλείας που υιοθέτησε η αναιρεσίβλητη, οι αναιρεσείοντες δεν διέθεταν την ελάχιστη πτητική εμπειρία των 3000 ωρών πτήσεως ώστε να ασκούν καθήκοντα Κυβερνήτη Αεροσκαφών. Απορριπτέοι επίσης είναι α) ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβάσεως του άρθρου 2 του ΠΔ 207/2002, προεχόντως ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόστηκε από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο από τον αριθ. 8 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο ο όρος του ανωτέρω εγχειριδίου εκμεταλλεύσεως σχετικά με τις απαιτούμενες ώρες πτήσεως για την άσκηση καθηκόντων Κυβερνήτη Αεροσκαφών, δεν ήταν υποχρεωτικός για την αναιρεσίβλητη και σε κάθε περίπτωση δεν τους αφορούσε, ως αβάσιμος καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός, που αποτελούσε περιεχόμενο και του πρώτου λόγου εφέσεως λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος, αφού έγιναν δεκτά τα αντίθετα και γ) ο από τον αριθ. 11 του αυτού άρθρου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του το προσκομισθέν με επίκληση, από 1-12-2003 εγχειρίδιο εκμεταλλεύσεως Sab Part καθώς και το ΠΔ 207/2002, ως αβάσιμος όσον αφορά στο εν λόγω εγχειρίδιο εκμεταλλεύσεως, διότι από την προσβαλλόμενη απόφασή προκύπτει ότι το έλαβε υπόψη αφού γίνεται ρητή μνεία αυτού και ως απαράδεκτος όσον αφορά στο ως άνω Π. Δ/γμα, αφού τούτο δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2009 αίτηση των X1 κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5318/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ