Legislator Case Law & Legislation
539/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding real servitude of parking over large area.

Case Number 539/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for a real servitude of parking. The appellants argued the lower court erred in finding the servitude abusive due to the large area involved, but the court held the servitude was no longer justified because the appellants' continued parking unreasonably blocked the respondent's economic use of the land. Consequently, the court ruled the lower court's application of Article 281 of the Civil Code was correct and the appeal was baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1118, 1119, 1120, 1121, 281 of the Civil Code; A real servitude ceases to exist if its exercise becomes abusive or exceeds the limits of good faith and economic utility, and an appellate court may uphold a lower court's finding of abuse of right if supported by sufficient reasoning.

Keywords

AI generated
real servitude abuse of right good faith economic utility appellate review Civil Code parking servitude

Cited Legislation

AI generated
Articles 1118, 1119, 1120, 1121 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 539/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Ξ. του Β. και της Μ., 2) Β. Ξ. του Μ. και της Κ., 3) Β. Ξ. του Β. και της Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα-Βαλεντίνα Ανδρικοπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ξ. του Μ. και της Κ., 2) Κ. Ξ. του Ν. και της Ο., κατοίκων Μυκόνου, θέση Δρακουρί, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Αργυροπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 188ΤΜ/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-3-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 17-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 58/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 8-12-2017 έφεση των αναιρεσειόντων, και η από 2-10-2019 αντέφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 188/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που απέρριψε την από 26-5-2015 αγωγή των εναγόντων- αναιρεσειόντων, περί αναγνώρισης δικαιώματος πραγματικής δουλείας στάθμευσης σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων- αναιρεσιβλήτων και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής με την προσθήκη της εν λόγω δουλείας στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα, γενομένης δεκτής της σχετικής περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων, ενστάσεως των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ. 1 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 του ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος (θετική πραγματική δουλεία).

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι, μεταξύ άλλων, η δουλεία οδού, αντλήσεως ύδατος, σταθμεύσεως κλπ. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Έτσι η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δουλείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. προκύπτει, ότι το δικαίωμα άσκησης της πραγματικής δουλείας, από τον εκάστοτε κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου, εφόσον το τελευταίο έχει καταστεί αυτάρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με την συνδρομή και άλλων περιστατικών, θεωρείται ότι γίνεται καταχρηστικά, για το λόγο δε αυτό απαγορεύεται η άσκησή του, όταν από την όλη συμπεριφορά του δικαιούχου και από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, γίνεται φανερό ότι η συνέχιση άσκησης της πραγματικής δουλείας υπερβαίνει προφανώς πλέον τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου μπορεί είτε να προβάλει τη σχετική εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση, ως εναγόμενος στην περί αναγνώρισης του δικαιώματος δουλείας του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου, αγωγή, είτε να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση της καταχρηστικής άσκησης της δουλείας από τον κύριο του δεσπόζοντος ακινήτου και να ζητήσει την απαγόρευση άσκησης της δουλείας στο μέλλον, αφού από το άρθρο 281 Α.Κ.

δεν γίνεται διάκριση ως προς το δικονομικό τρόπο προβολής από το θιγόμενο της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τον αντίδικο (A.Π.1019/2014, Α.Π. 1454/2011, 1009/2009). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. : "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 559/2020).Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Α.Π. 559/2020, ΑΠ1158/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 9/1997). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (Α.Π. 1419/2023, ΑΠ 1277/2015).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ1419/2023, Α.Π.353/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα.

Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998, Α.Π. 1419/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της "πράγματα" που δεν είχαν προταθεί παραδεκτά, και ειδικότερα την εκ του άρθρου 281 Α.Κ.

ένσταση των εναγομένων αναιρεσιβλήτων και απέρριψε κατά παραδοχή της την ένδικη αγωγή τους, αν και η εν λόγω ένσταση δεν ήταν ορισμένη και δεν είχε υποβληθεί νόμιμα, ήτοι με συγκεκριμένο αίτημα απόρριψης της αγωγής. Ωστόσο ο προκείμενος λόγος κρίνεται αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

του εφετηρίου εγγράφου, τέτοιος ισχυρισμός ως λόγος εφέσεως δεν προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στη προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα από τους εναγομένους δια των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών τους, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή δικαιώματός τους πραγματικής δουλείας σταθμεύσεως και επανέφεραν στο Εφετείο με τις εκεί κατατεθείσες προτάσεις τους, την οποία και αποδεχόμενο απέρριψε την αγωγή τους ως ουσία αβάσιμη, αν και δεν ήταν ορισμένη και νόμιμη, ούτε και περιείχε αίτημα για την απόρριψη της αγωγής για το λόγο αυτό.

Και ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

του εφετηρίου εγγράφου, τέτοιος ισχυρισμός ως λόγος εφέσεως δεν προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

ΙΙΙ) Περαιτέρω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 58/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, για το ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αξίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1973 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Μυκόνου, Δ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα ......ο δεύτερος εκκαλών - δεύτερος ενάγων, Β. Ξ. απέκτησε, με αγορά από τον πατέρα του, Μ. Ξ. του Ν., την κυριότητα ενός αγρού, που βρίσκεται στη θέση "..." της νήσου Μυκόνου, ....... σύμφωνα δε με τις κτηματολογικές εγγραφές του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου, είναι επιφάνειας 4.112, 26 τ.μ., ......(ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου).

Ακολούθως δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2011 συμβολαίου γονικής παροχής του τότε Συμβολαιογράφου Μυκόνου, Π. Τ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου με αριθμό πρωτοκόλλου ...2011, όπως το συμβόλαιο αυτό διορθώθηκε στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. ...2013 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε επίσης νόμιμα στα ίδια παραπάνω κτηματολογικά βιβλία με αριθμό πρωτοκόλλου ...2013, ο δεύτερος εκκαλών - δεύτερος αντεφεσίβλητος- δεύτερος ενάγων, Β.

Ξ., μεταβίβασε το ως άνω ακίνητό του, λόγω γονικής παροχής στο υιό του και πρώτο εκκαλούντα - πρώτο αντεφεσίβλητο - πρώτο ενάγοντα, παρακρατώντας ο ίδιος το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας επ' αυτού........ Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1997 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Μυκόνου, Ε. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου....

ο δεύτερος εκκαλών-δεύτερος αντεφεσίβλητος - δεύτερος ενάγων, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στην κόρη του και τρίτη εκκαλούσα - τρίτη αντεφεσίβλητη - τρίτη ενάγουσα, την πλήρη κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που έλαβε στην συνέχεια ΚΑΕΚ ..., εμβαδού ....... κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 3.783 τ.μ.. το οποίο βρίσκεται στην θέση ...

και κατά τον τίτλο κτήσεως Δρακουρί της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μυκόνου (ακολουθεί περιγραφή του ακινήτου). Και το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην πλήρη κυριότητα του δεύτερου εκκαλούντος - δεύτερου αντεφεσίβλητου - δεύτερου ενάγοντος από αγορά από τον πατέρα του Μ. Ξ., δυνάμει του ιδίου ως άνω υπ' αριθμ. ...1973 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Μυκόνου, Δ.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου...... Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθμό ...1975 δωρητηρίου εν ζωή συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυκόνου, Δ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου στον τόμο ..., ο πρώτος εφεσίβλητος- πρώτος αντεκκαλών - πρώτος εναγόμενος.

Ν. Ξ. (αδελφός του δεύτερου εκκαλούντος, Β. Ξ.) απέκτησε, λόγω δωρεάς από τον πατέρα του, Μ. Ξ., την πλήρη κυριότητα ενός αγρού, το οποίο περιγράφεται στον τίτλο, ως αγρός κείμενος στην θέση ..., εκτάσεως μισής ζευγαριάς ή ενός και μισού (1 1/2) στρεμμάτων περίπου, επιλεγόμενος ... και συνορευόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία ιδίου δωρητού Μ.

Ξ. και με δημόσια οδό και πλατεία δημιουργηθείσα υπ' αυτού εκ τμήματος παραχωρηθέντος αγρού προς στάθμευση των οχημάτων των τέκνων του. Ο εν λόγω αγρός .....έκτασης σύμφωνα με τις κτηματολογικές εγγραφές 3.682 τ.μ., το οποίο είναι όμορο με τα παραπάνω ακίνητα των εκκαλούντων αντεφεσιβλήτων - εναγόντων και ανατολικά σε σχέση με την ως άνω ιδιοκτησία της τρίτης εκκαλούσας - τρίτης αντεφεσίβλητης - τρίτης ενάγουσας και δυτικά του ακινήτου του πρώτου εκκαλούντος - πρώτου αντεφεσιβλήτου - πρώτου ενάγοντος, επικαρπωτής του οποίου είναι ο δεύτερος εκκαλών - δεύτερος ενάγων .

Δυνάμει της με αριθμό ... άδειας οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Σύρου ο πρώτος εφεσίβλητος- πρώτος αντεκκαλών-πρώτος εναγόμενος, Ν. Ξ., ανήγειρε στο ως άνω αγροτεμάχιό του μία ενιαία στατικά και λειτουργικά οικοδομή, την οποία υπήγαγε στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με το ΝΔ 1024/1971, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2006 πράξης σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών του Συμβολαιογράφου Μυκόνου, Μ.

Π. που καταχωρίστηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου, με αριθμό καταχώρησης ...2006, συστήνοντας τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες επί του ανωτέρω ακινήτου........ Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2006 συμβόλαιο γονικής παραοχής οριζοντίων ιδιοκτησιών του ως άνω ίδιου συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα ίδια παραπάνω βιβλία με αριθμό καταχώρησης ...2006, ο πρώτος εφεσίβλητος - πρώτος αντεκκαλών - πρώτος εναγόμενος, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής στην θυγατέρα του και δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη αντεκκαλούσα - δεύτερη εναγόμενη, από τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, τις υπό στοιχεία ΚΑΤΟΙΚΙΑ και ΑΠΟΘΗΚΗ ΔΥΟ (2), Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του δεύτερου ενάγοντος.

του πρώτου εναγόμενου και του μάρτυρα ανταπόδειξης, Μ. Ξ., μεταβίβασε στους ως άνω υιούς του τα παραπάνω ακίνητα, τα οποία, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, Π. Ξ., αδελφός των ως άνω διαδίκων, επειδή τα ως άνω ακίνητα, που τους μεταβίβασε ο πατέρας τους, ήταν καλλιεργήσιμα και καλλιεργούντο τον χρόνο αυτό, πλην ενός τμήματος, που δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί και το οποίο περιλαμβανόταν εντός του ακινήτου με ΚΑΕΚ 29 0850404054/0/0, που μεταβίβασε με το με αριθμό ...

συμβόλαιο δωρεάς στον πρώτο εφεσίβλητο - πρώτο αντεκκαλούντα - πρώτο εναγόμενο, Ν. Ξ., τον χώρο αυτόν, έκτασης 464, 98 τ.μ.,......., διαμόρφωσε τότε έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν τα δημιουργηθέντα νέα αγροτεμάχια, που μεταβίβασε στα τέκνα του, δεδομένου ότι πλέον δεν αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο με έναν κύριο, και συγκεκριμένα διαμόρφωσε το τμήμα αυτό του εν λόγω ακινήτου προκειμένου να σταθμεύουν τα σχήματά τους τα τέκνα του, που τους είχε μεταβιβάσει αγροτεμάχια εκεί, γεγονός το οποίο και ανέφερε στο προαναφερόμενο με αριθμό ...

δωρητήριο συμβόλαιο .Από τότε, ήτοι από το 1975, που ο πατέρας τους Μ. Ξ. διαμόρφωσε το παραπάνω μη καλλιεργήσιμο τμήμα -του ακινήτου που δώρισε στον υιό του, πρώτο εφεσίβλητο - πρώτο αντεκκαλούντα - πρώτο εναγόμενο, Ν. Ξ., σε χώρο στάθμευσης των οχημάτων των τέκνων του, που μετέβαιναν στα γύρω από αυτό ακίνητά τους, ο δεύτερος εκκαλών - δεύτερος αντεφεσίβλητος - δεύτερος ενάγων, Β.

Ξ., που είχε ήδη αποκτήσει, όπως προαναφέρθηκε, από τον πατέρα του τα γειτονικά ακίνητα, που έλαβαν αργότερα ΚΑΕΚ ... και ..., χρησιμοποιούσε το ως άνω διαμορφωμένο αυτό τμήμα του ως άνω γεωτεμαχίου του αδελφού του - πρώτου εφεσιβλήτου - πρώτου αντεκκαλούντος - πρώτου εναγόμενου (και ήδη συνιδιοκτησίας αμφότερων των εφεσιβλήτων - αντεκαλούντων -εναγόμενων) με ΚΑΕΚ ..., προκειμένου να σταθμεύει το αυτοκίνητό του και να διέρχεται στα ως άνω ακίνητά του, αρχικά κυρίως να τα επιβλέπει και να τα καλλιεργεί και αργότερα, όταν είχε αναγείρει εντός αυτού οικία 90 τμ και μεταβίβασε το πρώτο από αυτά, κατά ψιλή κυριότητα, στον υιό του (πρώτο εκκαλούντα - πρώτο ενάγοντα), (βλ.

το με αριθμό ...2011 συμβόλαιο), ερχόταν κυρίως κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών, που παραθέριζε με την οικογένειά του στη Μύκονο, καθώς τους υπόλοιπους μήνες διέμενε στον Πειραιά, όπου είναι και ο τόπος της κύριας κατοικίας του και χρησιμοποιούσε τον επίμαχο χώρο για τον σκοπό αυτό. Την ίδια χρήση έκανε ο δεύτερος εκκαλών, από το 1975 στο εν λόγω διαμορφωμένο τμήμα του ακινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου - πρώτου αντεκκαλούντος - πρώτου εναγομένου, για να μεταβαίνει και στο έτερο ακίνητό του με ΚΑΕΚ ..., μέχρι το 1997, που το μεταβίβασε στην θυγατέρα του, τρίτη εκκαλούσα - τρίτη αντεφεσίβλητη - τρίτη ενάγουσα .

Η ύπαρξη και χρήση του ως άνω χώρου για τις ανάγκες στάθμευσης του αυτοκινήτου του δεύτερου εκκαλούντος - δεύτερου ενάγοντος, όπως και των αυτοκινήτων των άλλων αδελφών του, που είχαν αποκτήσει ακίνητα γύρωθεν από τον πατέρα τους, συνάγεται κυρίως, όπως προαναφέρθηκε, από τον ως άνω τίτλο κτήσης του πρώτου εφεσιβλήτου - πρώτου αντεκκαλούντος - πρώτου εναγόμενου και συγκεκριμένα από το υπ' αριθμ. ...1975 δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μυκόνου, Δ.

Μ., όπου ρητά αναφέρεται ότι το ακίνητο, που του δώρισε ο πατέρας τους Μ. Ξ. του Νικολάου, το οποίο έχει λάβει ήδη ΚΑΕΚ ..., βαρύνεται με την παραπάνω δουλεία. Ειδικότερα, στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται επί λέξει ότι: "Έτερον αγρόν κείμενον εις θέσιν ..., εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς ή ενός και ημίσεος (1 1/2) στρέμματος περίπου, επιλεγόμενος ...

και συνορευόμενον γύρωθεν με ιδιοκτησίας ίδιου δωρητού Μ. Ξ. και με δημοσίαν οδόν και πλατείαν δημιουργηθείσαν υπ' αυτού εκ τμήματος παραχωρηθέντος αγρού προς στάθμευσιν των οχημάτων των τέκνων του". Η μνεία δε αυτή της παραπάνω δουλείας στάθμευσης στο ανωτέρω συμβόλαιο, παρόλο που δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο σύστασης δουλεία......., αφού το συμβόλαιο αυτό έχει μεταγραφεί μόνον, ως προς την δωρεά εν ζωή και όχι και ως προς τη σύσταση της ως άνω πραγματικής δουλείας (οι διάδικοι δεν επικαλούνται το αντίθετο, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα μεταγραφή του ως άνω τίτλου και ως προς την ως άνω δουλεία), έχει μεγάλη αποδεικτική σημασία, διότι αποτελεί μαρτυρία σε ανύποπτο χρόνο, που περιέχεται σε δημόσιο έγγραφο του έτους 1975, προερχόμενη από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων και αποδεικνύει, σε συνδυασμό και με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, αλλά και την ανωμοτί εξέταση του δεύτερου ενάγοντος ότι ο δεύτερος εκκαλών - δεύτερος αντεφεσίβλητος - δεύτερος ενάγων απέκτησε νομίμως, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, δικαίωμα πραγματικής δουλείας στάθμευσης του αυτοκινήτου του στο συγκεκριμένο τμήμα του δουλεύοντος ακινήτου του αδελφού του πρώτου εφεσιβλήτου - πρώτου αντεκκαλούντος - πρώτου εναγόμενου (και ήδη και της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης αντεκκαλούσας - δεύτερης εναγόμενης από το έτος 2006) υπέρ των ως άνω γειτονικών δεσποζόντων ακινήτων του, λόγω της συνεχούς διέλευσης και στάθμευσης των οχημάτων αυτού, με διάνοια οιονεί δικαιούχου δουλείας για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία, αναγόμενο από το 1975 μέχρι για με το πρώτο ακίνητό του το 2011, για δε το δεύτερο ακίνητό του μέχρι το 1997, που τα μεταβίβασε στα τέκνα του, πρώτο εκκαλούντα - πρώτο αντεφεσίβλητο, πρώτο ενάγοντα και τρίτη εκκαλούσα - τρίτη αντεφεσίβλητη - τρίτη ενάγουσα.

Οι τελευταίοι και αυτοί απέκτησαν επίσης με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα πραγματικής δουλείας υπέρ των δεσποζόντων ακινήτων τους, στο παραπάνω τμήμα του δουλεύοντος ως άνω ακινήτου, αφού και αυτοί χρησιμοποιούσαν με διάνοια οιονεί δικαιούχου δουλείας και με καλή πίστη τον ως άνω χώρο, για να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους κατά το διάστημα της παραμονής τους στις ανωτέρω ιδιοκτησίες τους κατά τους θερινούς μήνες για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους (από το έτος 2011 ο πρώτος ενάγων και από το έτος 1997 η τρίτη ενάγουσα, που απέκτησαν, όπως εκτέθηκε παραπάνω, τις ανωτέρω ιδιοκτησίες) και του χρόνου νομής του πατέρα τους και κοινού δικαιοπαρόχου τους.

Ο ισχυρισμός και σχετικός λόγος αντέφεσης ότι πρόκειται για προσωπική δουλεία και όχι πραγματική είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα των εκκαλούντων - εναγόντων για στάθμευση των οχημάτων τους επί του επιδίκου τμήματος του ακινήτου των εφεσιβλήτων - εναγόμενων συνίσταται σε κάποια ειδική επωφελή χρησιμοποίηση επί ξένου ακινήτου, για την εξυπηρέτηση των ακινήτων τους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την πάροδο των χρόνων τα δύο ως άνω δεσπόζοντα ακίνητα έπαυσαν να καλλιεργούνται και σ' αυτά, όπως και στο δουλεύον ακίνητο ανεγέρθηκαν οικοδομές και συγκεκριμένα στο τελευταίο (δουλεύον) χρησιμοποιείται η οικοδομή από τους κυρίους της (εφεσίβλητους - εναγομένους) ως κύρια κατοικία τους και οι οικίες, που βρίσκονται στα δύο δεσπόζοντα ακίνητα, που εν τω μεταξύ μεταβιβάστηκαν από τον πατέρα τους Β.

Ξ. στα τέκνα του, το μεν πρώτο κατά ψιλή κυριότητα, χρησιμοποιούνται από αυτούς (εκκαλούντες - ενάγοντες) ως θερινές κατοικίες, καθόσον αυτοί είναι κάτοικοι Πειραιά Αττικής, το οίκημα δε που βρίσκεται στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., όπως αναφέρθηκε από τον ίδιο τον δεύτερο εκκαλούντα - δεύτερο ενάγοντα, που είναι επικαρπωτής αυτού, το εκμισθώνει και σε τρίτους.

Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε από τα με αριθμούς ... και ...2011 και ...2013 ως άνω συμβόλαια τα δεσπόζοντα εδώ ακίνητα είναι επιβαρημένα πλέον με δουλεία διόδου υπέρ των γειτονικών ακινήτων, τα ίδια δε δεν είναι περίκλειστα, αλλά αντίθετα έχουν άμεση πρόσβαση στο δημόσιο δρόμο με το οποίο συνορεύουν από τον οποίο και εξυπηρετούνται πλήρως και αυτόν χρησιμοποιούν.

Πλέον όλοι οι διάδικοι τα ακίνητά τους τα έχουν περιφράξει με τοιχίο από πέτρα, έχουν διαμορφώσει τον εσωτερικό χώρο του ακινήτους τους, εντός των οποίων υπάρχουν οι οικοδομές, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιούνται από μεν τους εκκαλούντες - ενάγοντες για θερινές κατοικίες από δε τους εφεσίβλητους - αντεκκαλούντες - εναγομένους για κατοικία τους και οι δουλείες διόδου έχουν ασφαλτοστρωθεί, όπως εμφαίνονται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.

Τα δεσπόζοντα ακίνητα δε των εκκαλούντων - εναγόντων, που είναι και σε επιφάνεια μεγαλύτερα του δουλεύοντος ακινήτου, έχουν αρκετά μεγάλο περιβάλλοντα χώρο, στον οποίο οι τελευταίοι (εκκαλούντες -ενάγοντες) μπορούν επαρκώς να σταθμεύουν τα αυτοκίνητό τους κατά τους θερινούς μήνες που πηγαίνουν, όπως και οι εκάστοτε μισθωτές τους.

Άλλωστε, τόσο ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ο οποίος είναι αδελφός του δεύτερου ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου και θείος των λοιπών διαδίκων, όσο και ο δεύτερος ενάγων κατά την εξέτασή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της αγωγής κατέθεσαν ότι η τρίτη εκκαλούσα - τρίτη αντεφεσίβλητη - τρίτη ενάγουσα εξυπηρετείται επαρκώς από τον ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας της, τον οποίο και ήδη χρησιμοποιεί, για να σταθμεύει το αυτοκίνητό της, χωρίς να κάνει ήδη χρήση του επιδίκου χώρου .

Με τη διαμορφωμένη επομένως αυτή κατάσταση τα δεσπόζοντα ακίνητα δεν έχουν ανάγκη της επίμαχης, μη παρέχουσας πλέον καμία ωφέλεια η χρησιμότητα, δουλείας στάθμευσης των οχημάτων τους, αφού οι ενάγοντες έχουν τη δυνατότητα να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους στον περιβάλλοντα χώρο των ως άνω ακινήτων τους κατά τους θερινούς μήνες, που διαμένουν σ' αυτά, και έχουν καταστεί αυτάρκη, εξυπηρετούμενα, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) από τον επαρκή περιβάλλοντα χώρο των ακινήτων τους για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους, χωρίς να υφίστανται καμία βλάβη και εξασφαλίζοντα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος), σε σχέση μάλιστα με το βάρος που δημιουργεί για το δουλεύον ακίνητο των εναγομένων η ύπαρξη της δουλείας, ενόψει του ότι με την εξακολούθηση στάθμευσης των οχημάτων των εναγόντων στο επίμαχο τμήμα, παρακωλύεται άσκοπα το δικαίωμα των εναγομένων για οικονομική εκμετάλλευση αυτού.

Επομένως δεν υπάρχει πλέον λόγος ύπαρξης της πραγματικής δουλείας στάθμευσης οχημάτων, σε χώρο μάλιστα 464, 98 τμ, σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων, η οποία, αν εξακολουθούσε θα συνιστούσε σαφώς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια, που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, αλλά και ο οικονομικοκοινωνικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην νομική σκέψη της παρούσας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι ενάγοντες απέκτησαν μεν με έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα πραγματικής δουλείας στάθμευσης στο επίμαχο εδαφικό τμήμα του ακινήτου των εναγομένων, αλλά κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης, λόγω καταχρηστικής άσκησης της ως άνω πραγματικής δουλείας στάθμευσης οχημάτων στο επίμαχο εδαφικό τμήμα, έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με βάση αυτά και τις ίδιες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται, όπου απαιτείται, από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, έκρινε ότι οι ενάγοντες απέκτησαν μεν με έκτακτη χρησικτησία το δικαίωμα πραγματικής δουλείας στάθμευσης στο επίμαχο εδαφικό τμήμα του ακινήτου των εναγομένων, αλλά κατόπιν ουσιαστικής παραδοχής της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης, καταχρηστικής άσκησης της ως άνω πραγματικής δουλείας κατ'άρθρθο 281 ΑΚ, απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε και ορθά εφαρμόζοντας το νόμο προέβη στη συνέχεια σε ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού".

Ακολούθως απέρριψε τις συνεκδικασθείσες έφεση και αντέφεση ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Δέχθηκε δηλαδή με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο ότι οι ενάγοντες έχουν αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία σταθμεύσεως των οχημάτων τους επί του περιγραφόμενου ένδικου εδαφικού τμήματος του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων, πλην όμως έκανε δεκτό κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων ότι με τη διαμορφωμένη κατάσταση, όπως αυτή περιγράφεται (περίφραξη δεσπόζοντος και δουλεύοντος ακινήτου με τοιχίο από πέτρα, ύπαρξη επί του δεσπόζοντος ακινήτου, που είναι επιφανείας μεγαλύτερης του δουλεύοντος, αρκετά μεγάλου περιβάλλοντος χώρου, όπου μπορούν οι ενάγοντες επαρκώς να σταθμεύουν τα αυτοκίνητό τους κατά τους θερινούς μήνες που πηγαίνουν, όπως και οι εκάστοτε μισθωτές τους) τα δεσπόζοντα ακίνητα δεν έχουν ανάγκη της επίμαχης, μη παρέχουσας πλέον καμία ωφέλεια ή χρησιμότητα, δουλείας στάθμευσης των οχημάτων τους, αφού οι ενάγοντες έχουν τη δυνατότητα να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους στον περιβάλλοντα χώρο των ως άνω ακινήτων τους κατά τους θερινούς μήνες, που διαμένουν σ' αυτά, και έχουν καταστεί αυτάρκη, εξυπηρετούμενα, κατά τρόπο οριστικό, πλήρη, διαρκή, στο ίδιο μέτρο και ισοδυνάμως (πραγματικώς ή και νομικώς) από τον επαρκή περιβάλλοντα χώρο των ακινήτων τους για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους, χωρίς να υφίστανται καμία βλάβη και εξασφαλίζοντα το ίδιο περιεχόμενο χρήσεως ως και την αυτή λειτουργικότητα του (δεσπόζοντος), σε σχέση μάλιστα με το βάρος που δημιουργεί για το δουλεύον ακίνητο των εναγομένων η ύπαρξη της δουλείας, ενόψει του ότι με την εξακολούθηση στάθμευσης των οχημάτων των εναγόντων στο επίμαχο τμήμα, παρακωλύεται άσκοπα το δικαίωμα των εναγομένων για οικονομική εκμετάλλευση αυτού και επομένως δεν υπάρχει πλέον λόγος ύπαρξης της πραγματικής δουλείας στάθμευσης οχημάτων, σε χώρο μάλιστα 464, 98 τμ, σε βάρος του ακινήτου των εναγομένων, η οποία, αν εξακολουθούσε θα συνιστούσε σαφώς καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια, που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, αλλά και ο οικονομικοκοινωνικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ του πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., στην οποία στηριζόταν η ως άνω ένστασή των εναγομένων την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά.

Επίσης με τις άνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ένδικη αξίωση ασκείται καταχρηστικά, δεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό-ένσταση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την παραπάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμά του με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ισχυριζόμενο ειδικότερα ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη ρηθείσα ως άνω διατάξη του Α.Κ., δεχόμενο ότι η ένδικη αξίωση τους ασκείται καταχρηστικά και ότι με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες έκανε δεκτή την ένσταση αυτή.

ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.58/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ