Legislator Case Law & Legislation
539/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on debt default due to lack of legal basis.

Case Number 539/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding their debt default. The appellants argued the lower court lacked a legal basis for finding them in insolvency despite their assets, but the court found the reasoning sufficient. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged judgment contains no legal basis for its decision, and the appellant's arguments fail to demonstrate such a defect.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of legal basis debt default judgment insolvency finding Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561, No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560, No. 6 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Paragraph 3, Item B' d' of the Code of Civil Procedure
Article 8, Paragraph 6, Item b' of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 286/2017
Supreme Court Case 65/2017
Supreme Court Case 951/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 539/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Η. και 2) Ε. συζ. Γ. Φ., το γένος Β. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπαλαδήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" και το δ.τ. "ΟΑΕΔ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "OΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" και το δ.τ. "ΟΕΚ", εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και με τις από 5-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις της την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-9-2020 (αριθ.καιαθ. 2/2020) αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες διώκουν την αναίρεση της 91/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που αποτελεί κατάληξη της κάτωθι διαδικαστικής διαδρομής. Επί της από 28-12-2005 κοινής αιτήσεως των ήδη αναιρεσειόντων προς το Ειρηνοδικείο Άρτας και κατά την εκούσια δικαιοδοσία εκδόθηκε η 13/2019 απόφασή του, που απέρριψε αυτή, δεχόμενη ότι οι αιτούντες περιήλαν δολίως σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς την πρώτη καθ' ης η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία. Ασκήθηκε έφεση εκ μέρους τους κατά της απόφασης αυτής, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη ουσιαστικά με την προσβαλλόμενη 91/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πάσης επιδόσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (αρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β' ίου ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1 β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 322/2012, ΑΠ 1241/ 2010).

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ή ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (σε μη ειρηνοδικειακές υποθέσεις), αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου και δ) επιπροσθέτως πρέπει ν'αναφέρεται ο τρόπος, κατά το οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 951/2015).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια από το άρθρο 560παρ.1β ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όσον αφορά την απαιτούμενη προϋπόθεση της "περιέλευσης χωρίς δόλο" σε αδυναμία πληρωμών, την οποία παραβίασε.

Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν στο αναιρετήριο τη σχετική αιτίασή τους ως εξής: "Συγκεκριμένα το δικάσαν Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δήθεν εμείς οι αναιρεσείοντες δεν επιδείξαμε την συμπεριφορά συνετού καταναλωτή και ότι δήθεν περιήλθαμε με ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμών, παραβίασε ευθέως τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 περ.

α' Ν.3869/2010, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε και ειδικότερα 1) το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο οι αναιρεσίβλητες Τράπεζες για να καταρτίσουν τις επίδικες συμβάσεις δανείων δεν στηρίχτηκαν αποκλειστικά και μόνο στο οικογενειακό μας εισόδημα, αλλά στην δυνατότητά τους, εκτός από την έρευνα των οικονομικών δυνατοτήτων ημών των αιτουμένων δανείου (μέσω εκκαθαριστικού σημειώματος ή βεβαίωσης αποδοχών), να διαπιστώσουν και τις λοιπές δανειακές μας υποχρεώσεις) σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα) ή την εν γένει οικονομική μας συμπεριφορά μέσω του συστήματος "Τειρεσίας", 2) το δίδαγμα κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο οι αναιρεσίβλητες Τράπεζες για να καταρτίσουν τις επίδικες συμβάσεις δανείων ενήργησαν επισταμένη έρευνα πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας ημών των δανειοληπτών και ηδύναντο να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών τους με την επίτευξη εμπραγμάτων εξασφαλίσεων, όπως στην προκειμένη περίπτωση έπραξαν οι πιστώτριές μας, έχοντας εξασφαλίσει τις απαιτήσεις τους με προσημειώσεις υποθηκών επί του ενός και μοναδικού περιουσιακού μας στοιχείου (της ιδιόκτητης οικίας μας) και 3) το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο κατά το χρόνο κατάρτισης της δανειακής σύμβασης οι οικονομικές δυνατότητες τη οικογένειάς μας, που προέρχονταν μόνο από το εισόδημά μας, αλλά και τις χρηματικές μας καταθέσεις (άνω των 30.000 ευρώ στην πρώτη των αντιδίκων) επέτρεπαν την σύναψη των επιδίκων δανείων, η οποία επιβαλλόταν, για να καλύψουμε τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας και δεν μπορούσαμε τότε να προβλέψουμε την βίαιη και καθολική οικονομική επακολουθήσασα κατάρρευση, μετά την οποία κατέστη αδύνατη η αποπληρωμή των δανειακών συμβάσεων, με αποτέλεσμα το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο να καταγνώσει εσφαλμένα σε βάρος μας ενδεχόμενο δόλο".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποία διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμοποιήθηκαν με τρόπο που δεν συνάδει με τις αρχές της λογικής, κατά την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν, στη συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενώ, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του σχετικού λόγου, οι επικαλούμενες αιτιάσεις και πλημμέλειες δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως και δη στην αποδεικτική στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας διαφόρων πραγματικών στοιχείων - κριτηρίων για την ύπαρξη ή μη του στοιχείου του δόλου, ήτοι αφορούν στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/ 2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015).

Με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες - σύζυγοι - αιτούντες την υπαγωγή τους στον Ν. 3869/2010, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος τους ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 91/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' ν.3869/2010, 739 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ.

Φ. διατηρεί πλέον των 35 ετών, ατομική επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα καφεπαντοπωλείο στο χωρίο .... Οι αιτούντες κατέθεσαν την υπό κρίση αίτηση για υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 τον Δεκέμβριο του 2015. Όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά φορολογικών δηλώσεων, τα φορολογητέα εισοδήματά του, ανέρχονταν το έτος 2016 σε 4.537,34 ευρώ,..το έτος 2017 σε 4.945,92 ευρώ, ...

το έτος 2018 σε 6.054,72, .. το έτος 2019 σε 6.276 ευρώ, .. . Η δεύτερη αιτούσα-εκκαλούσα είναι άνεργη, τα εισοδήματά της δε, ανέρχονταν σύμφωνα με τα εκκαθαριστικά φορολογικών δηλώσεων του έτος 2016 σε 4.707,38 ευρώ,...το έτος 2017 σε 5.116 ευρώ,.. το έτος 2018 στο ίδιο ποσό, ..το έτος 2019 σε 4.276 ευρώ. Ο πρώτος εκκαλών έχει στην κυριότητά του σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μία ισόγεια μονοκατοικία,..στην πόλη της …., ..., κατά πλήρη κυριότητα ένα ειδικό κτίριο γεωργικής χρήσης, ..εντός οικισμού ...,.., κατά πλήρη κυριότητα ένα γήπεδο πολυετούς καλλιέργειας (δενδροκαλλιέργειες), εμβαδού 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., ..

και κατά πλήρη κυριότητα ένα γήπεδο πολυετούς καλλιέργειας (ελιές) εμβαδού 4.000 τ.μ. , που βρίσκεται στην ..., ...ενώ η δεύτερη των εκκαλούντων -αιτούντων, έχει στην κυριότητά της σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μία ισόγεια μονοκατοικία, στην πόλη της …. Οι αιτούντες έχουν συνάψει με την πρώτη των καθ'ων ως πρωτοφειλέτες α) την με αριθμό .../2008 σύμβαση στεγαστικού δανείου, από την οποία την 9-11-2015 απέρρεε υπόλοιπο οφειλής ποσού 20.695,40 ευρώ... .

Όπως δε προκύπτει από τα εκκαθαριστικά των προγενέστερων της αίτησης ετών, τα εισοδήματά τους ανέρχονταν: το 2007, ποσό 6.653,39 ευρώ ο 1ος εκκαλών και 6.027,22 ευρώ η εκκαλούσα, το 2008 ποσό 12.892,7 ευρώ ο 1ος εκκαλών και μηδενικό η 2η εκκαλούσα, το 2009 ποσό 8.119,93 ευρώ ο 1ος εκκαλών και μηδενικό η 2η εκκαλούσα, το 2011 ποσό 8.424,52 ευρώ ο 1ος εκκαλών και 543,12 ευρώ η 2η εκκαλούσα, το 2012 ποσό 6.976,41 ευρώ ο 1ος εκκαλών και 6.334,70 ευρώ η 2η εκκαλούσα, το 2013 ποσό 6.182,42 ευρώ ο 1ος εκκαλών και 861,79 ευρώ η 2η εκκαλούσα, το 2014 ποσό 2.944,06 ευρώ ο 1ος εκκαλών και 200 ευρώ η 2η εκκαλούσα.

Σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης των αιτούντων-εκκαλούντων, προσδιορίστηκαν στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές αναφέρονται και προσδιορίζονται στην Ε.Ο.Π. έτους 2017 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, αλλά και με βάση τις ειδικότερες συνθήκες διαβίωσης αυτών, ανέρχονται μηνιαίως στο ποσό των 1.000 ευρώ.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά το χρόνο λήψης των ως άνω δανείων, πράγματι τα εισοδήματά τους, δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 12.680,61 ευρώ το έτος 2007 και το ποσό των 12.892,7 ευρώ το έτος 2008. Ήτοι, δηλαδή ανέρχονταν οριακά κατά τα έτη εκείνα στο ποσό που απαιτείτο μηνιαίως για τη διαβίωσή τους, ενώ δεν προέκυψαν άλλα εισοδήματα κατά το χρόνο εκείνο, τα οποία θα επέτρεπαν την εξυπηρέτηση δανείων.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι με βάση την οικογενειακή τους κατάσταση και τα οικονομικά τους δεδομένα, λαμβανομένου υπόψη και του - μέχρι την άσκηση των αιτήσεων- ύψους των βιοτικών τους αναγκών, η ανάληψη του εγχειρήματος των πιο πάνω δανείων ήταν υπερβολική και καθιστούσε εξαρχής προδήλως αδύνατη την αντιμετώπιση και την αποπληρωμή τους.

Προέβησαν δε κυρίως σε λήψη στεγαστικών δανείων, κατόπιν της δικής τους επιθυμίας και αίτησης και όχι κατόπιν παρακίνησής τους από τις εφεσίβλητες, ενώ δεν επέδειξαν καμία σύνεση, αλλά αντίθετα υπερχρεώθηκαν, επιθυμώντας επίπεδο διαβίωσης πέρα από τα όρια , που έθεταν οι οικονομικές τους δυνατότητες...

Όπως προκύπτει, από τα στοιχεία τα οποία παρατέθηκαν, δεν προέκυψε η ανάγκη για τη λήψη των ανωτέρω δανείων, τα οποία επιβάρυναν -εν πλήρη γνώση τους - τα οικονομικά τους. Οι εκκαλούντες προέβησαν χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε λήψη των αναφερομένων δανείων, δημιουργώντας μη αμφισβητούμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις εφεσίβλητες, χωρίς τη σωστή διαχείριση και εκτίμηση των εισοδημάτων τους, τα οποία δεν επαρκούσαν για την κάλυψη όλων των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά αντίθετα χειροτέρευαν εν γνώσει τους την οικονομική κατάσταση και προέβησαν εν γνώσει τους σε μείωση της υπάρχουσας δυνητικής ροής ρευστότητας που διέθεταν.

Οι ίδιοι προέβλεψαν ότι θα οδηγηθούν με αυξημένη βεβαιότητα σε κατάσταση αδυναμίας αποπληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους προς τις εφεσίβλητες και παρά ταύτα αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα αυτό, αψηφώντας τις συνέπειες, η αδυναμία σε αυτή να ανταπεξέλθουν στον όγκο των ληξιπρόθεσμων χρεών που ανέλαβαν, πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με τις μεταγενέστερες περικοπές στα μηνιαία εισοδήματά τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται.

Οι αιτούντες δολίως αποσκοπούσαν στη μη ικανοποίηση των απαιτήσεων των υπό κρίση πιστωτών τους. Από κανένα στοιχείο, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η υπερχρέωσή τους, καθώς εν προκειμένω, το στοιχείο το οποίο ενδιαφέρει το νομοθέτη, είναι η μη ύπαρξη δόλου-όπως αυτός αναλυτικά επεξηγήθηκε ανωτέρω στην προηγηθείσα νομική σκέψη-σχετικά με τη γνώση ότι δεν θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τα δάνεια τα οποία έχουν λάβει.

Ο λόγος για τον οποίο περιήλθαν σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών τους ήταν ότι οι αιτούντες υπερέβησαν καταφανώς τον συνήθως αναλαμβανόμενο από το μέσο συνετό άνθρωπο κίνδυνο μελλοντικής εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, η δε σημερινή δυσμενής θέση στην οποία έχουν περιέλθει δεν δύναται να αποδοθεί απλώς και μόνο σε εσφαλμένους υπολογισμούς τους, σε συνδυασμό με τις σημερινές κρατούσες δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, αλλά, αντιθέτως, σε συνειδητές επιλογές τους προς δημιουργία και διατήρηση ενός δυσανάλογα υψηλού βιοτικού επιπέδου τους.

Το εύρος του δανεισμού τους εκτάθηκε πολύ πέραν των οικονομικών δυνάμεών τους και δη σε τέτοιο σημείο που δεν θα μπορούσαν ποτέ αυτοί να εξυπηρετήσουν αυτοδυνάμως τα αναληφθέντα χρέη. Οι αιτούντες, δανείστηκαν υπέρμετρα γνωρίζοντας όμως ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων κα μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή της προσωπικής τους κατάστασης έτσι ώστε να ανταποκριθούν στα χρέη τους.

Δεν αποδείχθηκε επιπλέον ότι οι αιτούντες κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών ανέμεναν ή ήλπιζαν σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών τους, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών τους, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού τους εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκούν οι αιτούντες δικαιολογημένα κα με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων τους θα δύνανται να αποπληρώνουν προσηκόντως τις δανειακές τους υποχρεώσεις.

Κατ'ακολουθίαν, οι αιτούντες δημιούργησαν τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό τους με την λήψη των αναφερθέντων δανείων, μολονότι γνώριζαν ότι στο μέλλον θα αδυνατούσαν να τα καλύψουν και σε κάθε περίπτωση προχώρησαν στη λήψη αυτών, αποδεχόμενοι πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα των αιτούντων είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεπαν το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών τους ως πιθανό και το αποδέχθηκαν Δηλαδή γνώριζαν ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών τους αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα , κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Ειδικότερα οι αιτούντες έλαβαν υπόψη τους το ενδεχόμενο της μη εξυπηρέτησης των χρεών τους και αφού το στάθμισαν, αποφάσισαν να προχωρήσουν στη λήψη δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Επομένως οι εκκαλούντες- αιτούντες, περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους και συνεπώς δεν εμπίπτουν στην έννοια των έντιμων και καλόπιστων υπερχρεωμένων οφειλετών, οι οποίοι τυγχάνουν προστασίας από το Ν. 3869/2010.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι οι αιτούντες περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών τους οφειλών, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης που προέβαλαν νόμιμα οι καθ' ων και απέρριψε την κρινόμενη αίτηση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, με συμπλήρωση της αιτιολογίας του από το παρόν Δικαστήριο, κατ'άρθρο 534 ΚΠολΔ και επομένως, ο λόγος έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος".

Κρίνοντας έτσι το, ως εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - συζύγων στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι αυτοί, κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, είχαν προβλέψει την αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους και αποδέχθηκαν τούτο, διέλαβε πλήρη και σαφή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της περιέλευσής τους από ενδεχόμενο δόλο σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών τους υποχρεώσεων.

Πιο συγκεκριμένα το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: Α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβαν οι αιτούντες σύζυγοι και ήδη αναιρεσείοντες, Β) Το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων συζύγων, κατά τα οικονομικά έτη 2007 έως 2014. Γ) Την ηλικία των αναιρεσειόντων και το επάγγελμα τους, Δ) Ότι κατά το χρόνο ανάληψης των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων προέβησαν σε αλόγιστο δανεισμό αποδεχόμενοι το ενδεχόμενο να είναι δυσχερής η αποπληρωμή των χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και τέλος, Ε) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβαν έναντι των πιστωτών τους, υπερέβαιναν τις δυνατότητές τους, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει τους ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής τους θέσης ή προσωπικής τους κατάστασης, ώστε να ανταποκριθούν στα χρέη τους.

Τα περιστατικά αυτά, που το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της ουσιαστικού κανόνα διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, την οποία εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες, μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο υπερδανεισμός τους, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές τους δυνατότητες, θα τους οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών τους και εντούτοις αποδέχτηκαν και επιδοκίμασαν την συμπεριφορά αυτή.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες ειδικότερα διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρεται στις δανειακές τους συμβάσεις, στο ύψος του υπολοίπου των οφειλών τους και, στις βεβαιώσεις οφειλών τους προς τις πιστώτριες και ήδη αναιρεσίβλητες, εν τούτοις δεν περιέλαβε αιτιολογία για το αυταπόδεικτο γεγονός ότι το δάνειο εξυπηρετείτο για διάστημα επτά συνεχόμενων (7) ετών και ότι επίσης οι αιτούντες διέθεταν καταθέσεις ύψους άνω των 30.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, τραπεζική εταιρεία, αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την πληρέστερη κατά την άποψή τους ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαράδεκτα, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, εξειδικεύονται αναλυτικά, οι δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα των αναιρεσειόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και η οικογενειακή τους κατάσταση, η περιουσία τους, όπως και ότι μπορούσαν να προβλέψουν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο αδυναμίας αποπληρωμής των υποχρεώσεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες και αποδέχτηκαν το ενδεχόμενο αυτό.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, που συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ, 3 εδ. Β' δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/ 2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 2/29-9-2020 αίτηση των Γ. Φ. και Ε. συζ. Γ. Φ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 91/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, που δίκασε ως Εφετείο.

Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ