Legislator Case Law & Legislation
539/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax cancellation due to death of appellants during proceedings.

Case Number 539/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's cancellation of a tax assessment. The appellants, who initiated the original cancellation action, had died before the appeal was filed, leaving only their heirs as parties. The court ruled that the appeal was inadmissible because the original parties were no longer alive, and the appeal could not proceed without their participation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 35 of the Civil Code and 73 of the Code of Civil Procedure; The death of a party during litigation renders the appeal inadmissible if the original parties are deceased, preventing the continuation of the legal action.

Keywords

AI generated
inadmissibility death of party civil procedure tax cancellation heirs succession appeal review legal standing

Cited Legislation

AI generated
Article 62, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 313, paragraph 1, section 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 286 and following of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 539/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Δ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Δ. Κ. του Κ., 3) Α. Π. του Α., 4) Ε. Κ. του Κ. συζύγου Α. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 12/7/2010 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/…/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Χαλκηδόνας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Δ. Κ. του Κ., ) Ε. Κ. του Κ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2983/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1828/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρ. 62 εδάφ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για τα φυσικά πρόσωπα με το θάνατό τους (άρθρ. 35 ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 313 παρ. 1 εδάφ. δ' ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια, (πριν την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νόμιμων προϋποθέσεων, διακοπή (εκούσια ή αναγκαστική) της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ μέχρι την νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδικδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και συνακόλουθα τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα πρέπει να απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντα, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 558 ΚΠολΔ (ΑΠ 1318/2010).

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε κατά διαδίκου που έχει αποβιώσει κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ) για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοεί το θάνατο του διαδίκου, οπότε ναι μεν η αναίρεση είναι παραδεκτή, όμως η συζήτησή της είναι απαράδεκτη, αν δεν κλήθηκαν να παραστούν σ' αυτή ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (ΑΠ 639/2016, ΑΠ 874/2015).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 1828/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε α)την από 5-5-2011 έφεση του αναιρεσείοντα Ελληνικού Δημοσίου εναντίον των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και β) την από 10-1-2014 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εναντίον της τέταρτης αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης 2983/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, δεχόμενο την από 23-5-2008 ανακοπή όλων των αναιρεσιβλήτων, με τον από 3-3-2010 πρόσθετο λόγο αυτής, κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακύρωσε την ανακοπτόμενη …./…-3-2008 ταμειακή βεβαίωση ποσού 74.842,74 ευρώ σε βάρος όλων των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων.

Στη δευτεροβάθμια δίκη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την ενώπιον του Εφετείου, αντιμωλία όλων των διαδίκων, συζήτηση της υπόθεσης, είχε ήδη γνωστοποιηθεί ο θάνατος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Κ. Κ., ο οποίος είχε λάβει χώρα την 13-7-2010, από τους δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, μετά την δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του κατά τη δικάσιμο της 13-1-2014, ότι συνεχίζουν τη δίκη στη θέση του αποβιώσαντα πατέρα τους, υπεισήλθαν σε αυτή ως κληρονόμοι του τελευταίου, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από κανένα.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του αποβιώσαντα πρώτου αναιρεσιβλήτου, του οποίου το θάνατο γνώριζε το αναιρεσείον, είναι απαράδεκτη, ενώ όσον αφορά τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο, συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 Ν.Δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 Ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του, άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ’ ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικός επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου.

2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν.

Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως, γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως, δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ό νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν.

Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Παράλληλα, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989, "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, και κατά το άρθρο 61 παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης.

Επιπλέον, στο άρθρο 11 παρ. 14 και 5 του ν. 2322/1995 "Παροχή εγγύησης Δημοσίου για χορήγηση δανείων", ορίζεται ότι: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή έκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες^ όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την .αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Ειδικότερα στην υπ' αριθμ. 2/478/0025 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 16/13-1-2006), "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", ορίζεται, πλην άλλων, ότι: "1.Ο πλήρης φάκελος με τα δικαιολογητικά, όπως περιγράφονται παρακάτω, αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών εις διπλού.

Η 25η Διεύθυνση μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα διενεργεί έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Στη συνέχεια αποστέλλει έναν πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει εντός προθεσμίας ενός μηνός στην εν στενή έννοια βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού, για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγύησει του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. 3.Η 25η Διεύθυνση ακολούθως προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής....4..(.5) Οι Δ.Ο.Υ.

υποχρεούνται αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών να προβαίνουν σε όλες τις προβλεπόμενες από των Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και λοιπών διατάξεων ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες. 6... 8. .Ι.Β' Απαιτούμενα στοιχεία του φακέλου που υποβάλλεται στην 25η Διεύθυνση:

Για τη διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση... ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να περιέχει: Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο. - Αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων....- Αντίγραφα όλων των συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν....- Ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών....- Αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υττοθηκοφυλακείου αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση...- Ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με τη διασφάλιση της απαίτησης...".

Η ανωτέρω διαδικασία ακολουθείται για τις καταπτώσεις των δανείων αγροτικών γενικά εκμεταλλεύσεων πληγέντων αγροτών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων, βάσει της κοινής υπουργικής απόφασης υπ' αριθμ. 4216/Β269/7-2-2001 και των τροποποιητικών της αποφάσεων και για τα οποία έχει ήδη καταπέσει κάποια δόση κατά το παρελθόν.

Συναφώς δε στις παραγράφους 1,2 και 5 της υπ' αριθ. πρωτ. 4216/269/7-2-2001 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, "Ρύθμιση οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων", ότι:"1. Από το σύνολο των. υφισταμένων ληξιπροθέσμων ή μη οφειλών στις 31.12.2000 των κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών επιχειρήσεων η Αγροτική Τράπεζα (ΑΤΕ) θα διαγράψει ποσοστό τόκων υπερημερίας, ώστε οι εναπομείναντες τόκοι υπερημερίας να εξασφαλίζονται πλήρους από τις εμπράγματες διασφαλίσεις των πελατών τους.

Το σύνολο των τόκων που θα διαγραφούν θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν. 128/1975. 2. Μετά την αφαίρεση του ως άνω ποσού το υπόλοιπο των οφειλών ρυθμίζεται και θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο διάρκειας (15) δεκαπέντε ετών. Το επιτόκιο του νέου αυτού δανείου ορίζεται Ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο δανεισμού για την αντίστοιχη κατηγορία ενήμερων δανείων της ΑΤΕ.

Γία την νέα ρύθμιση παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995. 3... 4... 5... Η δαπάνη που προκαλείται από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, το ύφος της οποίας δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν. 128/1975, ο οποίος δημιουργείται από την παρακράτηση επί των χορηγήσεων των Τραπεζών με σκοπό την επιδότηση επιτοκίων δανείων...6...".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων') σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου", όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο,(η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο, στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, (που εκδίδει, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη), δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως, ιδίως ενόψει της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης; τόσο στην περίπτωση, που η επίδοση της ταμειακής βεβαιώσεως και της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση, που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτελέσεως, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός, με δικονομικά παραδεκτό τρόπο, τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαιτήσεώς του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι. είναι κατ' επάγγελμα κτηνοτρόφοι, διατηρώντας, για το σκοπό αυτό, κτηνοτροφική μονάδα στο χωριό Ε. Χ. του Ν. …. Κτηνοτρόφος. άλλωστε, ήταν και ο ήδη αποβιώσας Κ. Κ., πατέρας των ανακοπτόντων και ήδη εφεσιβλήτων Δ.

Κ. και Ε. Κ. και πεθερός τoυ ανακόπτοντος και ήδη εφεσίβλητου Α. Π., ο οποίος, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων που είχε συνάψει με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, λάμβανε δάνεια, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει, για την βελτίωση των παραγόμενων από την επιχείρησή του προϊόντων και την μεγιστοποίηση της απόδοσης των ζώων που εξέτρεφε στις σταβλικές εγκαταστάσεις της επιχείρησής του, το σύνολο.

των οποίων κατά την διάρκεια των ετών 1994 έως 1997 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 68.665.4 35 δραχμών, ισόποσο των 201.512, 65 ευρώ. Με την υπ' αριθμ. …./…-6- 2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας, του αποβιώσαντος στις 12 -7-2010. Κ. Κ. του Δ. και των λοιπών ανακοπτόντων και ήδη εφεσιβλήτων Κ.

Δ., Π. Α. και Κ. Ε., ρυθμίστηκαν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τους, προς την παραπάνω Τράπεζα, από το πλήθος δανειακών συμβάσεων, που είχαν συνάψει μ' αυτήν. Συγκεκριμένα με την παραπάνω πρόσθετη πράξη και συμφώνα με την υπ' αριθμ 4216/Β/269-/7-2-2001 απόφασή του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι ανακόπτοντες, ρύθμισαν τις, εκκρεμούσες οφειλές τους προς την Α.Τ.Ε, οι οποίες, μέχρι την 31-12-2.000 ανέρχονταν στο ποσό των 119.491.484 δραχμών ισόποσο των 350.612 ευρώ.

Έτσι, αφού διαγράφηκε μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, ποσού 115.279 ευρώ και 8.393 ευρώ και η τελικά οφειλόμενη απαίτηση της Τράπεζας, ανήλθε στο ποσό των 227.000 ευρώ, συμφωνήθηκα ότι με βάση την εν λόγω πρόσθετη πράξη, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των αναφερόμενων σ' αυτήν δανειστικών συμβάσεων, το ως άνω ποσό αποτελεί πλέον ένα νέο δάνειο, που διέπεται από τους ειδικότερα αναφερόμενους στην πράξη αυτή όρους, περιόδου αποπληρωμής, επιτοκίων, πλέον εισφοράς του Ν. 128/19.7 5, επιτοκίου υπερημερίας, χρεωλύσιου και τους όρους των δανειστικών συμβάσεων, που υποβλήθηκαν στη ρύθμιση.

Για την νέα δε αυτή ρύθμιση, παρασχέθηκε, σύμφωνα με την παραπάνω, υπ' αριθμ 4216/Β/269/7-2-2001 (ΦΕΚ Β' 162 /16-2-2001) απόφαση του Υπουργού Εθνικής 0ικονομίας, περί Ρύθμισης οφειλών κτηνοτροφικών-πτηνοτροφικών επιχειρήσεων", εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1935. Οι ανακόπτοντες, όπως οι ίδιοι αναφέρουν στο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής τους, δεν κατέβαλαν την 1η δόση λήξεως 31-12-2003 ποσού 28.805,70 ευρώ.

και την 2η δόση λήξεως 31-12-2004 ποσού 28.805,70 ευρώ, κατά τα συμφωνηθέντα και η Α.Τ.Ε ζήτησε από το Ελληνικό Δημόσιο την κατάπτωση της εγγύησης του. Ακολούθως, στις 21-2-2008 η Προϊσταμένη της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…./…/2008 έγγραφό της με θέμα "Βεβαίωση οφειλών", προς την ΔΟΥ Αγίου Αθανασίου Θεσ/νίκης, απέστειλε στην τελευταία, "συνημμένα δικαιολογητικά, που αφορούσαν την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου", όπως αναφέρεται στα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να βεβαιωθεί το ποσό των 74.842, 74 ευρώ, εις βάρος των ανακοπτόντων και ήδη εφεσίβλητων Τα δικαιολογητικά που απεστάλησαν στη ΔΟΥ Αγίου Αθανασίου, σχετικά με την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, είναι, όπως προκύπτει ένας χρηματικός κατάλογος οφειλών από δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στον οποίο αναφέρονται, τα ονόματα των οφειλετών και ήδη εφεσιβλήτων, οι διευθύνσεις τους και το ΑΦΜ και παραπλεύρως αυτών το συνολικό χρηματικό ποσό των 74.842,74 ευρώ.

Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Αγίου Αθανασίου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ …/…-3-2008 ταμειακή βεβαίωση, βεβαίωσε σε βάρος των αναφερόμενων στον χρηματικό κατάλογο οφειλετών, από δάνεια, το συνολικό ποσό των 74.842,74 ευρώ, κάτω από την τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθμ. …/2008 ταμειακή βεβαίωση, βεβαιώθηκε το ποσό των 74.842,74 ευρώ, σε βάρος των αναφερόμενων στον οικείο χρηματικό κατάλογο δανειοληπτών, κάτω από την "Τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης φόρου οικ. έτους 2008", στην οποία αναγράφεται "κωδικοί αριθμοί εσόδων εκτός προϋπολογισμού- No 555(ΚΑΧΚΕΕΔ)" και στη συνέχεια το προαναφερόμενο πόσο των 74.842,74 ευρώ, αναλύεται ως εξής: "Κεφάλαιο 26.407,47, τόκοι συμβατικοί 38.781,09, τόκοι υπερημερίας 8.466.16, προμήθεια Δημοσίου 1.188,02".

Η παραπάνω δε ταμειακή βεβαίωση έχει το εξής περιεχόμενο, "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρησή του στο βιβλίο βεβαίωσης της ΔΟΥ με αριθμό … και για ποσό 74.842,74 ευρώ". Ο χρηματικός δε κατάλογος που συνοδεύει την υπ' αριθμ …/2008 ταμειακή βεβαίωση, έχεl το εξής περιεχόμενο "ΚΑΧΚΕΕΔ.

Βεβαιωμένα υπέρ Δημοσίου, ποσά για βεβαίωση σε ευρώ, κεφάλαιο 26.407, 47 τόκοι συμβατικοί 38781/ 09 τόκοι υπερημερίας 8466,16, προμήθεια Δημοσίου 1.188,02. Σύνολο 74.842, 74. Βεβαιωμένα υπέρ Τράπεζας. Γενικό σύνολο 74.842,74" Αλλά έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, δεν προέκυψε από κανένα στοιχείο ότι συνοδεύουν την προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλο έγγραφο, εκτός του παραπάνω χρηματικού καταλόγου.

Ακολούθως, εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Αγίου Αθανασίου σε βάρος των εφεσιβλήτων Κ. Δ., Π. Α. και Κ. Ε. η υπ' αριθμ. …/…-3-2008 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμών χρεών για το ποσό των 74.842,14 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων ποσού 75,66 ευρώ, ή εν λόγω δε ειδοποίηση παραλήφθηκε στις 20-5-2008, οπότε οι εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση της προαναφερόμενης συνολικής οφειλής τους, την οποία κλήθηκαν με την ίδια ειδοποίηση, να τακτοποιήσουν εντός 10 ημερών από την παραλαβή της.

Από ιό παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαιώσεως, με την συνοδεύουσα αυτή τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση που αφορά όλους τους αναφερόμενους στον χρηματικό κατάλογο δανειολήπτες δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής του αναφερόμενου σ' αυτή ποσού των 74.842/74 ευρώ, και ειδικότερα, δεν αναφέρεται σ' αυτή από ποια συγκεκριμένα σύμβαση, προκύπτει το ποσό αυτό, δηλαδή αν προέρχεται από την υπ' αριθμ.

…/2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών μεταξύ των εφεσίβλητων και της Α.Τ.Ε., ούτε, περαιτέρω, γίνεται κανένας ειδικότερος προσδιορισμός των επί μέρους ποσών, που αναφέρονται στον χρηματικό κατάλογος που την συνοδεύει όπως ποιες ληξιπρόθεσμες δόσεις των ρυθμισθέντων, με την πpοαναφερόμενη σύμβαση οφειλών των εφεσίβλητων αφορούν και ποια τα επί μέρους ποσά, πού απαρτίζουν, τα ποσά των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας και τα ποσά των προμηθειών, που αναφέρονται στον χρηματικό κατάλογο, επί ποιων ποσών, με ποιο ποσοστό (επιτοκίου ή προμήθειας) και για ποια χρονικά διαστήματα, υπολογίσθηκαν, με συνέπεια να μην είναι εφικτός o έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τους εφεσίβλητους.

Το εκκαλούν- καθ' ου η ανακοπή, το οποίο, βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμα του με αγωγή, καθόσον στη δίκη επί της ένδικης ανακοπής επέχει τη θέση ενάγοντος, ενώ ο εφεσίβλητος-ανακόπτων τη θέση εναγομένο, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, που αποτελεί τον νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της οφειλής των εφεσιβλήτων, κατά τον ΚΕΔΕ..."προσδιορίστηκε, κατόπιν ελέγχου από την 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών του πλήρη φακέλοu των εφεσιβλήτων, στον όποιο περιλαμβάνονται οι αναλυτικές καταστάσεις όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεό λογαριασμό και των παρεπόμενων αυτών συμβάσεων, αντιγράφων όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπογράφησαν, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών, που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά από την ημερομηνία υπογραφής της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών, αντίγραφα των αιτήσεων, των αποφάσεων περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείων αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις, που προκύπτουν από την σύμβαση με την, οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος ή πρόσθετες πράξεις εγγύησης που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση, ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες, που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης προσκομίζει δε την επικαλούμενη απ' αυτό, υπ' αριθμ …/….1.2008 "Κατάσταση Υποβολής Εγγυημένων Δανείων, προς το Υπουργείο 0ικονομίας και 0ικονομικών", της Διεύθυνσης Εργασιών Υποστήριξης της ATΕ BANK, η οποία αφορά το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 73.654,72 ευρώ, που βεβαιώθηκε με την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση σε βάρος των αναφερόμενων στον οικείο χρηματικό κατάλογο δανειοληπτών και ήδη εφεσιβλήτων, για τους οποίους αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση, τα ποσά των 40.394,34 ευρώ και 33.260,38 ευρώ, που αφορούν την Τρίτη και τέταρτη δόση του δανείου, αναλυόμενες, σε επί μέρους ποσά, κάτω από στήλες, με τίτλους "Κεφάλαιο, Τόκοι, Επιβαρύνσεις, Τόκ.

μετά Λήξ. Ποινή υπέρ ΑΤΕ, Ποινή υπέρ Δημ. Βεβ. Ποσό, Απαιτ. Ποσό, Ημ. Ισχ., Ενημ. Υπερ.", παρόμοιο δε περιεχόμενο έχουν και οι πρρσκομιζόμενες επίσης, από το εκκαλούν, "Εκτυπώσεις (4) Βεβαιωμένης Απαίτησης", της ΑΤΕ που αφορούν τα ίδια παραπάνω ποσά. Τα προαναφερόμενα έγγραφα της ΑΤΕ, δηλαδή η "Κατάσταση Υποβολής Εγγυημένων Δανείων, προς το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών", η οποία, σημειώνεται δεν προκύπτει αν και πότε υποβλήθηκε στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, δεδομένου ότι δεν προσδιορίστηκε ούτε ό χρόνος υποβολής της ούτε τη συγκεκριμένη υπηρεσία του εν λόγω Υπουργείου, στην οποία υποβλήθηκε και οι τέσσερις (4) "Εκτυπώσεις Βεβαιωμένης Απαίτησης", ανεξάρτητα από την πληρότητά τους ή μη, δεν προκύπτει ότι συνοδεύουν τις ταμειακές αυτές βεβαιώσεις, ούτε εξάλλου προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο ούτε άλλωστε, το εκκαλούν επικαλείται ότι κοινοποιήθηκαν στον εφεσίβλητο τα έγγραφα που "συγκροτούν" τους ένδικους νόμιμους τίτλους ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν, με άλλο νόμιμο τρόπο., πριν την άσκηση της ανακοπής του, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους, του, που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ατομική ειδοποίηση, η οποία είναι το μόνο έγγραφο που προκύπτει ότι επιδόθηκε στον εφεσίβλητο και στο οποίο αναφέρεται μόνον ότι έχε ι <<ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Δημόσιο, συνολικού ύψους 74.842,74 ευρώ, χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και της αιτίας τους.

Ενόψει αυτών, εφόσον από την ταμειακή αυτή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο που την συνοδεύει δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των ανακοπτόντων, όπως απαιτείται ώστε να λάβουν αυτοί πλήρη, γνώση της οφειλής που βεβαιώθηκε δυνάμει αυτών και να παρέχεται σ' αυτούς η ευχέρεια να ελέγξουν την νομιμότητα και βασιμότητα των αναφερόμενων στην εν λόγω ταμειακή βεβαίωση κονδυλίων και να προβάλλουν τους σχετικούς ισχυρισμούς, το δε δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής τους, να μπορεί με ασφάλεια να διαγνώσει, την αμφισβητούμενη από τους εφεσίβλητους οφειλή, η βεβαίωση αυτή, δεν έχει την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται σαφής και αντιληπτή τόσο από τους ίδιους όσο και από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στους εφεσίβλητους-ανακόπτοντες, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας, κατέληξε στην ίδια κρίση και, δεχόμενο τον σχετικό πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ακύρωσε την προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση, ορθά κατ' αποτέλεσμα, έκρινε και οι αντίθετοι λόγοι της έφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), 51 και 55 του π.δ. 16/1989, 32, 33, 35 του β.δ. 757/1969, 11 του ν. 2322/1995, 65 του ν. 2362/1995, 39 του ν. 3259/2004, 30 του ν. 2729/2000, 47 παρ. 3 του ν. 2873/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 42 παρ. 4 του ν. 2912/2001 και τις παρ. 1,2 και 5 του υπ' αριθμ.

πρωτ. 4216/Β. 269/7-2-2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και είναι αβάσιμοι ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχο νομικό σφάλμα, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησής του, ότι δηλαδή από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης ανακοπής με τον πρόσθετο λόγο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει με σαφήνεια το είδος και η αιτία της οφειλής, αναλυόμενη κατά κεφάλαιο, τόκους, χρεολύσιο, τόκους υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις, ώστε οι μεν αναιρεσίβλητοι-οφειλέτες να έχουν τη δυνατότητα αμφισβητήσεως της οφειλής τους στη σχετική δίκη, το δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.

Ενόψει των εκτεθέντων, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκλησή του, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων με τον πρόσθετο αυτής λόγο, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάσει τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη κατ' άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1828/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης

Καταδικάζει τον αναιρεσείον στη μερική δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και την ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ