Supreme Court partially allows appeal on travel costs, dismissing claim for deceased plaintiffs and rejecting original suit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court separated the appeal regarding travel expenses from other claims, dismissing the appeal for deceased plaintiffs while partially allowing it for others. The court rejected the original suit's request for travel costs for the specific period in question but accepted the appellant's appeal on this specific point. Consequently, the lower court's decision was partially set aside, and the case was remanded for judgment on the travel cost issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3)(a) and 178(1), 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may separate an appeal for partial judgment when facts require no further clarification, allowing the appeal to be upheld on specific grounds while dismissing others.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 539 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 539/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Πρωτοβάθμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "........", ως καθολικού διαδόχου του ........, που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ, ο οποίος δήλωσε ότι ο ..........., συνεχίζει τη δίκη ως καθολικός διάδοχος και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1)Χ. Μ. του Ε.υ, 2)Μ.-Κ. Α., το γένος Ι. Μ., 3)Σ.ς - Α.ς Α. του Θ., 4)Ε.Κ.υ, χήρας Ι. Γ., 5)Ε. Γ., του Ι., 6)Α. Γ. του Ι., 7)Σ. Μ. του Γ., 8)Ζ. Π..του Ν., 9)Δ. Δ. του Γ., 10)Π. Ψ. του Γ., 11)Α. Π. του Ν., 12)Μ. Δ.η του Ν., 13)Σ.Β., 14)Ι. Ρ. του Ν., 15)Σ. Κ. του Θ. και 16)Ι.Α., όλων κατοίκων Κ., εκ της εργασίας τους, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Π., ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος και η 16η των αρχικά αναιρεσιβλήτων (.........) απεβίωσαν και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι τους, όπως αναφέρονται στις προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/11/2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2015 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων ..... με την από 27/5/2015 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 15/7/2019 κλήση των καλούντων. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων - καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.7.2019 κλήση των αναιρεσίβλητων (πλην των 13ου, 14ου και 15ης εξ αυτών) νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 27.5.2015 και με αριθ. κατάθ. 9/27.5.2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 10/2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας, την οποία άσκησε ο αναιρεσείων - καθού η κλήση Δ........, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου ......, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2017.
Κατά τη συζήτηση της κλήσης νομίμως παρέστη ο .......και ......, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος ......(άρθ. 1 παρ. 24 Α του Ν. 3852/2010, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 154 παρ. 1 του Ν. 4600/2019). Σημειώνεται ότι η προσθήκη ως διαδίκου το πρώτον με τις από 25.2.2020 προτάσεις των καλούντων - αναιρεσίβλητων και του 13ου των αναιρεσίβλητων Κ.
Π. του Χ., που παρείχε σχετική εξουσιοδότηση στον παραστάντα κατά τη συζήτηση πληρεξούσιο δικηγόρο των καλούντων - αναιρεσίβλητων με βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτού από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, εγκρίνοντας και τις μέχρι τότε ενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις, είναι απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας (άρθ. 111 του ΚΠολΔ), καθότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν περιλαμβάνεται στην πιο πάνω κλήση ως καλών διάδικος και κατά συνέπεια, ως προς αυτόν, δεν έχει εισαχθεί με την ως άνω κλήση προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Επομένως, προκειμένου περί εργατικής διαφοράς, δεν είναι επιτρεπτή η εκ μέρους του διαδίκου παροχή πληρεξουσιότητας ενώπιον του Αρείου Πάγου με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτού από δικηγόρο και δη από τον ίδιο δικηγόρο στον οποίο παρέχεται η πληρεξουσιότητα.
Το ότι ο δικηγόρος είναι κατά το άρθρο 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" δημόσιος λειτουργός, δεν του προσδίδει παράλληλα την ιδιότητα της δημόσιας αρχής. Άλλωστε, όπου ο νομοθέτης θέλησε να παράσχει την ως άνω αρμοδιότητα και σε δικηγόρο, το όρισε ρητά, όπως στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ για τις ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας πολιτικές δίκες ή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 2 του ΚΠοινΔ για την υποβολή μήνυσης.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (25 Φεβρουαρίου 2020) της ως άνω από 15.7.2019 κλήσης, [με την οποία εισάγεται προς εκδίκαση, μετά από ματαίωση, η από 27.5.2015 και με αριθ. κατάθ. 9/27.5.2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 10/2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας, την οποία άσκησε ο αναιρεσείων - καθού η κλήση .....], ο 16ος των καλούντων Ι......
Α.....υ του Μ....., ο οποίος από κοινού με τους πιο πάνω λοιπούς ομοδίκους του επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ. 4724/5.9.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κέρκυρας ......., φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παλαιολόγο.
Για τον διάδικο αυτό ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε προφορικά κατά τη συζήτηση της κλήσης και με τις από 25.2.2020 προτάσεις του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 εδ. α, 287 και 290 του ΚΠολΔ, ότι αυτός και τα μη διαλαμβανόμενα στην κλήση πρόσωπα, που αναφέρονται στις προτάσεις και ειδικότερα οι ......του Ι...., Κ..... Α.....του Ι.... και Μ.....
Α.... του Ι....., συνεχίζουν την δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (σύζυγος και τέκνα) της θανούσας στις 26 Σεπτεμβρίου 2011 ........., 16ης των αρχικά αναιρεσίβλητων (βλ. με αρ. 50/Α/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου ..... σε συνδυασμό με το από 22/12/2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών). Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας προκύπτει ότι οι παρασχεθείσες εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω ......του Μ....., Ε....
Α.... του Ι....., Κ.... Α... του Ι..... και Μ.... Α.... του Ι... προς τον πιο πάνω δικηγόρο φέρουν βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής αυτών από δικηγόρο και ειδικότερα από τον ίδιο δικηγόρο στον οποίο δίδεται η εντολή εκπροσώπησής τους και ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς η παρασχεθείσα κατά τα ανωτέρω πληρεξουσιότητα δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά συνέπεια, εφόσον αυτοί δεν μετέχουν της αναιρετικής δίκης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, θεωρούνται δικονομικά απόντες. Εφόσον δε δεν προκύπτει κλήτευση του καλούντος 16ου εξ αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους αναιρεσείοντος Δήμου Κέρκυρας, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, αλλά και ως προς τους λοιπούς συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς καλούντες και κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς καλούντες - αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση των δύο πρώτων από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ως και εκείνων των άρθρων 35, 1710, 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός (ενταύθα θάνατος), δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για την επανάληψη της διακοπείσας δίκης και η δίκη συνεχίζεται κανονικά με τους κληρονόμους του θανόντος διαδίκου (ΑΠ 103/2017, ΑΠ 807/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση νομίμως συνεχίζουν την δίκη, με σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου των κατά τη συζήτηση της ως άνω από 15.7.2019 κλήσης καταχωρηθείσα στα οικεία πρακτικά και με τις από 25.2.2020 προτάσεις αυτών οι 2η και 3ος των καλούντων ............, ως κληρονόμοι (μητέρα και αδελφή) του αποβιώσαντος στις 19 Οκτωβρίου 2018 (βλ. με αρ. 65/3/2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου ......σε συνδυασμό με το από 29.10.2018 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών), μετά την άσκηση της ένδικης από 27.5.2015 αίτησης αναίρεσης, 2ου των αρχικά αναιρεσίβλητων .........., των οποίων ο αναιρεσείων Δήμος δεν αμφισβητεί άλλωστε την κληρονομική ιδιότητα.
Με τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατο αυτού (άρθρο 35 ΑΚ).
Συνεπώς σε περίπτωση θανάτου διαδίκου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. α` ΚΠολ.Δ., κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενη δε κατά του τελευταίου είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση.
Αντιθέτως η αναίρεση, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 1318/2010, ΑΠ 923/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 27.5.2015 και με αριθ. κατάθεσης 9/27.5.2015 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 10/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, απευθύνεται και κατά του τρίτου αναιρεσίβλητου ........., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ. 372/14.6.2010 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης είχε αποβιώσει πριν την εκδίκαση της υπόθεσης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 372/12.8.2010 απόφαση αυτού, τη δε δίκη συνέχισαν κατά δήλωσή τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, σύζυγος και θυγατέρες αυτού [ήδη 4η, 5η και 6η των καλούντων], στις οποίες μάλιστα υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τις διαφορές αποδοχών που τον αφορούσαν.
Επομένως το γεγονός του θανάτου του τρίτου ενάγοντος και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου ......του Ν..... γνωστοποιήθηκε στον αρχικά εναγόμενο Δήμο ......, του οποίου οιονεί καθολικώς διάδοχος ήταν ο αναιρεσείων Δήμος ....., ήδη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος τρίτου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτη και συνεπώς απορριπτέα.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο παραστάς ........, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος Δήμου ......., λόγω της ήττας του (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 4ης, 5ης και 6ης των καλούντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικά ενάγοντος ............ (σύζυγος και θυγατέρες), του οποίου μετά το θάνατο συνέχισαν ήδη από τον πρώτο βαθμό τη δίκη, οι οποίες παρέστησαν και κατέθεσαν (κοινές) προτάσεις, μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
Με την κρινόμενη από 27.5.2015 και με αριθ. κατάθεσης 9/27.5.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 10/27.2.2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 29.10.2010 και με αριθ.
κατάθεσης 174/29.10. 2010 έφεση του εναγομένου ..........και ήδη αναιρεσείοντος .......κατά της με αριθ. 372/12.8.2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη (για διάστημα δέκα εννέα μηνών από 1.5.2007 έως 30.11.2008) [και] ως προς τους ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητους, η από 3.11.2008 και με αριθ.
κατάθ. 495/4.11.2008 αγωγή αυτών και είχαν επιδικασθεί, κατά ένα μέρος (μέχρι 12.000 ευρώ) καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο μέρος αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά για μισθολογικές διαφορές α) λόγω υπολογισμού του βασικού μισθού αυτών στο 18ο μισθολογικό κλιμάκιο με την αναγνώριση μόνο δύο ετών προϋπηρεσίας, αντί της κατά πολύ μεγαλύτερης προϋπηρεσίας αυτών από την απασχόλησή τους με διαδοχικές συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημοτικής επιχείρησης "Αναπτυξιακή Επιχείρηση .........", μετά την κατάταξη αυτών από 1.5.2007 σε οργανικές θέσεις στο ...........με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του Π.Δ/τος 164/2004 και του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 και β) λόγω μη καταβολής σε αυτούς των εξόδων κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ, ύψους 325 ευρώ μηνιαίως για το προηγούμενο διάστημα από 1.7.2006, χρόνο έναρξης ισχύος της οικείας ΚΥΑ που χορηγούσε αυτό, μέχρι τις 30.4.2007, οπότε ο εναγόμενος δήμος άρχισε πλέον να τα καταβάλλει και σε αυτούς. [Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αντίθετη έφεση των 14ου και 15ης των ενάγοντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση ως κατ' ουσία αβάσιμη η πιο πάνω αγωγή αυτών κατά το πρώτο αυτής κεφάλαιο των μισθολογικών διαφορών από την αναγνώριση δύο μόνο ετών προϋπηρεσίας κατά την κατάταξή τους και τους είχαν επιδικασθεί με την εφετειακή απόφαση για την ίδια αιτία τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά.
Όμως ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς δεν εισάγεται με την από 15.7.2019 κλήση προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης]. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), για δε το παραδεκτό της άσκησης αυτής προσκομίζεται η κατά το άρθρο 72 παρ. 1 περ. ιγ από 26.5.2015 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του (τότε) Δήμου Κέρκυρας.
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το Π. Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19.7.2004 και αφορά το με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό του δημόσιου τομέα, καθώς και το προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, κατά τα άρθρα 2 και 3 στοιχ.
γ αυτού, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου θεωρούνται διαδοχικές, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10.7.1999 και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση. Με το άρθρο 5 του παραπάνω Π. Δ/τος 164/2004 απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις, ενώ με το άρθρο 7 αυτού προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητα των κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και οι εκ της ακυρότητας αυτής συνέπειες.
Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C -378 έως C -380). Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκε, λοιπόν, στο εν λόγω Π. Δ/μα η μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11, της οποίας οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές (ΟλΑΠ 16/2017) ως μεταβατικές διατάξεις "τακτοποίησης" εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν [ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, που με την παρ. 8 του άρθρου 107 αυτού απαγόρευσε την και με νόμο μονιμοποίηση προσωπικού προσληφθέντος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για τη κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών ή τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου], να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.
Κατά δε την παράγραφο 1 της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος και ήταν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών μέχρι την έναρξη ισχύος του δ/τος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, προκειμένου δε περί συμβάσεων που είχαν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρεία Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.ΕΤ.Α.Α) στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος ΟΤΑ, στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός και δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας, πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την ως άνω διάταξη προϋποθέσεων ο εργαζόμενος υποβάλλει, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Π.Δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.
Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου. Προς συμπλήρωση του περιεχομένου της ως άνω διάταξης του άρθρου 11 του Π.
Δ/τος 164/2004, επακολούθησε ο Ν. 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48). Με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου" ορίσθηκαν στις παρ. 1 έως 4 αυτού τα ακόλουθα: "(Παρ. 1) Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. (Παρ.2) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. (Παρ. 3) Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. (Παρ. 4).
Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Παρ.5)...". Και ναι μεν οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 - 3 του Ν. 3320/2005 αναφέρονται στο προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α πρώτου και δεύτερου βαθμού που συνδεόταν με τους φορείς αυτούς με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση που συνιστούσε στην ουσία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ/τος και καθορίζει τις συνέπειες της διαπίστωσης της τελευταίας αυτής σχέσης, πλην όμως οι διατάξεις αυτές πρέπει να τύχουν ανάλογης εφαρμογής και στο προσωπικό που απασχολήθηκε με ανάλογη σχέση σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπου η ύπαρξη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου αναγνωρίσθηκε είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό διοικητική διαδικασία (ΟλΑΠ 16/2017).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του Ν. 3320/2005, αναλόγως εφαρμοζομένη κατά τα ανωτέρω, προκύπτει περαιτέρω ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, για την κατάταξη αυτών σε υφιστάμενες ή συνιστώμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς τη σύμβαση που είχαν, ο συνολικός χρόνος απασχόλησης αυτών προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα απασχόλησης δυνάμει των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αυτών, λογίζεται για όλες συνέπειες και, κατά συνέπεια και για την ένταξη αυτών στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο της οργανικής θέσης κατάταξης αυτών, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 16/2017), ενώ αντιθέτως κατά το εδάφιο α της ιδίας διάταξης αυτοί δικαιούνται των αποδοχών της θέσης στην οποία κατατάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία κατάταξης και εφεξής (ΟλΑΠ 16/2017).
Σημειώνεται ότι ειδικά για το προσωπικό των δημοτικών επιχειρήσεων, με τη διάταξη του μεταγενέστερου άρθρου 269 παρ. 4 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" ορίσθηκε ότι κατά την κατάταξη του μεταφερόμενου προσωπικού δημοτικών επιχειρήσεων σε κενές ή συνιστώμενες οργανικές θέσεις του Δήμου ή Κοινότητας ή Ν.Π.Δ.Δ.
αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, σε περίπτωση κατάργησης δημοτικής επιχείρησης με τη λύση της και θέση της υπό εκκαθάριση, λαμβάνεται υπόψη η προϋπηρεσία του [του προσωπικού στη δημοτική επιχείρηση] (ΑΠ 58/2018) και το μεταφερόμενο κατά τα άνω προσωπικό αμείβεται με βάση τους όρους που προβλέπουν οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για το προσωπικό των Ο.Τ.Α.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 15 της από 28.11.2007 συλλογικής σύμβασης εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας 90/29.11.2007) που ίσχυσε αναδρομικά από 1 Ιανουαρίου 2007 (άρθρο 18 αυτής) ορίσθηκε ότι "για το προσωπικό το οποίο κατατάσσεται στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3320/2005, αναγνωρίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη, το σύνολο της υπηρεσίας που παρασχέθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.
Δ/τος 164/2004 και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 αυτού, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου των 24 ή 18 μηνών που αναφέρεται στο παραπάνω Π.Δ.". Επομένως, εργαζόμενοι σε δημοτικές επιχειρήσεις και μάλιστα αμιγούς χαρακτήρα προς κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του οικείου φορέα απασχόλησης, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου που έχουν μετατραπεί σε συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το ΑΣΕΠ, επειδή πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Π.
Δ/τος 164/2004, οι οποίοι στη συνέχεια κατετάγησαν σε υφιστάμενες ή προς τούτο συνιστώμενες κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας στον οικείο ΟΤΑ, εντάσσονται για τον εφεξής χρόνο στο μισθολογικό κλιμάκιο της θέσης κατάταξής τους που αντιστοιχεί στο σύνολο του ανωτέρω χρόνου υπηρεσίας τους στη δημοτική επιχείρηση, δυνάμει των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου (ΑΠ 1694/2014).
Από καμία διάταξη δεν συνάγεται ότι για την ένταξη των πιο πάνω υπαλλήλων στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο θα ληφθεί υπόψη μόνο το ελάχιστο όριο των δύο ετών απασχόλησης αυτών στη δημοτική επιχείρηση δυνάμει των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που απαιτείται κατά νόμο με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Π.Δ/τος 164/2004 για την αναγνώριση από το ΑΣΕΠ ότι αυτές συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Με βάση την υπ' αριθ. 1399/24.11.200[5] απόφαση του Δ' Τμήματος του ΑΣΕΠ, αφού λήφθηκε υπόψη και θετική εισήγηση της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ......" (ΑΝΕΔΚ) και δυνάμει των υπ' αριθ.
πρωτ. 10065, 10078, 10081, 10082, 10067, 10063, 10061, 10074, 10077/10.4.2007 αποφάσεων του Δήμου ....... [ήδη αναιρεσείοντος], οι εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων [ήδη αναιρεσίβλητων] που μέχρι τότε εργάζονταν στην ως άνω δημοτική επιχείρηση με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου μετατράπηκαν σε ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις αορίστου χρόνου και αυτοί κατατάχθηκαν σε θέσεις με τις ειδικότητες με τις οποίες αυτοί απασχολούνταν μέχρι τότε στην ως άνω αμιγή δημοτική επιχείρηση, με νέο εργοδότη τον εναγόμενο δήμο και με ορισθέντα χρόνο πρόσληψης αυτών την 1η Μαΐου 2007, κατατάχθηκαν δε στο 18ο μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) των δημοτικών υπαλλήλων και αναγνωρίσθηκε για όλους ως χρόνος προϋπηρεσίας 24 μήνες, αν και εργάζονταν όλοι για χρόνο πολύ μεγαλύτερο της διετίας, ήτοι ο πρώτος επί 9 έτη, ο δεύτερος 12 έτη, [...], ο τέταρτος 13 έτη, η πέμπτη 10 έτη, η έκτη 12 έτη, ο έβδομος 16 έτη, η όγδοη 7 έτη, η ένατη 13 έτη, ο δέκατος 5 έτη, ο ενδέκατος 7 έτη, ο δωδέκατος 10 έτη, [...], όπως δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος. [...].
Για όλους τους ενάγοντες, επομένως, με βάση τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνης της ΣΣΕ ΠΟΕ - ΟΤΑ έπρεπε να αναγνωρισθούν όλα τα έτη προϋπηρεσίας τους, ήτοι ο συνολικός χρόνος εργασίας τους πριν την 1.5.2007 που μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, και όχι μόνο των δύο ετών (24 μηνών) που αναγνωρίσθηκαν".
Με βάση το σκεπτικό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον περί του αντιθέτου πρώτο λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δήμου Κέρκυρας, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Δήμου Κερκυραίων, επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει ειδικότερα [και] για τους προσηκόντως παρισταμένους στην αναιρετική δίκη διαδίκους και για το χρονικό διάστημα από τις 1 Μαΐου 2007 (ημερομηνία κατάταξης αυτών στις νέες θέσεις) έως τις 30 Νοεμβρίου 2008 (19 μήνες) τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά και ειδικότερα μέχρι του ποσού των 12.000 ευρώ καταψηφιστικά και κατά το υπόλοιπο αναγνωριστικά, ως μισθολογικές διαφορές επί του βασικού μισθού που προέκυψαν από την κατάταξη αυτών στο 18ο μισθολογικό κλιμάκιο με την αναγνώριση μόλις δύο ετών προϋπηρεσίας αντί της κατάταξης αυτών σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο με βάση όλα τα έτη προϋπηρεσίας τους.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 11 του Π. Δ/τος 164/2004, 1 Ν. 3320/2005 και 15 της από 28.11.2007 συλλογικής σύμβασης εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ούτε εκείνες των άρθρων 15 παρ. 1 και 20 του Ν. 3205/2003 που αφορούν τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας σε Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ και κατά συνέπεια ο πρώτος εκ του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ [και όχι εκ του άρθρου 560 παρ.1 του ΚΠολΔ, αφού πρόκειται περί αποφάσεως Εφετείου] λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, συνισταμένη στο ότι για την κατάταξη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) έπρεπε να ληφθεί υπόψη χρόνος προϋπηρεσίας μόνο είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 2685/1999 "Κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων εντός και εκτός Επικρατείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 35) διατηρήθηκαν σε ισχύ ειδικές διατάξεις με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης σε υπαλλήλους για τη μετακίνησή τους εντός έδρας και ορίσθηκε, επί πλέον, ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, τα εν λόγω έξοδα μπορούν να αναπροσαρμόζονται και να επεκτείνονται από 1ης Ιανουαρίου 1998 σε υπαλλήλους του ιδίου Υπουργείου, που η φύση της εργασίας τους επιβάλλει συνεχείς μετακινήσεις εντός έδρας.
Με την ίδια διάταξη ορίσθηκε ότι προκειμένου περί του προσωπικού των ΟΤΑ, τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1ης Απριλίου 1998, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2040222/4110/0022/19.6.1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, της οποίας το περιεχόμενο περιελήφθη στην ως άνω διάταξη.
Με βάση την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση χορηγήθηκε στο προσωπικό των ΟΤΑ εφάπαξ ετήσια αποζημίωση ύψους 90.000 δραχμών για το έτος 1998 και 120.000 δραχμών για το έτος 1999 για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσεως της απασχόλησής του, η καταβολή της οποίας βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των ΟΤΑ.
Το ποσό αυτό αναπροσαρμόσθηκε με διαδοχικές κοινές υπουργικές αποφάσεις και ορίσθηκε σε 325 ευρώ μηνιαίως με το άρθρο 1 της υπ' αριθμό 2/50025/0022/2006 κοινής υπουργικής απόφασης των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης - Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1489). Ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης για τους υπαγομένους σε αυτήν μισθωτούς ορίσθηκε με το άρθρο 4 αυτής η 1 Ιουλίου 2006.
Με το άρθρο 9 της ως άνω από 28.11.2007 συλλογικής σύμβασης εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (πράξη κατάθ. Υπ. Εργασίας 90/29.11.2007) ορίσθηκε ότι η ως άνω υπ' αριθ. 2/50025/0022/2006 υπουργική απόφαση έχει εφαρμογή από την ημερομηνία ισχύος της για τους υπαγομένους στην παρούσα, δηλαδή από προγενέστερο χρόνο (1.7.2006) σε σχέση με το χρόνο έναρξης της ισχύος της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας (1.1.2007).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ.1 της ως άνω από 28.11.2007 συλλογικής σύμβασης εργασίας, στις διατάξεις αυτής υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων που απασχολείται στους Δήμους, στις Κοινότητες, στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου των Δήμων και Κοινοτήτων και Οργανισμούς που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 277 παρ. 1, 5 και 7 του ισχύσαντος μέχρι 31.12.2006 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Π.Δ/μα 410/1995, ΦΕΚ Α' 231), ορίζεται ότι "Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν μαζί με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν:
α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και για την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, γ) την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων" (παρ.1), ότι "Οι παραπάνω δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτόν το νόμο" (παρ. 5) και ότι "Η ευθύνη δήμου ή κοινότητας, που συνιστά ή συμμετέχει σε επιχείρηση του άρθρου 285, περιορίζεται στη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της επιχείρησης" (παρ.7), με τη διάταξη του άρθρου 280 παρ. 1 ορίζεται ότι "Η διαχείριση των επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση", με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 1 ορίζεται ότι "Η ταμειακή υπηρεσία των επιχειρήσεων είναι ανεξάρτητη από τη δημοτική ή την κοινοτική", με τη διάταξη του άρθρου 283 παρ. 3 ορίζεται ότι "Το προσωπικό των επιχειρήσεων συνδέεται με αυτές με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και με τη διάταξη του άρθρο 287 παρ. 1 και 2 ορίζεται ότι "1.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 277 έως 285 [...]. 2. Κατά τα λοιπά στις επιχειρήσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 277-285 εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας". Αντίστοιχες περίπου των ανωτέρω είναι και οι ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 252 επ.
για τη σύσταση επιχειρήσεων των ΟΤΑ και δημοτικών και κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων του ισχύοντος από 1.1.2007 κατά το άρθρο τέταρτο αυτού Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΦΕΚ Α 114). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι προαναφερόμενες δημοτικές επιχειρήσεις δεν αποτελούν ΝΠΔΔ ούτε, ειδικότερα, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των ΟΤΑ επιχειρήσεις και λειτουργούν υπό τη μορφή ΝΠΙΔ, η δε ευθύνη του αντίστοιχου ΟΤΑ για τη σύσταση ή συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση περιορίζεται στη συμμετοχή του μόνο στο κεφάλαιο της επιχείρησης, η οποία μπορεί να αξιώσει την καταβολή της εισφοράς του, χωρίς περαιτέρω ευθύνη τρίτων (ΑΠ 1161/2015), το δε προσωπικό αυτών το οποίο απασχολείται σε δημοτικές επιχειρήσεις με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου δεν αποτελεί προσωπικό των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή συνδεομένων με αυτά Ν.Π.Δ.Δ ή Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά αποτελεί προσωπικό της δημοτικής επιχείρησης, το οποίο, εξ άλλου, δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις της πιο πάνω συλλογικής σύμβασης εργασίας και για όσο διάστημα απασχολείται στις επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 αυτής.
Κατά συνέπεια το προσωπικό αυτό δεν δικαιούται των κατά το άρθρο 5 παρ.3 του Ν 2685/1999 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης και μάλιστα ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας (σχετ. ΑΠ 2257/2013, ΑΠ 979/2013, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1585/2010, επί προσωπικού απασχολουμένου σε δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης).
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή αυτού ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης ύψους 325 ευρώ μηνιαίως ο καθένας και για το χρονικό διάστημα από 1.7.2006 έως 30.4.2007 [πριν δηλαδή την πρόσληψή τους από 1.5.2007 σε κενή οργανική θέση του αναιρεσείοντος Δήμου, οπότε το πρώτον απέκτησαν την ιδιότητα του δημοτικού υπαλλήλου], κατά το οποίο (διάστημα) αυτοί συνδέονταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την αμιγώς δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΙΩΝ" (ΑΝΕΔΚ), απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου δεύτερο λόγο έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ότι αυτοί δεν δικαιούνταν των πιο πάνω κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης, αφού κατά το διάστημα αυτό δεν έφεραν την ιδιότητα του δημοτικού υπαλλήλου (υπό την προφανή έννοια ότι δεν συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τον οικείο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης) έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή στη συνέχεια των ανωτέρω διατάξεων.
Κατά συνέπεια ο περί τούτου δεύτερος και τελευταίος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αυτός παραδεκτώς συμπληρώθηκε με την έγγραφη εισήγηση του Εισηγητή, κατ' άρθρο 562 παρ.4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1994), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (πριν την 1.1.2016), είναι βάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή του περί τούτου από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' αναιρεθεί κατά ένα μέρος ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους καλούντες - αναιρεσίβλητους [πλην δηλαδή των 4ης, 5ης, 6ης των καλούντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικά αναιρεσίβλητου 3ου εξ αυτών, ως προς τον οποίο απερρίφθη η αίτηση αναίρεσης, του 16ου των καλούντων, ως προς τον οποίο κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και των 13ου, 14ου και 15ου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους δεν εισήχθη με την κλήση η υπόθεση] η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που αφορά την καταβολή εξόδων κίνησης για τη χρονική περίοδο από 1.7.2006 έως 30.4.2007 ύψους 3.250 ευρώ για τον καθένα από αυτούς, απορριπτομένης ως προς διαδίκους αυτούς της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα ως προς το κεφάλαιο αυτό και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 29.10.2010 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ...., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου ......, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου έφεσης αυτού, να εξαφανισθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη με αριθ. 372/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και δη κατά το μέρος που επιδίκασε το ποσό των 3.250 ευρώ για έξοδα κίνησης της περιόδου από 1.7.2006 έως 30.4.2007 στους 1ο, 2ο [του οποίου τη δίκη συνέχισαν οι 2η και 3η των καλούντων], 4ο έως και 12ο των εναγόντων και ήδη καλούντων - αναιρεσίβλητων και απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, η από 3.11.2008 αγωγή αυτών κατά το κεφάλαιο επιδίκασης του ποσού των 3.250 ευρώ στον καθένα, ως έξοδα κίνησης της περιόδου από 1.7.2006 έως 30.4.2007.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι ως άνω προσηκόντως παριστάμενοι καλούντες - αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Οργανισμού που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθ. 178 παρ.1 , 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς ....................., κληρονόμων της ......ης των αναιρεσιβλήτων ............
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αυτούς.
Απορρίπτει την από 27.5.2015 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 10/27.2.2015 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Κέρκυρας ως προς τον 3ο των αναιρεσίβλητων ........
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθ. 10/27.2.2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας ως προς τους λοιπούς προσηκόντως παριστάμενους καλούντες αναιρεσίβλητους 1ου, 2ου, (τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι 2α και 3η των καλούντων), 4ου, 5ης, 6ης, 7ου, 8ης, 9ης, 10ου, 11ου και 12ου των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο που αφορά την επιδίκαση εξόδων κίνησης, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά. Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
Δέχεται κατ' ουσία την από 29.10.2010 έφεση του εναγομένου .......
Εξαφανίζει εν μέρει την με αριθ. 372/12.10.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας ως προς τους άνω καλούντες - αναιρεσίβλητους και δη κατά το κεφάλαιο αυτό.
Δικάζει την από 3.11.2008 και με αριθ. κατάθ. 495/2008 αγωγή ως προς τους άνω καλούντες - αναιρεσίβλητους και ειδικότερα ως προς τους 1ο, 2ο (ως προς τον οποίο συνεχίζουν τη δίκη οι 2η και 3η των καλούντων), 4ο έως και 12ο των αρχικά εναγόντων και κατά το κεφάλαιο επιδίκασης σε αυτούς εξόδων κίνησης.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους προαναφερθέντες ενάγοντες και ήδη καλούντες - αναιρεσίβλητους κατά το κεφάλαιο αυτό.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.