Appeal allowed: Supreme Court corrects lower court's dismissal of appeal due to procedural time limit error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a lower court's dismissal of an appeal on procedural grounds. The appellant argued that the appeal was filed within the statutory thirty-day limit, while the lower court ruled it untimely based on a specific service date. The court held that when a discrepancy exists between the official court note and the clerk's report, the official note prevails, meaning the appeal was timely filed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 144, 139, 561, 562, 559 of the Code of Civil Procedure; When a discrepancy exists between the official court note and the clerk's report regarding the date of service, the official note prevails over the clerk's report.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 539 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 539/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Λιάρτη. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαμπέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 988/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 959/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ. 1, 518 παρ. 1 και 532 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προθεσμία της έφεσης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα ημερών, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και λήγει στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 139 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα: "Όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει επάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση υπερισχύει η έκθεση".
Από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με εκείνη του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου και κατά τελολογική συστολή, υπαγορευόμενη από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, την οποία εκείνος προς τον οποίο γίνεται (η επίδοση) αντλεί επισήμως και ασφαλώς από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδιδόμενο έγγραφο, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή, αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στο λήπτη του εγγράφου, η χρονολογία της έκθεσης επίδοσης υπερισχύει έναντι εκείνης της επισημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο.
Τούτο δε, διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λήπτη του εγγράφου να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του, το οποίο στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων και μέσων κατοχυρώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 εδάφ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό το φως των οποίων πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ο οικείος δικονομικός κανόνας.
Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' του ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός και αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε μεν στο δικαστήριο της ουσίας, αφορά όμως στη δημόσια τάξη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ισχυρισμού που στηρίζει την άσκηση του από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ παρεχόμενου δικαιώματος ακρόασης σε δίκαια διεξαγόμενη δίκη (ΑΠ 1381/2010, ΑΠ 831/2008, ΑΠ 1705/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Η έφεση του αναιρεσείοντος Ε. Μ. κατά της υπ' αριθ. 988/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκε την 1.9.2015, η δε εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα την 3.6.2015, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.
…42Γ/2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Π. Γ.. Ακολούθως, το Εφετείο ενόψει των ανωτέρω έκρινε ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα αφού μεταξύ της επόμενης ημέρας από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (4.6.2015) και της ημέρας άσκησης της έφεσης (1.9.2015) μεσολαβεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τριάντα ημέρες (χωρίς να υπολογίζεται κατά το άρθρο 147 παρ. 1 ΚΠολΔ το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου και το διάστημα από 28.6.2015 έως 8.7.2015 λόγω του δημοψηφίσματος και της βραχείας τραπεζικής αργίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 5 εδ.
β της ΠΝΠ ΦΕΚ Α 65/2016). Ωστόσο, από το επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλούμενης ως άνω υπ' αριθ. 988/2015 απόφασης που νομίμως είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων στο Εφετείο, προσκομίζει δε νομίμως και επικαλείται με την αίτηση αναίρεσης και παραδεκτά εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ως άνω δικαστική επιμελήτρια επισημείωσε στο παραδοθέν αντίγραφο της εκκαλουμένης ότι το επέδωσε στον αναιρεσείοντα την 3.7.2015.
Επομένως, εφόσον υπάρχει διαφορά μεταξύ της ανωτέρω επισημείωσης και της έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας, η χρονολογία της επισημείωσης, σύμφωνα και με τα προπαρατιθέμενα, υπερισχύει έναντι εκείνης της έκθεσης επίδοσης, διότι η τελευταία δεν ωφελεί τον αναιρεσείοντα προς τον οποίο έγινε η επίδοση.
Έτσι, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη, μολονότι η τριακονθήμερη προθεσμία της άσκησης αυτής άρχισε, κατά τα προεκτιθέμενα, την 4.7.2015 και επομένως δεν είχε λήξει την 1.9.2015 που ασκήθηκε η ως άνω έφεση (χωρίς να υπολογίζονται τα προαναφερόμενα διαστήματα), παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, ο οποίος, ανεξάρτητα από την πρόταση ή μη στο δικαστήριο της ουσίας του αντίστοιχου ισχυρισμού περί του πραγματικού χρόνου επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, παραδεκτά προβάλλεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 περ. γ' του ΚΠολΔ διότι αφορά στη δημόσια τάξη, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 959/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ