Legislator Case Law & Legislation
539/2015 AI generated

539/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 539/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Legislator headnote

AI generated

539/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Keywords

AI generated
rural conservation zone extension of agricultural lease agricultural structures roadside setback rural land ownership agricultural areas
AI generated
1481/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
1548/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
1258/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
96/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
686/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Τσολάκo, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 539/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Α. του Θ., κατοίκου ..., α.ι. 5, 2) Β. Γ. του Δ., κατοίκου ..., α.ι. 6, 3) Ι. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., α.ι. 19, 4) Δ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., α.ι. 20 και 21Α, 5) Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., α.ι. 21, 6) Α. Ρ. του Α., κατοίκου ..., α.ι. 21Β, 7) Κ. Ρ. του Π., χας Γ. Φ., κατοίκου ..., α.ι. 55, 8) Ν. Φ. του Γ., κατοίκου ..., α.ι. 55, 9) Δ. Ρ. του Π., κατοίκου ..., α.ι. 56 και 10) Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., α.ι. 59, εκ των οποίων οι 1ος και 9ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρήγα, ο 3ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και οι 2η, 4η, 5ος, 6η, 7η, 8ος και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδος και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κυριαζόπουλο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2009 και 5-1-2010 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με σαράντα δύο (42) αυτοτελείς αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκε η 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς διάβασε την από 15-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τετάρτου, πέμπτου και εβδόμου λόγων της από 10-6-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 240/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Ο 3ος των αναιρεσειόντων και πληρεξούσιος των λοιπών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), σχετικά με τον καθορισμό της τιμής μονάδος απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ορίζονται τα εξής: 1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και n πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία αυτών κατά το χρόνο συζήτησης για οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Περαιτέρω στο εδάφιο γ' της παραπάνω διάταξης παρατίθενται ενδεικτικά τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και άρα το Εφετείο μπορεί να λάβει υπόψη οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, μεταξύ των οποίων και τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χρόνο οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να τις αναλύει διεξοδικά, όταν αυτές είναι πασίγνωστες και οι οποίες λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί των ενδίκων αιτήσεων για καθορισμό τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 1112062/8397/Δ0010/9-1-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου" του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, αφού έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου και λοιπά αναφερόμενα κριτήρια, καθώς και τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, κοινώς γνωστές, καθόρισε την τιμή μονάδος των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους με κρίσιμο χρόνο εκείνον της ενώπιόν του συζητήσεως, ήτοι την 23-6-2011, αφού από τη συζήτηση για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης αυτών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου (16-2-2009) παρήλθε χρονικό διάστημα ενός έτους.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, διέλαβε δε στην απόφασή του όλα τα αναγκαία περιστατικά που επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες ορθά το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, διότι δεν πρόκειται για "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να έχουν ανάγκη προτάσεως από τους διαδίκους, αλλά για πραγματικό γεγονός που προκύπτει από τη στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και άρα δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Επομένως, ο ίδιος πρώτος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί κατά τούτο ως απαράδεκτος.

2. Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και συνεπώς η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Β. Γ. και Ι. Ρ., που φέρονται ως ιδιοκτήτες των ακινήτων με ΑΚΠ 6 και 19 αντίστοιχα, πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως αντίστοιχα, διότι α) ενώ στις από 21-11-2009 (αριθ.

κατ. 151/2009 και 145/2009) αιτήσεις τους είχαν προβάλει τον ισχυρισμό ότι η αξία των ακινήτων τους είχε προσδιοριστεί σε προηγούμενη απαλλοτρίωση με την απόφαση 1207/2002 του Εφετείου Πατρών με κρίσιμο χρόνο την 28-9-2000 στο ποσό των 53 ευρώ και 60 ευρώ αντίστοιχα (για μικρότερα εδαφικά τους τμήματα), το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 79,06 ευρώ του Νοεμβρίου 2008 (λόγω του πληθωρισμού, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 168/2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος), το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη, β) δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας για τον προσδιορισμό του ύψους της τιμής μονάδος αποζημίωσης των ακινήτων τους, ενόψει της αυξητικής τάσης που είχαν οι τιμές των ακινήτων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 2000 - 2010 και γ) δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω υπ' αριθμ. 168/2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, καθώς και τα αποσπάσματα του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος της προηγούμενης απαλλοτρίωσης, επί της οποίας έκρινε η με αριθμό 1207/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών και την ίδια την απόφαση αυτή.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, πλήττουν ως προς τα παραπάνω δύο πρώτα σκέλη τους την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και συνεπώς είναι απαράδεκτοι (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ως προς το ανωτέρω τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εξετίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιείχοντο στα ενώπιόν του προσκομισθέντα πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και στα πρακτικά του ιδίου και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τις φωτογραφίες.

Από τη διατύπωση αυτή της προσβαλλομένης δεν γεννιέται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα. 3. Κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως (23-6-2011) των ενδίκων αιτήσεων ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αιτήσεως καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον ακίνητο, πρέπει να διαλαμβάνονται σ' αυτήν, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα περιστατικά εκείνα με βάση τα οποία μειώθηκε η αξία του απομένοντος τμήματος ή κατέστη τούτο άχρηστο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Β.

Γ., Ι. Ρ. του Δ., Κ. Ρ. και Ν. Φ. και Ι. Ρ. του Π., που φέρονται ως ιδιοκτήτες των ακινήτων με ΑΚΠ 6, 19, 55 και 59 αντίστοιχα, με τις από 21-11-2009 αιτήσεις τους ζήτησαν να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος των ανωτέρω ακινήτων τους που παρέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης, επικαλούμενοι ως περιστατικά που μειώνουν την αξία των απομενόντων ακινήτων τους το μη άρτιο και οικοδομήσιμο, την μεγάλη υψομετρική διαφορά αυτών με την Ιόνιο οδό και τους αναφερόμενους στις αιτήσεις περιορισμούς δόμησης λόγω της Ιονίας Οδού.

Έχοντας το περιεχόμενο αυτό και αίτημα οι ανωτέρω αυτοτελείς αιτήσεις των εν λόγω αναιρεσειόντων ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα ακίνητα εκτός απαλλοτρίωσης, είναι ορισμένες, γιατί περιέχουν με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματός τους.

Η συνδρομή ή μη των όρων του Π.Δ. 24/1985 σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα των ανωτέρω απομενόντων ακινήτων δύναται να συναχθεί από τις αποδείξεις. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ως αόριστες τις ανωτέρω αιτήσεις κατά το ως άνω κεφάλαιο, για έλλειψη προϋποθέσεων του ανωτέρω Π.Δ/τος, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και άρα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται) τέταρτος λόγος αναιρέσεως.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο ήταν ορισμένη και η από 21-11-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Δ. Ρ. του Π., διότι αναφέρονται περιστατικά που μειώνουν την αξία του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση ακινήτου με ΑΚΠ 56. Άρα το Εφετείο που έκρινε τα αντίθετα, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και άρα είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (όπως εκτιμάται) πέμπτος λόγος αναιρέσεως.

4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως αίτηση, η άφεση της οποίας αδίκαστης από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο τούτο προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, νοείται κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νομική μορφή αυτής και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Λ. Α., που φέρεται ως ιδιοκτήτης του με ΑΚΠ 5 ακινήτου, με την από 21-11-2009 αίτησή του ζήτησε να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος του ανωτέρω ακινήτου του, που παρέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης. Το Εφετείο όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με το αίτημα αυτό δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: "Μετά την απαλλοτρίωση του με Α.Κ.Π. 5 ακινήτου από το μείζον άρτιο και οικοδομήσιμο ακίνητο (αγρός) των 12.030,65 τ.μ.

του αντίστοιχου αιτούντος, απέμεινε τμήμα του εμβαδού 11.501,36 τ.μ., όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη από 12-5-2010 έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. Το απομένον αυτό τμήμα δεν υπέστη καμία μείωση της αξίας του, γιατί δεν θίγεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ. 24/1985, ενώ έχει μέγεθος ικανό και για αγροτική εκμετάλλευση.

Ούτε αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στον κατασκευασθησόμενο αυτοκινητόδρομο, καθόσον, όπως προκύπτει από τις ως άνω συμπληρωματικές εκθέσεις του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, όλες οι εκτιμώμενες εκτάσεις έχουν πρόσοψη στον παράδρομο του νέου αυτοκινητόδρομου και από το υπ' αριθμ.

πρωτ. οικ. 899/22-6-2011 έγγραφο της Γεν. Γραμ. Συγχρημ/νων Δημ. Έργων Γενική Δ/νση Συγκοινωνιακών Έργων Συμβάσεων Παραχώρησης του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών & Δικτύων το ανωτέρω ακίνητο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο και δεν προκαλείται σ' αυτό μεγαλύτερη περιβαλλοντική ρύπανση από αυτή που προϋπήρχε, δεδομένου ότι αυτό απέχει μόλις 40 μ.

από τη λειτουργούσα ήδη Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων. Επομένως το σχετικό αίτημα της υπ' αριθμ. 10 αυτοτελούς αίτησης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο έλαβε υπόψη το ανωτέρω αίτημα και το απέρριψε κατ' ουσίαν, διέλαβε δε επαρκή αιτιολογία, αφού για την πληρότητά της παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα.

Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αν τούτο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή ισχυρισμούς που θεμελιώνουν την αγωγή (ή την αίτηση), την ένσταση ή αντένσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες Δ.

Ρ. και Α. Ρ., ως ιδιοκτήτες των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση ακινήτων με ΑΚΠ 20 και 21 αντίστοιχα και οι αναιρεσείοντες Δ. Ρ. και Α. Ρ., ως ιδιοκτήτες των απομενόντων ομοίως ακινήτων με ΑΚΠ 21Α και 21Β αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των αυτοτελών από 21-11-2009 αιτήσεών τους, ζήτησαν να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μειώσεως της αξίας των ανωτέρω τμημάτων ακινήτων τους, που παρέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης, επικαλούμενοι ως περιστατικά, που στήριζαν το αίτημά τους κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), με βάση τα οποία μειωνόταν η αξία τους, οι δύο πρώτοι εξ αυτών τα εξής: 1) 'Ότι παρόλο που οι ιδιοκτησίες τους δεν ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες, θα επιτυγχανόταν όμως συνένωση με όμορα ακίνητα συγγενών τους, οπότε θα προέκυπτε νέα άρτια και οικοδομήσιμη ιδιοκτησία, 2) ότι λόγω της κατασκευής υπερυψωμένης γέφυρας πάνω από την Εθνική οδό Αντιρρίου - Ναυπάκτου για να διέρχεται η Εθνική οδός, το τμήμα αυτής που εφάπτεται στην ανατολική πλευρά του ακινήτου τους θα έχει ύψος 8 και 7 μέτρα ύψος αντίστοιχα, με συνέπεια να μην έχουν δυνατότητα πρόσβασης στο έργο και 3) ότι στα ανατολικά του εναπομένοντος ακινήτου τους θα διέρχεται η Ιονία Οδός με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, με αποτέλεσμα να μολύνεται το περιβάλλον τόσο από τα καυσαέρια όσο και ηχητικά, οι δε λοιπές εξ αυτών (ΑΚΠ 21Α και 21Β) επικαλούμενες τα ίδια περιστατικά όπως στην προηγούμενη περίπτωση υπ' αριθμ. 2 με υψομετρική διαφορά 5 μέτρων.

Το Εφετείο σχετικά με τις ανωτέρω αιτήσεις δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι υπ' αριθμ. 3, 6, 7, 9 αυτοτελείς αιτήσεις πρέπει ν' απορριφθούν κατά το ως άνω αίτημα ως μη νόμιμες, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτές, τα μείζονα ακίνητα των αντίστοιχων αιτούντων, προοριζόμενα για ανοικοδόμηση, από τα οποία, μετά την απαλλοτρίωση μέρους αυτών, απομένουν τμήματα έκτασης 3.066 τ.μ., 1.562,56 τ.μ., 484,40 τ.μ., 1.702,32 τ.μ.

και 1.369,22 τ.μ., ήταν και πριν από την ένδικη απαλλοτρίωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμα. Επομένως δεν μπορούσαν να έχουν πριν από την απαλλοτρίωση σκοπό την ανοικοδόμηση και κατά συνέπεια η επικαλούμενη αχρήστευσή τους δεν επήλθε συνεπεία της απαλλοτρίωσης, εφόσον δεν συνέτρεχαν πριν απ' αυτήν οι προϋποθέσεις της κατά προορισμό χρήσης τους.

Εξάλλου το επικαλούμενο από τους ως άνω αιτούντες ότι θα μπορούσαν τα μείζονα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα ακίνητά τους να συνενωθούν με όμορα ακίνητα συγγενών τους, ώστε η προκύπτουσα νέα ιδιοκτησία να καθίσταται άρτια και οικοδομήσιμη, εξαιτίας δε της έκτασης των απομενόντων τμημάτων στερούνται πλέον αυτή τη δυνατότητα, δεν καθιστά τις αιτήσεις τους νόμιμες, αφού το υποθετικό αυτό περιστατικό δεν σχετίζεται με τις απαιτούμενες από τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2882/2001 προϋποθέσεις αποζημίωσης για μείωση της αξίας ακινήτου ή αχρήστευσή του".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι, εκτός από την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα των απομεινάντων ανωτέρω τμημάτων, παρά το νόμο δεν έλαβε καθόλου υπόψη του τους ανωτέρω υπ' αριθμόν 2 και 3 ισχυρισμούς των ως άνω αναιρεσειόντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός έβδομος λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω κεφάλαια. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (πλην του πρώτου που ηττήθηκε), που κατέθεσαν και προτάσεις, μειωμένη όμως κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, επειδή δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από το αναιρεσίβλητο. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 240/2012 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (πλην του πρώτου), την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Και

Διατάζει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το παράβολο με αριθμούς διπλοτύπων 1581986, 1581987, 1581988 και 038712, 038713, 038714/19-6-2013 (Δημοσίου και ΤΑΧΔΙΚ).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ