539/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated539/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010).
Full text
Απόφαση 539 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 539/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Γ. Α.Ε. Γενικού Τουρισμού" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Deutsche Lufthansa A.G." που εδρεύει στην Κολωνία Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από το διευθυντή του υποκαταστήματός της στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμικάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 10-3-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3641/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2475/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2009 αίτησή της και τον από 26-10-2011 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου της.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου της και την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ.2 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του προεδρικού αυτού διατάγματος, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
Με τη σύμβαση αυτή ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμήθειας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου (Α.Π. 175/2010).
Έτσι βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσεως, γ) η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, δ) η αυτοτέλεια και ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου, ο οποίος οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη και μπορεί να διατηρεί δίκτυο υποαντιπροσώπων και ε) η ενέργειά του στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντοτε ούτε σταθερά ούτε ασφαλή (Α.Π. 881/2010).
Περαιτέρω, παρά το ότι το π.δ.219/1991 αναφέρεται σε εμπορικό αντιπρόσωπο εμπορευμάτων, οι διατάξεις του εφαρμόζονται και επί εμπορικών αντιπροσώπων παροχής υπηρεσιών. Τούτο ήδη ρυθμίστηκε και νομοθετικά με το άρθρο 14 παρ.4 περ.α ν.3557/2007, που ορίζει ότι οι διατάξεις του π.δ.219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις αντιπροσωπείας οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών.
Εξάλλου το άρθρο 9 π.δ.219/1991 ορίζει τα εξής: "1.α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος ...". Τέλος κατά το άρθρο 2 εδ.3 του β.δ. της 2/14-5-1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων" και η επιχείρηση πρακτορείας είναι εμπορική. Ανήκει δε αυτή, με την επιχείρηση παραγγελίας και τις μεσιτικές εργασίες, στις υπό στενότερη έννοια μεσολαβητικές δραστηριότητες.
Οι δραστηριότητες αυτές συνίστανται στην παροχή πάσης φύσεως μεσολαβητικών εξυπηρετήσεων προς το κοινό. Ειδικότερα η επιχείρηση πρακτορείας συνίσταται στην υπό μη δημοσίου προσώπου έναντι αμοιβής διαχείριση (ήτοι ενέργεια, διεύθυνση ή διεκπεραίωση) αλλότριων υποθέσεων, οιανδήποτε μορφή και αν έχουν αυτές είτε πρόκειται περί εμπορικών ή περί αστικών υποθέσεων (Α.Π. 1041/2010).
Πράκτορες με την πιο πάνω έννοια είναι και οι πράκτορες ταξιδιών, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι οι οποίοι κρατούν θέσεις για αεροπορικό ταξίδι και εκδίδουν το εισιτήριο με καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος. Η νομική φύση της εσωτερικής σχέσεως της πιο πάνω ειδικότερης συμβάσεως πρακτορείας, δηλαδή της σχέσεως που συνδέει τον αεροπορικό μεταφορέα με τον πράκτορα, είναι αυτή της εντολής, οι δε διατάξεις του Α.Κ.
που ρυθμίζουν την εντολή διέπουν τις σχέσεις των προσώπων αυτών. Στις συμβάσεις πρακτορείας, που αποτελούν διαμεσολαβητικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, δεν υπάρχει οποιοδήποτε περιθώριο για ευθεία ή για αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991, αφού δεν υφίσταται νομοθετικό κενό και μάλιστα ακούσιο που να δικαιολογεί την κατ' αναλογία συμπλήρωσή του (Α.Π. 1121/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εκτέλεση κάθε μορφής τουριστικής εργασίας, την πώληση εισιτηρίων με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο, είτε στο εξωτερικό είτε στο εσωτερικό, καθώς και την ανάληψη πρακτόρευσης, αντιπροσώπευσης ή διαχείρισης διαφόρων οίκων με όμοιο ή παρεμφερή σκοπό.
Εξάλλου η εναγομένη γερμανική αεροπορική εταιρία δραστηριοποιείται στη μεταφορά έναντι χρηματικού ανταλλάγματος επιβατών, αποσκευών και εμπορευμάτων με δικά της αεροσκάφη σε διάφορα μέρη του κόσμου και είναι μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Αεροπορικών Μεταφορών (Ι.Α.Τ.Α.). Μέσω της ως άνω διεθνούς ένωσης καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 15-12-1993 έγγραφη σύμβαση πρακτορείας (της οποίας είχε προηγηθεί άλλη παρόμοια σύμβαση που είχε καταρτιστεί στις 11-2-1989), δυνάμει της οποίας ανατέθηκε στην ενάγουσα η εξουσία παροχής σε επιβάτες υπηρεσιών αεροπορικής μεταφοράς για λογαριασμό της εναγομένης αλλά και κάθε άλλης αεροπορικής εταιρίας που εκπροσωπεί η Ι.Α.Τ.Α.
με την αντίστοιχη εγχείριση εισιτηρίου και την είσπραξη του αντιτίμου, το οποίο όφειλε η ενάγουσα να αποδίδει στην εναγομένη μέσω συμψηφιστικού γραφείου. Ως αμοιβή της ενάγουσας για την πιο πάνω διαμεσολαβητική δραστηριότητά της από την πώληση των εισιτηρίων συμφωνήθηκε ποσοστό 9% επί της ονομαστικής αξίας όλων των εισιτηρίων που θα πωλούσε, πλέον ενός πρόσθετου περιθώριου κέρδους επί των πωλήσεων αεροπορικών εισιτηρίων σε ναυτικούς.
Σημειώνεται ότι η Ι.Α.Τ.Α. εφαρμόζει για λογαριασμό των μελών της μια διαδικασία πιστοποίησης των ταξιδιωτικών γραφείων που επιθυμούν να γίνουν εγκεκριμένοι πράκτορες Ι.Α.Τ.Α., ελέγχοντας αν αυτά πληρούν ορισμένα ποιοτικά κριτήρια σχετικά με την επιχειρηματική τους οργάνωση. Έτσι κάθε επιχείρηση του συγκεκριμένου κλάδου που εκδηλώνει σχετικό ενδιαφέρον, εφόσον πληροί τα ανωτέρω ποιοτικά κριτήρια, που είναι εκ των προτέρων καθορισμένα και ομοιόμορφα για κάθε χώρα, μπορεί να γίνει πράκτορας Ι.Α.Τ.Α.
και να καταρτίσει με την εν λόγω διεθνή ένωση σύμβαση πρακτορείας. Δεν υπάρχουν ειδικοί όροι, ρήτρες εδαφικής αποκλειστικότητας κ.λ.π. Οι όροι μιας τέτοιας σύμβασης πρακτορείας είναι τυποποιημένοι και ομοιόμορφοι για όλα τα ταξιδιωτικά γραφεία στα οποία έχει χορηγηθεί από την Ι.Α.Τ.Α. η έγκριση πώλησης και έκδοσης αεροπορικών εισιτηρίων των μελών της.
Με την έγκριση και την υπογραφή της πιο πάνω τυποποιημένης σύμβασης με την Ι.Α.Τ.Α. το ταξιδιωτικό γραφείο καταχωρείται στη λίστα των εγκεκριμένων πρακτόρων Ι.Α.Τ.Α. Οι αεροπορικές εταιρίες-μέλη της εν λόγω διεθνούς ένωσης μπορούν να επιλέξουν τη συνεργασία με όσους πράκτορες επιθυμούν από αυτή τη λίστα, πλην όμως στην πράξη, λόγω του μεταξύ τους ανταγωνισμού, όλες οι αεροπορικές εταιρίες συνεργάζονται με όλους σχεδόν τους πράκτορες.
Τα εγκεκριμένα αυτά πρακτορεία Ι.Α.Τ.Α. πωλούν κατά κανόνα στο κοινό τα εισιτήρια όλων των αεροπορικών εταιριών-μελών της Ι.Α.Τ.Α., ανάμεσα στις οποίες επιλέγουν κάθε φορά ανάλογα με τη διαδρομή και τις τυχόν ιδιαίτερες προτιμήσεις του κάθε επιβάτη-πελάτη τους. Μέσα στα πλαίσια αυτά καταρτίστηκε και λειτούργησε εξ αρχής και η συγκεκριμένη ένδικη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα πωλούσε εισιτήρια τόσο της εναγομένης όσο και άλλων αεροπορικών εταιριών.
Ειδικότερα σύμφωνα με τον όρο 3.1 της σύμβασης η ενάγουσα εξουσιοδοτήθηκε "να πωλεί αεροπορική μεταφορά επιβατών στις υπηρεσίες του μεταφορέα και στις υπηρεσίες άλλων μεταφορέων... Ως πώληση αερομεταφοράς επιβατών νοούνται όλες οι δραστηριότητες που είναι αναγκαίες προκειμένου να προμηθεύει τον επιβάτη με ένα έγκυρο τίτλο μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης, όχι όμως αποκλειστικά, της έκδοσης ενός έγκυρου εγγράφου μεταφοράς (εισιτηρίου) και της είσπραξης του αντιτίμου".
Για το σκοπό αυτό, πέραν της πώλησης απλών εισιτηρίων, η ενάγουσα μετά από έρευνα στην αγορά συνεργαζόταν κυρίως με εμπορικές και ναυτιλιακές εταιρίες οι οποίες προβαίνουν συχνά σε μετακινήσεις των πληρωμάτων και άλλων στελεχών τους και τις οποίες η ενάγουσα εξυπηρετούσε με την έκδοση, πώληση και παράδοση σ' αυτές των εισιτηρίων, την επίτευξη του κατάλληλου συνδυασμού πτήσεων κλπ.
Όμως η ενάγουσα δεν είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης καμμία δέσμευση για την αποκλειστική προώθηση των πωλήσεων της τελευταίας και την επαύξηση του μεριδίου της αγοράς της ούτε καμμία υποχρέωση πίστεως ή συμμετοχής σε προωθητικές ενέργειες ή σε διαφημιστικές δαπάνες. Σε αντίθεση λοιπόν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας στην οποία προέχει το στοιχείο της φροντίδας προώθησης των συναλλαγών του εκάστοτε αντιπροσωπευομένου, που προϋποθέτει στενή σχέση και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση προώθησης αλλά απλής διεκπεραίωσης των συναλλαγών της εναγομένης σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης.
Έτσι η ενάγουσα μπορούσε κάθε φορά να κατευθύνει την πελατεία της στην αγορά μεταφορικών υπηρεσιών όποιας αεροπορικής εταιρίας επιθυμούσε, χωρίς να έχει συμβατική δέσμευση για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων μόνο της εναγομένης. Λόγω του ανωτέρω τρόπου λειτουργίας των συγκεκριμένων πρακτορείων η εναγομένη, όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες αεροπορικές εταιρίες-μέλη της Ι.Α.Τ.Α., διατηρούσε στην Ελλάδα πανομοιότυπες συμβατικές σχέσεις με πολλά άλλα πρακτορεία, τα οποία υπερβαίνουν τα 400, από αυτά δε τουλάχιστον 50 βρίσκονται στον Πειραιά, όπου δραστηριοποιείται η ενάγουσα και μάλιστα 15 περίπου γειτνιάζουν άμεσα με το πρακτορείο της τελευταίας.
Τα εν λόγω πρακτορεία συνεργάζονταν με το ίδιο ακριβώς συμβατικό πλαίσιο με την εναγομένη, όπως και με τις υπόλοιπες αεροπορικές εταιρίες. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, η ενάγουσα δεν είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί και δεν χρησιμοποιούσε πράγματι ονομασίες και διακριτικά που υποδηλώνουν προς το κοινό ότι το γραφείο της είναι γραφείο του μεταφορέα ή οποιουδήποτε άλλου μέλους.
Επομένως το κοινό δεν είχε την εντύπωση ότι η ενάγουσα έχει κάποια προνομιακή σχέση με ορισμένη αεροπορική εταιρία και ειδικότερα με την εναγομένη αλλά συναλλασσόταν με το συγκεκριμένο πρακτορείο της ενάγουσας εν γνώσει του ότι είναι απλώς ένα πρακτορείο έκδοσης εισιτηρίων όλων των αεροπορικών εταιριών, άρα και της εναγομένης, ενεργώντας εκάστοτε κατά το μέρος αυτό στο όνομα και για λογαριασμό του αντίστοιχου μεταφορέα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν της παροχής των πιο πάνω υπηρεσιών, η δραστηριότητα της ενάγουσας περιλαμβάνει την παροχή πληροφοριών και συμβουλών προς τον υποψήφιο επιβάτη για την οργάνωση του ταξιδιού του, την επιλογή του πιο κατάλληλου συνδυασμού πτήσεων και άλλες πρόσθετες υπηρεσίες, όπως οι κρατήσεις ξενοδοχείων, η ενοικίαση αυτοκινήτων κλπ, δηλαδή περιλαμβάνει την παροχή υπηρεσιών πέραν του μεταξύ των διαδίκων συμβατικού πλαισίου.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα, με βάση τη δική της δραστηριότητα δημιούργησε πράγματι μια σταθερή πελατεία, η οποία όμως είναι σταθερή ως προς τη δική της επιχείρηση και όχι σε σχέση με την εναγομένη, αφού όπως αναφέρθηκε έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει τον πελάτη της σε οποιαδήποτε αεροπορική εταιρία.
Εξάλλου στις περιπτώσεις των πελατών εκείνων που επιθυμούσαν αποκλειστικά την αγορά υπηρεσιών της εναγομένης με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (όπως η ασφάλεια της αερομεταφοράς, η έλλειψη καθυστερήσεων κλπ), η δημιουργία της συγκεκριμένης σταθερής πελατείας της εναγομένης οφείλεται στη φήμη του σήματος και των συγκεκριμένων υπηρεσιών της εταιρίας της και δεν μπορεί να αποδοθεί στη δραστηριότητα της ενάγουσας ... .
Με τον τρόπο αυτό λοιπόν λειτούργησε η ένδικη σύμβαση πρακτορείας, εκτός από το ύψος της προμήθειας, μέχρι και τις 30-6-2005, οπότε λύθηκε με καταγγελία της εναγομένης. Ειδικότερα η εναγομένη, αντιμετωπίζοντας κατά το έτος 1993 οικονομικά προβλήματα, όπως συνέβη και με άλλες αεροπορικές εταιρίες (λόγω των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, των πολέμων στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, της επιδημίας SARS κλπ), προέβη μονομερώς σε μείωση του ποσοστού προμήθειας της ενάγουσας από 9% σε 5% αλλά μετά από αίτηση ενδιαφερομένων ενώσεων ταξιδιωτικών γραφείων εκδόθηκε η υπ' αριθμ.1483/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά στην εναγομένη να μειώσει την προμήθεια των ταξιδιωτικών γραφείων σε ποσοστό μικρότερο του 7%.
Στη συνέχεια η εναγομένη με το από 24-5-2004 έγγραφό της προέβη σε καταγγελία της ένδικης σύμβασής της με την ενάγουσα, με επέλευση των αποτελεσμάτων της κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία (30-6-2005). Το ίδιο έπραξε η εναγομένη και με τα άλλα πρακτορεία με τα οποία συνεργαζόταν. Παράλληλα προέτεινε σ' αυτά έναν διαφορετικό τρόπο υπολογισμού της προμήθειας αλλά η ενάγουσα, σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων ταξιδιωτικών γραφείων, δεν αποδέχθηκε την κατάρτιση νέας σύμβασης.
Έτσι από 30-6-2005 έπαυσε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, αφού η ενάγουσα αποδέχθηκε την εν λόγω καταγγελία ως ισχυρή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεικνύεται ότι από την ένδικη συμβατική σχέση δεν υπήρχε υποχρέωση της ενάγουσας να προωθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης τις υπηρεσίες της εναγομένης ή υποχρέωση διαρκούς πληροφόρησης της τελευταίας, καθώς και απαγόρευση ανταγωνισμού ή υποχρέωση μεταβίβασης πελατείας.
Έτσι η συγκεκριμένη συμβατική σχέση δεν δημιούργησε έντονη εξάρτηση της ενάγουσας από την επιχείρηση της εναγομένης, ενώ η προσέλκυση από το πρακτορείο της ενάγουσας νέων πελατών, η οποία όπως αναφέρθηκε δεν γινόταν προς όφελος μόνο της εναγομένης αλλά και των άλλων αεροπορικών εταιριών, δεν μπορούσε να δημιουργήσει ουσιαστικά οφέλη στην εναγομένη μετά τη λύση της σύμβασης, αφού όπως αποδείχθηκε η πελατεία της ενάγουσας αποτελεί δική της σταθερή πελατεία, την οποία έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει προς άλλες ανταγωνίστριες εταιρίες, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για απώλεια πελατείας της ενάγουσας και αντιστοίχως για δυνάμει πελατεία της εναγομένης από την οποία η τελευταία να έχει προοπτικές κέρδους και μετά τη λύση της σύμβασης.
Οι πελάτες δηλαδή της ενάγουσας δεν απευθύνονταν στην αντίδικο για να αγοράσουν εισιτήρια της εναγομένης αλλά για να ταξιδέψουν αεροπορικώς και εκείνη είχε αλλά και σήμερα έχει την ευχέρεια να τους κατευθύνει προς όποια αεροπορική εταιρία επιθυμεί, ενώ όσον αφορά στην πελατεία που απευθυνόταν στην ενάγουσα επιθυμώντας εξ αρχής εισιτήριο της εναγομένης, αυτή δεν αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, δημιούργημα της ενάγουσας.
Ειδικότερα η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα και μετά τη λύση της σύμβασης να προτείνει και να πωλεί στους πελάτες της εισιτήρια άλλων εταιριών, δεδομένου ότι για κάθε προορισμό, τόσο ευρωπαϊκό όσο και υπερατλαντικό, υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες με πολλές άλλες αεροπορικές εταιρίες. Η αύξηση των εσόδων της ενάγουσας, όπως προκύπτει από τα οικονομικά αποτελέσματα του έτους 2005, τα οποία δείχνουν σαφή βελτίωση των πωλήσεων και των κρατήσεων έναντι του 2004, ενισχύει την ανωτέρω άποψη ότι η ενάγουσα δεν απώλεσε την πελατεία της λόγω της διακοπής της συνεργασίας της με την εναγομένη.
Άλλωστε και στις περιπτώσεις εκείνων των πελατών που θέλουν οπωσδήποτε να ταξιδέψουν με πτήση της εναγομένης, η ενάγουσα έχει τη δυνατότητα να προμηθευτεί εισιτήρια από άλλο πρακτορείο Ι.Α.Τ.Α. που συνεργάζεται με την εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται ουσιαστικά η πελατεία της.... Επομένως ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που οι ενδιαφερόμενοι αγόρασαν από το πρακτορείο της ενάγουσας επανειλημμένως εισιτήρια της εναγομένης, οι συγκεκριμένες συναλλαγές δεν παύουν να έχουν ως προς την εναγομένη το χαρακτήρα ευκαιριακής διεκπεραίωσης των υποθέσεών της.
Το γεγονός ότι οι πελάτες-αγοραστές γνώριζαν ότι αγόραζαν εισιτήρια της εναγομένης και όχι της ενάγουσας δεν τους καθιστούσε αυτομάτως και σταθερούς πελάτες της εναγομένης. Εξάλλου από τη διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγομένη ουδόλως αποδείχθηκε ότι επηρεάστηκε ή διαταράχθηκε η δραστηριότητα της ενάγουσας και όσον αφορά στην παροχή εκ μέρους της των υπηρεσιών εκείνων που βρίσκονταν πέραν του ένδικου συμβατικού πλαισίου.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδεικνύεται ότι η διαρκής εμπορική σύμβαση που συνέδεε την ενάγουσα με την εναγομένη δεν προσομοιάζει από την άποψη του περιεχομένου και της λειτουργίας της με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας αλλά αντιθέτως διαφέρει σημαντικά από αυτήν σε αρκετά κρίσιμα σημεία της.
Συνοψίζοντας λοιπόν τα ανωτέρω το συμβατικό πλαίσιο συνεργασίας των διαδίκων, το οποίο δεν ενείχε υποχρεωτικούς όρους ως προς την επίτευξη στόχων, την προώθηση πωλήσεων, τη χρηματοδότηση προωθητικών ενεργειών κλπ, δεν παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά εκείνα που αποτελούν τη δικαιολογητική βάση της αναλογικής εφαρμογής του π.δ.219/1991 σε άλλες κατηγορίες εμπορικών συμβάσεων, αφού, όπως αναφέρθηκε, η σχέση αυτή δεν καθιστούσε την ενάγουσα ασθενές μέρος ούτε και δημιουργούσε έντονη εξάρτηση αυτής από την εναγομένη, καθόσον η τελευταία δεν της επέβαλε υποχρέωση μη ανταγωνισμού, τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης όσο και μετά τη διακοπή της ως άνω συμβατικής σχέσης, με αποτέλεσμα να μπορεί η ενάγουσα να προωθεί τους πελάτες της προς οποιαδήποτε αεροπορική εταιρία επιθυμεί.
Η θέσπιση από την εναγομένη κινήτρων απόδοσης δεν αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο για έντονη εξάρτηση της ενάγουσας από την εναγομένη, αφού η πρώτη πρακτόρευε και άλλες εταιρίες μέλη της Ι.Α.Τ.Α., με τις οποίες εξακολουθεί να συνεργάζεται και μετά τη διακοπή της συνεργασίας με την εναγομένη, κατευθύνοντας προς αυτές τους πελάτες της.
Επομένως δεν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση ανάγκη προστασίας της ενάγουσας με αναλογική εφαρμογή του προεδρικού διατάγματος 219/1991 και ειδικότερα του άρθρου 9 αυτού για αποζημίωση πελατείας". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το εφετείο, το οποίο προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση της αναιρεσείουσας, είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως αόριστη) και είχε κρατήσει και δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2, 4 παρ.1, 9 παρ.1 π.δ. 219/1991, 14 παρ.4 περ.α ν. 3557/2007, 2 β.δ. της 2/14-5-1835 "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", 288 Α.Κ. και 4 παρ.1 του Συντάγματος, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων όχι ως συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας όπως ισχυριζόταν με την αγωγή της η αναιρεσείουσα αλλά ως συμβάσεως πρακτορείας, για την οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, δεν οφείλεται αποζημίωση πελατείας.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ο μόνος πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της συνδρομής του αναγκαίου για τη θεμελίωση της αγωγής της στοιχείου της έντονης εξαρτήσεώς της από την αναιρεσίβλητο και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη:
α) αντίγραφο της από 15-12-1993 συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας μεταξύ αυτής και της Ι.Α.Τ.Α., β) αντίγραφα των από 21-5-2004, 8-8-2004, 5-8-2004, 3-10-2004 και 1-5-2005 επιστολών της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία Dalnave Navigation Inc., γ) αντίγραφα των από 11-2-2003, 21-2-2003, 5-9-2003, 26-1-2004, 5-2-2004, 18-2-2004, 19-10-2004 και 8-4-2005 επιστολών της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία A. (Hellas) S.A.
και δ) αντίγραφο του από Ιανουαρίου 2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία Hellenic Star Shipping και της αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν.
Από την ανωτέρω αναφορά αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί και σε ειδική μνεία καθενός από αυτά, αν και μνημόνευσε ειδικά το πρώτο, ήτοι την ένδικη από 15-12-1993 σύμβαση.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Α.Π. 399/2011). Πράγματα είναι και οι λόγοι εφέσεως εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό (Α.Π. 1/2001). Αν όμως κατά παραδοχή ενός λόγου εφέσεως εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και το εφετείο κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, ο λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη άλλου λόγου εφέσεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το λόγο της εφέσεώς της με τον οποίο παραπονέθηκε για το ότι η εκκαλουμένη "κατά ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας λαμβάνονται υπόψη οι αμοιβές, ήτοι τα ποσά που ο εμπορικός αντιπρόσωπος εισέπραξε για την εν γένει διαμεσολαβητική ή διοικητική του δραστηριότητα, όχι όμως και τα extra bonus". Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην πρώτη σκέψη της παρούσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή άλλου λόγου εφέσεως, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη και το εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (αλυσιτελής), αφού με την παραδοχή ενός λόγου εφέσεως εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και ήταν χωρίς αντικείμενο η έρευνα του άλλου λόγου εφέσεως, τη μη λήψη υπόψη του οποίου αποδίδει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα. Αλλά και αν θεωρηθεί ότι με το λόγο αυτό αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον ανωτέρω λόγο εφέσεως ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του τρόπου υπολογισμού της οφειλόμενης σ' αυτήν αποζημιώσεως, και πάλι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού με την προσβαλλομένη κρίθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν είχε καταρτισθεί σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό η αγωγή αποζημιώσεως πελατείας, με συνέπεια να είναι χωρίς αντικείμενο οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης για τις σκέψεις της σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού της αποζημιώσεως.
Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι: α) στην από 22-11-2011 εισήγηση της εισηγήτριας αρεοπαγίτου περιέχεται πρότασή της για όλους τους λόγους αναιρέσεως και συνακόλουθα δεν συντρέχει νόμιμος λόγος να ανασταλεί η έκδοση οριστικής αποφάσεως προκειμένου να συμπληρωθεί η εισήγηση, β) δεν συντρέχει νόμιμος λόγος παραπομπής της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και γ) δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποβολής προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) των προδικαστικών ερωτημάτων που αναφέρονται στο κατατεθέν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως σημείωμα της αναιρεσείουσας ούτε άλλου προδικαστικού ερωτήματος.
Συνεπώς είναι απορριπτέα τα σχετικά αιτήματα της αναιρεσείουσας.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 2475/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τον από 26-10-2011 πρόσθετο λόγο της.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ