Legislator Case Law & Legislation
539/2011 AI generated

539/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 539/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας πωλήσεως ακινήτου λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής κληρονομουμένου πωλητή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και σωρευομένη διεκδικητική αγωγή κατά ειδικού διαδόχου του πωληθέντος. Η αναγνωριστική αγωγή έναντι των δικαιοπαρόχων γίνεται δεκτή, ενώ η διεκδικητική αγωγή έναντι του ειδικού διαδόχου απορρίπτεται ως αόριστη. Αίτηση αναιρέσεως από ειδικό διάδοχο: Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον κατά το μέρος που στρέφεται κατά των απλών ομοδίκων του, εφόσον η προσβαλλόμενη δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών που βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Δεν νομιμοποιείται να προβάλλει λόγους αναιρέσεως για την παραδοχή της αγωγής έναντι των ομοδίκων του, διότι δεν υφίσταται μεταξύ αυτών αναγκαστική ομοδικία με κριτήρια νομικής αναγκαιότητας αποκλεισμού εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ αυτών. Περαιτέρω δεν προβάλλεται ισχυρισμός σαφής ως προς ύπαρξη βλαπτικών αιτιολογιών αποφάσεως Εφετείου ώστε να θεμελιώνεται αίτημα αντικαταστάσεως αυτών (578 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

539/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και Ι. Α.. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί ( άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 § 1, 558, 574 και 576 του Κ.Πολ.Δικ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Αγωγή αναγνωρίσεως ακυρότητας πωλήσεως ακινήτου λόγω ψυχοδιανοητικής διαταραχής κληρονομουμένου πωλητή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του και σωρευομένη διεκδικητική αγωγή κατά ειδικού διαδόχου του πωληθέντος. Η αναγνωριστική αγωγή έναντι των δικαιοπαρόχων γίνεται δεκτή, ενώ η διεκδικητική αγωγή έναντι του ειδικού διαδόχου απορρίπτεται ως αόριστη. Αίτηση αναιρέσεως από ειδικό διάδοχο: Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον κατά το μέρος που στρέφεται κατά των απλών ομοδίκων του, εφόσον η προσβαλλόμενη δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών που βλάπτει τον αναιρεσείοντα. Δεν νομιμοποιείται να προβάλλει λόγους αναιρέσεως για την παραδοχή της αγωγής έναντι των ομοδίκων του, διότι δεν υφίσταται μεταξύ αυτών αναγκαστική ομοδικία με κριτήρια νομικής αναγκαιότητας αποκλεισμού εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ αυτών. Περαιτέρω δεν προβάλλεται ισχυρισμός σαφής ως προς ύπαρξη βλαπτικών αιτιολογιών αποφάσεως Εφετείου ώστε να θεμελιώνεται αίτημα αντικαταστάσεως αυτών (578 ΚΠολΔ).

Αριθμός 539/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Π., κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Τζεφεράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγακόπουλο και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκου ομοίως, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παναγακόπουλο, 3. Γ. Α. του Α., κατοίκου ... και 2. Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιανουαρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4963/2006 προδικαστική, 266/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις 1275Β και 1264Β/4-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Πειραιά ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τρίτο και τέταρτο από τους αναιρεσιβλήτους Γ.

και Ι. Α.. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί ( άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 § 1, 558, 574 και 576 του Κ.Πολ.Δικ.

συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος και όχι κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίον είναι απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15/1996), όπως επίσης απαράδεκτη είναι η αίτηση αναιρέσεως και όταν ασκείται υπό ή κατά προσώπου, μη νομιμοποιουμένου κατά νόμο ή το οποίο δεν αφορούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αυτής.

Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 556 § 2 του Κ.Πολ.Δικ. "αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.δικ. "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου είναι δυνατό να προκύπτει και από την αιτιολογία της αποφάσεως, λόγω δημιουργίας δεδικασμένου στην αυτή ή άλλη δίκη, ήτοι όταν η αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε και έχει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.

Ειδικότερα εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια του άρθρου 578 Κ.Πολ.Δικ., υπάρχει, όταν κρίνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στην συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών και θεμελιώνουν την από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετική παράβαση (Ολ.ΑΠ 30/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τον νικήσαντα διάδικο, ήτοι τον τρίτο εναγόμενο ο οποίος αγόρασε, από τους δύο πρώτους εναγομένους ήδη δύο τελευταίους αναιρεσιβλήτους, το επίδικο ακίνητο, έναντι του οποίου (αναιρεσείοντος) η αγωγή διεκδίκησης του ακινήτου και απόδοσης ωφελημάτων του, που ασκήθηκε από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες, απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αόριστη.

Ο αναιρεσείων στηρίζει το έννομο συμφέρον του στο ότι, παρά την απόρριψη της σε βάρος του διεκδικητικής αγωγής, βλάπτεται από τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η κατά των δικαιοπαρόχων του δύο πρώτων εναγομένων, ήδη δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της δικαιοπραξίας, που αποτέλεσε τη (νόμιμη αιτία του κτητικού τίτλου κυριότητας αυτών για το επίδικο ακίνητο και δημιουργεί προϋποθέσεις ακυρότητας και του δικού του, (ως ειδικού διαδόχου εκείνων) κτητικού τίτλου κυριότητας για το ίδιο ακίνητο, κατόπιν ασκήσεως νέας (ορισμένης αυτή τη φορά) αγωγής εναντίον του από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους- ενάγοντες.

Επομένως, εφόσον η κατά του αναιρεσείοντος αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της τόσο ως προς το κύριο ζήτημα διεκδικήσεως του επίδικου και αποδόσεως ωφελημάτων του, όσο και ως προς το προδικαστικό ζήτημα της υπάρξεως ή μη δικαιώματος κυριότητας των αμέσων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος στο επίδικο, ενώ δεν υφίστατο ως προς το προδικαστικό αυτό ζήτημα αναγκαστική ομοδικία μεταξύ του αναιρεσείοντος και των άμεσων δικαιοπαρόχων του, με κριτήρια νομικής αναγκαιότητας αποκλεισμού εκδόσεως αντιθέτων αποφάσεων έναντι καθενός από αυτούς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 εδ.

δ' του Κ. Πολ.Δικ. (πρβλ και Ολ.ΑΠ 902/1982), έτσι ώστε να δημιουργεί η παραδοχή της αγωγής έναντι των άμεσων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος δυσμενές σε βάρος του τελευταίου δεδικασμένο (άρθρο 325 Κ.Πολ.Δικ), δεν υφίσταται έννομο συμφέρον αυτού, ως συνδεόμενου με σχέση απλής ομοδικίας με τους άμεσους δικαιοπαρόχους του, να στρέψει την αίτηση αναιρέσεως κατά των ομοδίκων του, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτών που βλάπτει τον αναιρεσείοντα, ούτε νομιμοποιείται να προβάλλει λόγους αναιρέσεως ως προς τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης που έκανε δεκτή την αγωγή έναντι των άμεσων δικαιοπαρόχων του.

Περαιτέρω δεν προσδιορίζονται, με τρόπο σαφή και συγκεκριμένο βλαπτικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως με προσόντα διατακτικού, που θα μπορούσαν να υπαχθούν σε διαφορετικόν κανόνα δικαίου και να καταλήγουν σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της, ώστε να είναι δυνατή, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ., η ορθή υπαγωγή από το αναιρετικό Δικαστήριο των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών χωρίς να μεταβάλλεται το διατακτικό.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-7-2009 αίτηση του Β. Π. Τ. για αναίρεση της 1082/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ