Legislator Case Law & Legislation
539/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding on contract termination and interpretation.

Case Number 539/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by a municipal golf company against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the contract was a work contract and had terminated in 2003, but the lower court explicitly rejected these claims as unfounded. The court ruled that the appellate court's findings were based on evidence evaluation rather than legal interpretation and were therefore not subject to review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court does not review factual findings or the evaluation of evidence by the Court of Appeal, even if the parties characterize the legal relationship differently.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual findings review evidence evaluation contract termination legal characterization

Cited Legislation

AI generated
Articles 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 111(2), 216(1), 335, 337, 338 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 539/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Nοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Γκολφ Δήμου Γλυφάδας", και τον διακριτικό τίτλο "ΔΕΓΔΓ" που εδρεύει στην Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Δημήτριο Βετούλη και Χαράλαμπο Μπουκουβάλα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑTHENS GOLF CLUB- ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΠΟΛΥΘΕΑΜΑΤΟΣ- ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΣΤΙΑΣΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαζαφειρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6285/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 549/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 11-7-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 8-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους, στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμοί 1, 8, 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αντιστοίχως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 § 2, 216 § 1, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δεν δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, αφού αυτό (δικαστήριο) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση του οικείου ισχυρισμού περιστατικά τον - κατά την κρίση του - προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον ισχυρισμό, ήτοι τα επικαλούμενα ή (και) αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση και το υποβαλλόμενο αίτημα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 574 ΑΚ: "Με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Κατά το άρθρο 619 ΑΚ: "Με τη σύμβαση της μίσθωσης αγροτικού κτήματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, να παραχωρήσει στον μισθωτή τη χρήση του μισθίου και την κάρπωσή του με τους όρους της τακτικής εκμετάλλευσης".

Κατά το άρθρο 638 ΑΚ: "Οι διατάξεις που ισχύουν για τη μίσθωση αγροτικού κτήματος έχουν, με εξαίρεση τα άρθρα 632 έως 637, ανάλογη εφαρμογή και σε μισθώσεις, όπου, με αντάλλαγμα την καταβολή μισθώματος, παραχωρείται η χρήση άλλου πράγματος ή δικαιώματος και η κάρπωσή του κατά τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης".

Τέλος, κατά το άρθρο 192 ΑΚ: "Η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του". Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την από 16-2-2004 αγωγή του, ζητούσε (κυρίως) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη εταιρία (εναγομένη) να του αποδώσει τη χρήση "όλων των παραχωρηθέντων σ' αυτήν κατά το παρελθόν χώρων...

συνολικής επιφανείας 4.662 τ.μ.", λόγω λήξεως στις 28-2-2003 της συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων στις 28/2/1994 "συμβάσεως έργου". Το Πρωτοδικείο, με την 6285/2005 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή, το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ασκηθείσα από το ενάγον έφεση. Το Εφετείο - κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην απόφασή του - δέχθηκε: (α) Ότι, ύστερα από σχετική δημόσια προκήρυξη διαγωνισμού (της 20-12-1993), τα διάδικα μέρη υπέγραψαν στις 28-2-1994 σύμβαση, επιγραφόμενη ως "σύμβαση έργου", με βάση την οποία το μεν ενάγον "ανέθεσε στην εναγομένη την λειτουργία και εκμετάλλευση" των χώρων, των κτηρίων και των εγκαταστάσεων του αναφερόμενου σ' αυτή (σύμβαση) ακινήτου, με δικές της δαπάνες, η δε εναγομένη ώφειλε να καταβάλλει ως αντιπαροχή στο ενάγον ποσοστό 15% ετησίως "από όλες τις εισπράξεις που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των χώρων", το οποίο πάντως δεν θα ήταν "μικρότερο από ένα ελάχιστο εγγυημένο ποσό". (β) Ότι "από το πιο πάνω περιεχόμενο και αντικείμενο των παροχών των (συμβαλλομένων) διαδίκων συνάγεται ερμηνευτικά...

ότι η μεταξύ των μερών συμβατική σχέση δεν είναι σύμβαση έργου, όπως τιτλοφορείται... αλλά σύμβαση μίσθωσης... προσοδοφόρου πράγματος". (γ) Ότι "ο χαρακτήρας της ένδικης σύμβασης ως μίσθωσης δεν αναιρείται από το άρθρο ...3, το οποίο υπό τον τίτλο "Επενδύσεις Αναδόχου για την βελτίωση των προς εκμετάλλευση χώρων", προβλέπει ότι "ο Ανάδοχος (δηλαδή η εναγομένη) είναι υποχρεωμένος να προβεί σε βελτιώσεις...

επενδύοντας για τον σκοπό αυτό συνολικό ποσό που... δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 300.000.000 δραχμών". (δ) Ότι "ακόμα και αν η ένδικη σύμβαση θεωρηθεί μικτή, κυρίαρχο στοιχείο αυτής είναι η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου εκ μέρους της ενάγουσας αντί περιοδικού χρηματικού ανταλλάγματος εκ μέρους της εναγομένης".

Εν συνεχεία, το Εφετείο, σχετικώς με τη διάρκεια της ανωτέρω συμβατικής σχέσης, διέλαβε στην απόφασή του τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα αν έχει λήξει η σύμβαση από 28.2.2003, όπως ισχυρίζεται το ενάγον με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως, ή αν έχει παραταθεί αυτή μέχρι 1.3.2019, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα παρακάτω:

Σύμφωνα με το άρθρο 1.3 της σύμβασης, αυτή "είναι δυνατόν να παραταθεί εκ μέρους της ΔΕΓΔΓ κατά τρία επιπλέον έτη. Η παράταση γίνεται μετά από γραπτή αίτηση του Αναδόχου, υποβαλλόμενη έξι (6) τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της συμβάσεως. Η πρόταση αυτή του Αναδόχου θα πρέπει να εγκριθεί ή απορριφθεί από τη ΔΕΓΔΓ με απόφαση της επαρκώς αιτιολογημένη το αργότερο έως και δύο μήνες πριν από τη λήξη της Συμβάσεως ή μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήψη της προτάσεως του Αναδόχου.

Σε περίπτωση μη εγγράφου απαντήσεως, η σύμβαση θεωρείται αυτοδικαίως παραταθείσα για το άνω χρονικό διάστημα". Κατά τα λοιπά, στο αρθρ. 18.2. ορίζεται ότι "σιωπηρή παράταση, ανανέωση ή τροποποίηση της σύμβασης αυτής απαγορεύεται ρητά...". Εξάλλου οι επενδύσεις της εναγομένης συμφωνήθηκε να εκτελεστούν σε δύο φάσεις.

Σχετικό με τη δεύτερη φάση είναι το άρθρο 19 της σύμβασης που ορίζει ότι "με την παρούσα σύμβαση οι εδώ συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την περαιτέρω ανάπτυξη και αξιοποίηση των υφισταμένων προς εκμετάλλευση χώρων με την πραγματοποίηση νέων επενδύσεων" (19.1.). Για την υλοποίηση των επενδύσεων αυτών στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι "η συμφωνία για την υλοποίηση της Β' φάσης αναπτύξεως θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι 31.12.1994 με την υπογραφή βασικής σύμβασης".

Ταυτόχρονα όμως προβλέπεται (ότι "είναι δυνατή παράταση της παραπάνω προθεσμίας με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων" (19.1), χωρίς να τίθεται προς τούτο χρονικός περιορισμός. Η σύμβαση, επομένως, αφήνει στα μέρη, να καθορίσουν, με νεότερη σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, τη χρονική έκταση του ανταποκρινόμενου στο μέγεθος της επένδυσης δικαιώματος εκμετάλλευσης των χώρων και εγκαταστάσεων εκ μέρους του μισθωτή (επενδυτή), δηλαδή της εναγομένης.

Η ίδια η σύμβαση, δηλαδή, παρείχε τη δυνατότητα παράτασης της αρχικής διάρκειας της χωρίς χρονικούς περιορισμούς, πέραν της τριετίας που ρητά είχε προβλεφθεί σε αυτή. Χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα παράτασης δεν προέβλεπε, άλλωστε, ούτε η προκήρυξη του διαγωνισμού για την υπογραφή της σύμβασης - στο σχετικό άρθρο 8.4.

αυτής (εννοείται: της οποίας) δεν προβλέπεται χρονική διάρκεια της παράτασης - παρά μόνο περιορισμούς (εννοείται περιορισμοί) από άποψη τύπου της παράτασης, ορίζοντας ότι δεν ήταν δυνατή η "σιωπηρή παράταση, ανανέωση ή τροποποίηση της σύμβασης...." (άρθρο 25 της διακήρυξης). Περαιτέρω, η εναγόμενη, με το από 20.8.1994 έγγραφο της προς το ενάγον, ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 1.3.

της σύμβασης, την προβλεπόμενη σε αυτό τριετή παράταση. Το διοικητικό συμβούλιο του ενάγοντος, με την 31/27.9.1994 απόφασή του και με τις προϋποθέσεις που όρισε σε αυτή, αποδέχθηκε το προαναφερόμενο αίτημα της εναγομένης. Με την ίδια απόφαση το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 19.1. της σύμβασης, την παράταση του χρόνου υπογραφής της σύμβασης για τη Β' φάση ανάπτυξης, (μέχρι 15.3.1995, ενώ για το θέμα της εκμετάλλευσης των χώρων και εγκαταστάσεων του Γκολφ Γλυφάδας από την εναγόμενη σε όλη τη διάρκεια της Β' φάσης, το οποίο επίσης είχε θέσει η τελευταία, αποφάσισε ότι θα συζητηθεί μόλις υποβληθεί ολοκληρωμένη πρόταση της εναγομένης για τη φάση αυτή.

Στις 23.2.1995 η εναγόμενη υπέβαλε στο ενάγον συνοπτική πρόταση για τη Β' φάση ανάπτυξης και ακολούθησε η 3/4.4.1995 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος με την οποία εκείνο κάλεσε την εναγόμενη "όπως προβεί στην υποβολή των απαραιτήτων σχεδίων και Μελετών όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 της υφισταμένης σύμβασης" και ταυτόχρονα όρισε ότι μεταξύ των βασικών όρων της επέκτασης της σύμβασης δύναται να περιλαμβάνεται η "διάρκεια εκμετάλλευσης έως και 16 επιπλέον έτη".

Η εναγομένη, με το από 6.5.1995 έγγραφό της προς το ενάγον και αφού υποβλήθηκαν τα πιο πάνω σχέδια και μελέτες, επανέφερε το αίτημά της για τη σύναψη σύμβασης με αντικείμενο τη Β' φάση ανάπτυξης. Στο αίτημα αυτό το διοικητικό συμβούλιο του ενάγοντος (από παραδρομή αναγράφεται: "της εναγομένης") έλαβε την 9/15.6.1995 απόφασή του, με την οποία ενέκρινε "την υλοποίηση της Β' επενδυτικής φάσης...

με τον όρο ότι οι εργασίες θα αποπερατωθούν εντός εξαμήνου από την έγκριση της τελικής μελέτης και θα κατατεθεί εγγύηση καλής εκτέλεσης των κατασκευών με εγγυητική επιστολή ύψους 15.000.000 δρχ." και ταυτόχρονα εξουσιοδότησε τον Πρόεδρό του όπως "μετά το πέρας των εργασιών και την πιστοποίηση της εκτέλεσής τους από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Γλυφάδας, προβεί στην τροποποίηση και επέκταση της σύμβασης έργου με την ανάδοχο εταιρεία και με τους ακόλουθους βασικούς όρους....", μεταξύ των οποίων (βασικών όρων) και "διάρκεια εκμετάλλευσης κατά 16 επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι 1 Μαρτίου 2019".

Η έγκριση της τελικής μελέτης, στην υποβολή της οποίας αναφέρεται και η από 16.3.1996 επιστολή του ενάγοντος προς την εναγόμενη, πραγματοποιήθηκε με το 15458/15.6.1998 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Γλυφάδας, στο οποίο αναφέρονται και τα προγενέστερα έγγραφα της ίδιας υπηρεσίας με αριθ. πρωτ. 1955/1996, 14812/1995 και 15272/1998 και βεβαιώνεται ότι "έχουν αποπερατωθεί και γίνονται αποδεκτές με βάση τους υποβληθέντες προϋπολογισμούς και τεχνικές εργασίες που περιγράφονται στην Α' και Β' φάση".

Κατόπιν αυτών, η εναγομένη, με το από 25.6.1998 έγγραφό της προς το ενάγον, επανέφερε το αίτημά της για επέκταση της διάρκειας της σύμβασης μέχρι 1.3.2019. Με το ίδιο έγγραφο, η εναγόμενη υπέβαλε και δεύτερο αίτημα, αυτοτελές του πρώτου, με το οποίο ζήτησε την αντικατάσταση του ποσοστιαίου οικονομικού ανταλλάγματος με σταθερό ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα ανερχόμενο σε 60.000.000 δραχμές και αναπροσαρμοζόμενο κατά το ετήσιο ποσοστό πληθωρισμού.

Το διοικητικό συμβούλιο του ενάγοντος έλαβε την 19/21.7.1998 απόφασή του, με την οποία ενέκρινε "την παράταση της διάρκειας της σύμβασης έργου μεταξύ της ΔΕΓΔΓ και της Athens Golf Club κατά 16 επιπλέον έτη, ήτοι μέχρι 1 Μαρτίου 2019". Την απόφασή του αυτή, το ενάγον, διαβίβασε στην εναγόμενη με το αρ. πρωτ. 894/31.7.1998 έγγραφό του απευθυνόμενο στην τελευταία που περιήλθε σε εκείνη και έλεγε ότι "σε απάντηση του από 25.6.1998 εγγράφου σας, σας αποστέλλουμε την υπ' αρ. 19/1998 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΓΔΓ".

Με την ίδια απόφασή του, το διοικητικό συμβούλιο του ενάγοντος στο δεύτερο αίτημα της εναγομένης αντιπρότεινε την αντικατάσταση του ποσοστιαίου οικονομικού ανταλλάγματος με σταθερό ετήσιο οικονομικό αντάλλαγμα ανερχόμενο σε 75.000.000 δραχμές και αναπροσαρμοζόμενο κατά 8% κατ' έτος. Η εναγομένη, με το από 27.1.2000 έγγραφό της προς το ενάγον, έκανε νέα πρόταση για την καταβολή σταθερού ετήσιου οικονομικού ανταλλάγματος ύψους 75.000.000 δραχμών και αναπροσαρμοζόμενου σε ποσοστό 3% κατ' έτος, ποσό το οποίο ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιο ενάγοντος, με την 12/8.2.2000 απόφασή του, την οποία διαβίβασε στην εναγομένη με το αρ.

πρωτ. 1132/10.2.2000 έγγραφό του. Με την ίδια απόφαση εξουσιοδοτήθηκε ο γενικός διευθυντής του ενάγοντος να μεριμνήσει για την υπογραφή συμφωνητικού με την εναγόμενη, το οποίο να περιλαμβάνει τη ρύθμιση για το οικονομικό αντάλλαγμα και το οποίο (συμφωνητικό) υπογράφηκε πράγματι στις 27.3.2000. Με βάση όλα τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης καταρτίστηκε έγκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 192 ΑΚ, έγγραφη σύμβαση παράτασης της μεταξύ τους μίσθωσης μέχρι 1.3.2019, με έγγραφη πρόταση της εναγομένης προς αυτό που διατυπώθηκε μάλιστα περισσότερες από μία φορές και έγγραφη αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος, με την 19/21.7.1998 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του την οποία διαβίβασε στην εναγόμενη με το 894/31.7.1998 έγγραφό του και περιήλθε στην τελευταία, ενώ φυσικά, δεν ήταν απαραίτητο η πρόταση και η αποδοχή να αποτυπωθούν στο ίδιο έγγραφο.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι το ενάγον, με την ίδια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, δεν συμφώνησε και με την πρόταση της εναγομένης για τροποποίηση του οικονομικού ανταλλάγματος, αλλά πρότεινε άλλο οικονομικό αντάλλαγμα, δεν αναιρεί την κατάρτιση της σύμβασης παράτασης. Και τούτο, διότι η πρόταση της εναγομένης για παράταση της σύμβασης ήταν αυτοτελής σε σχέση με την πρότασή της για την τροποποίηση του οικονομικού ανταλλάγματος, όπως αυτοτελής, αντίστοιχα, ήταν και η αποδοχή της παράτασης από το ενάγον σε σχέση με την αντιπρόταση του για το οικονομικό αντάλλαγμα.

Με άλλα λόγια, η αντιπρόταση του ενάγοντος, για το οικονομικό αντάλλαγμα αφορούσε αποκλειστικά και μόνο αυτό, χωρίς να επηρεάζει την κατάρτιση της παράτασης της σύμβασης".

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε ως αποδεδειγμένα - στις προαναφερόμενες διατάξεις, των άρθρων 574, 619 και 638 ΑΚ (αποκλείοντας την εφαρμογή του άρθρου 681 ΑΚ), καθώς και σε εκείνες των άρθρων 192 και 361 ΑΚ, τις οποίες και δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Διέλαβε δε σχετικώς στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμοι όλοι οι λόγοι του αναιρετηρίου, καθό μέρος με αυτούς αποδίδονται στο Εφετείο οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέουσες πλημμέλειες, ότι δηλαδή (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους) παραβίασε τις ρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, άλλως ότι διέλαβε συναφώς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επιπλέον, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους ψέγεται το Εφετείο ότι παρεβίασε τους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αναφορικώς με τις παραδοχές του α) ότι η επίμαχη σύμβαση έχει τον χαρακτήρα της μισθώσεως προσοδοφόρου πράγματος και όχι της συμβάσεως έργου και β) ότι η ισχύς της ίδιας συμβάσεως παρετάθη έως την 1.3.2019 με νέα συμφωνία των διαδίκων.

Ο πρώτος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει αοριστία, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή αυτών των κανόνων σε σχέση με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (οντολογική) κρίση του Εφετείου, περί της συνδρομής των - θεμελιωτικών του άνω ερμηνευτικού πορίσματός του - πραγματικών γεγονότων.

Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου δεν είναι προϊόν ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων.

Περαιτέρω, είναι αβάσιμοι και οι πέντε αναιρετικοί λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), με τους οποίους - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου των - καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος αφενός ότι η συνδέουσα τους διαδίκους έννομη σχέση έχει τον χαρακτήρα (αμιγώς, άλλως προεχόντως) συμβάσεως έργου και αφετέρου ότι, σε κάθε περίπτωση, η έννομη αυτή σχέση είχε λήξει στις 28-2-2003.

Τούτο δε, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, τους οποίους, αν και ήταν αρνητικοί των περιεχομένων στην αγωγή ισχυρισμών, απέρριψε ρητώς ως κατ' ουσίαν αβάσιμους. Επίσης, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένα έγγραφα, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει το αναιρεσείον προς απόδειξη των ισχυρισμών του, είναι αβάσιμοι, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη (και) "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα έγγραφα που φέρονται ως αγνοηθέντα.

Εξάλλου, ως προς τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ απορρέουσες αιτιάσεις περί παραμορφώσεως του περιεχομένου της κρίσιμης από 28.2.1994 συμβάσεως και των λοιπών εγγράφων σχετικώς με τον χαρακτήρα της εν λόγω συμβάσεως και τον χρόνο λήξεως αυτής, οι δύο πρώτοι λόγοι του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτοι, διότι η προβαλλόμενη με αυτούς "παραμόρφωση" αναφέρεται όχι σε εσφαλμένη διάγνωση του (οντολογικού) περιεχομένου των εν λόγω αποδεικτικών εγγράφων, αλλά στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο "εσφαλμένη" αξιολόγηση (εκτίμηση) του περιεχομένου τους (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος, οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι, κατά τις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 11γ' και 19 ΚΠολΔ απορρέουσες λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους, πλήττουν τις αναιρετικώς ανέλεγκτες πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου, ότι η προκήρυξη "δεν προέβλεπε χρονικούς περιορισμούς στο δικαίωμα παράτασης... παρά μόνο περιορισμούς από άποψη τύπου της παράτασης",και ότι η σύμβαση σαφώς προέβλεπε την δυνατότητα να παραταθεί με νέα έγγραφη σύμβαση η ισχύς της συμφωνίας πράγμα που και όντως στη συνέχεια έγινε. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.7.2007 αίτηση του νομικού προσώπου "Δημοτική Επιχείρηση Γκολφ Δήμου Γλυφάδας", για αναίρεση της 549/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ