539/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8717/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2005 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated539/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδαφ. α', 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν από τη συζήτησή της, που μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη καταργείται.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 539 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 539/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαλεβίτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1........., 2........ και 3........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ρεμπέσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 8717/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδαφ. α', 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν από τη συζήτησή της, που μπορεί να γίνει είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η σχετική δίκη καταργείται.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 188 παρ.1, 189 παρ.1 εδάφ. γ', 191, 192 ΚΠολΔ και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), συνάγεται ότι στην περίπτωση παραιτήσεως από της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, που γίνεται από τον ενάγοντα με δήλωση στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα για εκδίκασή της ημεροχρονολογία και πριν την προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως από τον εναγόμενο, γεννιέται υπέρ του τελευταίου αυτού αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, που εξομοιώνεται με διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία αυτός υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραιτήσεως και στα οποία περιλαμβάνεται και η, κατά την ισχύουσα διατίμηση, αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε, η εκκαθάριση δε των εξόδων αυτών γίνεται κατά τη διαδικασία των αμοιβών για την παροχή εργασίας (άρθρ. 679 επ.
ΚΠολΔ) από το μονομελές πρωτοδικείο η από το ειρηνοδικείο, αν η δίκη διεξαγόταν σ'αυτό. Η αξίωση αυτή του εναγομένου γενεσιουργό αιτία έχει την παραίτηση του ενάγοντος, από την οποία αντίστοιχα γεννιέται υποχρέωση προς ικανοποίησή της, το δε γεγονός ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παραιτηθείς ενάγων ασκήσει εναντίον του εναγομένου περί του αυτού αντικειμένου νέα, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, με εκείνη από την οποία παραιτήθηκε, αγωγή, ο τελευταίος αυτός (εναγόμενος) προς απόκρουσή της δύναται ή και οφείλει να χρησιμοποιήσει τις ίδιες, ή πανομοιότυπες, προτάσεις με εκείνες που είχε συντάξει προς απόκρουση της πρώτης αγωγής για την οποία χώρησε παραίτηση του ενάγοντος, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην προδιαληφθείσα, γεννηθείσα και ήδη υφιστάμενη, ανεξαρτήτως της νέας δίκης, αξίωση του εναγομένου για απόληψη των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε εκ της καταργημένης, συνεπεία της παραιτήσεως του ενάγοντος, αρχικής δίκης.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:
Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 12-3-2002 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647-676 ΚΠολΔ), με την οποία ζητούσε: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-12-1999 λύσης της από 24-6-1994 σύμβασης μίσθωσης του αναφερομένου σ'αυτήν μισθίου καταστήματος, 2) να αναγνωρισθεί άκυρη η διάταξη του πρώτου όρου της παραπάνω μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο η μίσθωση λήγει οριστικά την 31-8-2000, 3) να αναγνωρισθεί ότι η μίσθωση έχει δωδεκαετή διάρκεια, 4) να αναγνωρισθεί άκυρη και ανίσχυρη η από 12-3-2002 έξωση της αναιρεσείουσας από το μίσθιο και να διαταχθεί η επανεγκατάστασή της σ' αυτό και 5) να αναγνωρισθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι υποχρεούνται, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο ο καθένας, να της καταβάλουν ως αποζημίωση, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους, το ποσό των 234.494 ευρώ καθώς και 58.694 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Δικάσιμος προς συζήτηση της παραπάνω αγωγής ορίστηκε η 19-4-2002. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ανωτέρω αγωγής. Οι αναιρεσίβλητοι αντέλεξαν στην άνω παραίτηση και ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει την προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή για την σύνταξη των προτάσεων τους, ταυτόχρονα δε με την ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, αυτός κατέθεσε τις συνταχθείσες προς απόκρουση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου είχε εισαχθεί η διαφορά, με την 153/2003 απόφασή του, κήρυξε καταργημένη τη δίκη, που ανοίχθηκε με την από 12-3-2000 αγωγή χωρίς να δικάσει το αίτημα των αναιρεσιβλήτων περί δικαστικών εξόδων, διευκρινίζοντας ότι η εκκαθάριση αυτών πρέπει να γίνει κατά τη διαδικασία των άρθρων 679-681 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 192 του ίδιου Κώδικα.
Με βάση τα παραπάνω, συνεχίζει το Εφετείο, νόμιμα οι αναιρεσίβλητοι αιτούνται την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, με τα οποία επιβαρύνθηκαν στην άνω δίκη που καταργήθηκε και στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η προβλεπόμενη από τα άρθρα 100 και 107 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αμοιβή του πληρεξουσίου τους δικηγόρου για την σύνταξη και κατάθεση από αυτόν των εγγράφων προτάσεων που ήταν αναγκαίες προς απόκρουση της εις βάρος τους αγωγής της.
Τα δικαστικά αυτά έξοδα ανέρχονται α) σε ποσοστό 2% επί του ποσού των 293.188 €, δηλαδή 5.863,76€ (αναφορικά με το αίτημα της από 12-3-2002 αγωγής για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), β) σε ποσοστό 2% επί των μισθωμάτων όλης της διάρκειας της μίσθωσης, δηλαδή σε 760,67 ευρώ (90.000 δρχ. μηνιαίο μίσθωμα Χ 12 μήνες Χ 12 χρόνια= 12.960.000 Χ 2%= 259,200=760,67 €, όσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση ως έγκυρης της από 24-6-1994 σύμβασης μίσθωσης του αναφερομένου στην αγωγή μισθίου καταστήματος και γ) στο ποσό των 21,23 ευρώ (άρθρο 109 του Κώδικα περί Δικηγόρων), όσον αφορά το αίτημα περί υποχρεώσεως προς επανεγκατάσταση στο μίσθιο, και συνολικά οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται να λάβουν από την αναιρεσείουσα το ποσό των 6.645,56 ευρώ.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, εκ του λόγου ότι οι προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν στη δίκη που καταργήθηκε χρησιμοποιήθηκαν και στη δίκη που έχει ανοιγεί με την δεύτερη από 18-4-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας, άλλως ότι η αξίωση προσκρούει στην υφιστάμενη από την ημερομηνία κατάθεσης των προτάσεων αυτών (26-2-2002) εκκρεμοδικία, είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, διότι η επίδικη αξίωση, που αφορά αμοιβή για τα έξοδα της πρώτης δίκης, η οποία καταργήθηκε με την παραίτηση, είναι ανεξάρτητη από τη νέα δίκη, με διαφορετικό αίτημα από την πρώτη αγωγή, ενώ δεν δημιουργείται εν προκειμένω εκκρεμοδικία, μη συντρεχουσών των προϋποθέσεων του άρθρου 222 ΚΠολΔ.
Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας και, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή για ποσό 6.933,35 ευρώ, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ποσό 6.645,56 ευρώ, κατά μερική παραδοχή της αγωγής τους. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια ο, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.5.2005 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 8717/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ