539/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated539/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, η ημερομηνία εκδόσεως των άνω επιταγών διορθώθηκε από τις 30-12-1992 σε 30-12-1993. Ότι στις 7-1-1994 ο ενάγων εμφάνισε τις επιταγές αυτές εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, πλήν, όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκδότη-εναγομένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 539 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 539/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: ...., , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χαρλαύτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5284/1996 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 4223/1997 απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5374/1999, 4702/2002 μη οριστικές και 4929/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Νοεμβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 8 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, την οποία (συζήτηση) επισπεύδει ο αναιρεσείων, παρέστη ο τελευταίος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευθυμίου Παναγιωτακόπουλου, ο οποίος, όμως, δεν ήταν (κατά τη συζήτηση) πληρεξούσιός του, αφού το προσκομιζόμενο 11966/7-2-2007 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών .... με το οποίο αυτός (αναιρεσείων) έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον άνω δικηγόρο να παρασταθεί στο δικαστήριο τούτο και να τον εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στην άνω δικάσιμο, φέρει ημερομηνία συντάξεως 7-2-2007, ήτοι συντάχθηκε δύο ημέρες μετά τη δικάσιμο.Επομένως, θεωρουμένου του αναιρεσείοντος μη εμφανισθέντος κατά τη συζήτηση, πρέπει, κατ άρθρο 576 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), εξαφάνισε, κατ άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., την πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο το ποσό των 32.282 ευρώ, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) στην Αθήνα στις 30-12-1992 εξέδωσε, σε διαταγή του, τις αναφερόμενες τρεις επιταγές, ποσού 3.000.000, 4.000.000 και 4.000.000 δραχμών, πού ήταν πληρωτέες από τον αναφερόμενο λογαριασμό του στην τράπεζα ..... Ότι τις επιταγές αυτές ο εναγόμενος τις μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στην εταιρία "ΞΕΝΟΦΩΝ ΡΟΥΣΣΗΣ Α.Ε.Ε.", η τελευταία δε τις μεταβίβασε, επίσης με οπισθογράφηση εν λευκώ, στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) και έτσι ο τελευταίος έγινε νόμιμος κομιστής αυτών.
Ότι, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, η ημερομηνία εκδόσεως των άνω επιταγών διορθώθηκε από τις 30-12-1992 σε 30-12-1993. Ότι στις 7-1-1994 ο ενάγων εμφάνισε τις επιταγές αυτές εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, πλήν, όμως, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκδότη-εναγομένου.
Ότι το γεγονός της μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως των επιταγών, όσο και κατά τον χρόνο πληρωμής τους, γνώριζε ο εναγόμενος και έτσι, με την εν γνώσει του έκδοση των ακάλυπτων αυτών επιταγών, προκάλεσε στον ενάγοντα ίση με το ποσό κάθε επιταγής ζημία, δηλαδή 3.000.000, 4.000.000 και 4.000.000 δραχμών και συνολικά 11.000.000 δραχμών.
Οτι, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω επιταγές είχαν περιέλθει στον ενάγοντα με εν λευκώ οπισθογράφηση για τη διευκόλυνση της είσπραξης του δανείου του ενάγοντος προς τον εναγόμενο, που καταβλήθηκε στις 30-9-1992. Ότι, ειδικώτερα, κατά το περιεχόμενο της εν λόγω δανειακής σύμβασης, ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό των 11.000.000 δραχμών, ως άτοκο δάνειο και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση επιστροφής αυτού στις 30-12-1992 σε τρεις δόσεις, ποσού 3.000.000, 4.000.000 και 4.000.000 δραχμών.
Ότι συμφωνήθηκε επίσης ότι, σε περίπτωση μη πληρωμής των παραπάνω επιταγών το ποσό της κάθε μιας από αυτές καθίσταται έντοκο από την επομένη ημέρα της λήξεώς της. Ότι ο εναγόμενος δεν εξόφλησε το ποσό του δανείου στις 30-12-1992, αλλά ούτε και μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1993, οπότε και συμφωνήθηκαν τα εξής μεταξύ των διαδίκων.Η παράταση του χρόνου επιστροφής του δανείου μέχρι τις 30-12-1993, η (αναφερθείσα) διόρθωση της ημερομηνίας έκδοσης της κάθε μιας από τις επίδικες επιταγές από 30-12-1992 σε 30-12-1993, η καταβολή εκ μέρους του εναγομένου του ποσού του 1.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στους τόκους του κεφαλαίου των 11.000.000 δραχμών κατά το διάστημα από 30-12-1992 έως 30-6-1993 και τέλος η εξασφάλιση της συνολικής οφειλής για την περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησής της.
Ότι, στη συνέχεια, στα πλαίσια της εξασφάλισης του χρέους, ο .... υπάλληλος στην άνω εταιρία του εναγομένου, εξέδωσε στην Αθήνα, σε διαταγή του, τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη τρεις επιταγές, ποσού 1.900.000, 2.100.000 και 4.000.000 δραχμών αντίστοιχα, με χρόνο έκδοσης αυτών τις (μεταχρονολογημένες) ημερομηνίες 29-12-1993, 6-1-2004 και 28-2-2004, τις οποίες (επιταγές) μεταβίβασε με οπισθογράφηση εν λευκώ στον εναγόμενο και ο τελευταίος τις μεταβίβασε, επίσης με οπισθογράφηση εν λευκώ, στον ενάγοντα.
Ότι, κατά τη μεταβίβαση των επιταγών συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων εδικαιούτο, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης εξόφλησης της οφειλής, να επιδιώξει την είσπραξη τόσο των επιταγών εκδόσεως του .... οσο και των επίδικων επιταγών, εκδόσεως του εναγομένου, μέχρι, όμως του ποσού εξόφλησης της από τη δανειακή σύμβαση απαίτησής του κατά του εναγομένου.Ότι ο εναγόμενος, κατόπιν μηνύσεως του ενάγοντος, με την αναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε ετών και χρηματική ποινή 1.000.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, επειδή εξέδωσε τις άνω τρεις ακάλυπτες επιταγές.Και ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο της έκδοσης και της εμπρόθεσμης εμφάνισης προς πληρωμή των επίδικων επιταγών γνώριζε ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, καθώς και ότι οι εν λόγω επιταγές δεν αντικαταστάθηκαν με συμφωνία των διαδίκων με τις επιταγές εκδόσεως του ....
Κατ ακολουθίαν των άνω παραδοχών.το Εφετείο δέχθηκε, ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, την αγωγή του ενάγοντος κατά του εναγομένου και υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επίδικων τριών επιταγών (11.000.000 δραχμές), με τον νόμιμο τόκο.Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι σαφείς, επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ.
αντίθετοι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος (τελευταίος) λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.Α.Π. 3/1997).Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη, οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα η συμπεράσματα των διαδίκων η του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, ο προβληθείς από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι το μεταξύ αυτού και του ενάγοντος δάνειο καταρτίσθηκε την 3-4-1992, ότι την ίδια ημέρα εκδόθηκαν οι επίδικες τρεις επιταγές και ότι ήταν αδύνατο να γνωρίζει κατά τον άνω χρόνο της πραγματικής εκδόσεως των επιταγών, είτε την 30-12-1992, είτε την 30-12-1993, την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή τους, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου, με την οποία ο πρώτος (ενάγων), επικαλούμενος ότι ο εναγόμενος εξέδωσε τις επίδικες τρεις επιταγές, νόμιμος κομιστής των οποίων κατέστη αυτός, εν γνώσει της μη υπάρξεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τους χρόνους έκδοσης και πληρωμής τους και ότι, ζημιωθείς (ο ενάγων) κατά το ποσό των επιταγών αυτών από τη μη πληρωμή τους, εζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και του καταβάλει, ως αποζημίωση εξ αδικοπραξίας το ποσό των επιταγών αυτών, με το νόμιμο τόκο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.είναι απαράδεκτος, διότι, ο άνω ισχυρισμός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν δεν ληφθεί υπόψη δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναιρέσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα στο σκεπτικό της αναφερόμενα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και σχημάτισε την ουσιαστική της κρίση από τα μνημονευόμενα σ αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 4929/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ