Legislator Case Law & Legislation
539/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate council ruling on fraud conviction due to insufficient grounds.

Case Number 539/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to convict him of fraud. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding the existence of mortgages on the property and that the conviction was based on inadmissible civil disputes. The court rejected these claims, stating that the appellate council had sufficiently reasoned its decision by explicitly considering the documents and distinguishing between false statements and concealment of facts. Consequently, the appeal was found to be inadmissible as it challenged the final judgment on facts and evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 485, 484, 465, 473, 474, 482, 484 of the Code of Criminal Procedure; Appeals against final judgments on facts and evidence are inadmissible if the appellate council has provided sufficient reasoning and did not violate substantive criminal provisions.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment fraud conviction appellate council ruling insufficient reasoning inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 485 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 465 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 482 paragraph 1 item A of the Code of Criminal Procedure
Article 484 paragraph 1 item B and D of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item D and E of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1638/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 539 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 539/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Μ. του Α., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 260/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαϊου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/2005.

'Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 549/14-11-05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών, συμφώνως με το άρθρον 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την νομοτύπως, εμπροσθέσμως και παραδεκτώς, κατά τας διατάξεις των άρθρων 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474, 482 παρ. 1 στοιχ. Α' και 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ιδίου Κώδικος, ασκηθείσαν υπό του κατηγορουμένου Σ. Α. Μ., κατοίκου ..., οδός ..., από 6 Μαΐου 2005 αίτησιν αναιρέσεως, κατά του υπ’ αριθμ. 260/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ’ ουσίαν η έφεσις του ανωτέρω κατηγορουμένου κατά του υπ’ αριθμ. 4320/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και , κατόπιν διορθώσεως αυτού και αναδιατυπώσεως του διατακτικού του, επεκυρώθη τούτο και παρεπέμφθη ο κατηγορούμενος εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δια να δικασθή ως υπαίτιος απάτης, εκ της οποίας το περιουσιακόν όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσόν των 25.000.000 δραχμ. (73.000 ευρώ). Κατά του άνω βουλεύματος παραπονείται ήδη ο αναιρεσείων, προβάλλων τους υπό του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. β'και δ' λόγους.

ΙΙ. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και η πραγματοποίησις του όφελους αυτού, β) εν γνώσει παράστασις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας ως παραγωγού αιτίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας τελούσης εις αιτιώδη εις αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (Α.Π. 1638/2004 Π Λογ 2004 σελ. 2140 κ.ά).

Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. β' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικ. δι’ άρθρου 386, όπως αντικ. δι’ άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσβλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν το περιουσιακόν όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). ΙΙΙ. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενον βούλευμα, εδέχθη κατά τον ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι καταθέσεων πολιτικώς ενάγοντος, μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας, απολογίας και υπομνήματος του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 23.12.2000 μέχρι 30.03.2001 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ανώτερο του ποσού των 25.000.000 δραχμές παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή Α. Δ., ότι το ένα εκ τα δύο ακινήτων (οικόπεδο) που του προσέφερε προς πώληση και τουριστική εκμετάλλευση στα οποία είχαν εκδοθεί με δικές του ενέργειες και δαπάνες, άδειες για ανέγερση ξενοδοχείου ειδικής μορφής και δη εκείνο που βρίσκεται στη θέση "..." στην περιοχή ..., ήταν ελεύθερο βαρών, με αποτέλεσμα να πεισθεί ο μηνυτής από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και να του καταβάλει το ποσό των 32.700.000 δραχμών σε μετρητά έναντι των εξόδων που θα πραγματοποιούσε δήθεν ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εν λόγω επένδυσης και μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 61.300.000 δραχμών έναντι του τιμήματος, ενώ η αλήθεια την οποία απέκρυψε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι στο εν λόγω ακίνητο υπήρχαν βάρη και δη υποθήκη και προσημείωση υποθήκης, καθώς και κατάσχεση, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί εκ του λόγου τούτου η μεταβίβαση του ακινήτου και να ζημιωθεί ο μηνυτής με το πιο πάνω ποσό που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του επιστρέψει.

Ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό καθώς και τις τραπεζικές επιταγές, ισχυρίζεται όμως ότι το γεγονός της υπάρξεως των βαρών ήταν γνωστό στον μηνυτή και ότι είχε συμφωνηθεί να εξαλειφθούν τα υφιστάμενα βάρη προ της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου με μέρος του τιμήματος και το ότι η αγοραπωλησία ματαιώθηκε από υπαιτιότητα του μηνυτή και της Ε.

Ι., οι οποίοι για λόγους δικούς τους υπαναχώρησαν από τη σύμβαση, με αποτέλεσμα να υποστεί ο ίδιος ζημία ύψους 18.200.000 δραχμών για την οποία και έχει υποβάλει σχετική μήνυση, εναντίον τους και εκκρεμεί εις βάρος τους ποινική δίωξη για απάτη, ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για το λόγο ζητεί την αναστολή της παρούσας υπόθεσης μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της εν λόγω κατηγορίας.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου δεν είναι βάσιμος, και το αίτημα για αναστολή της εκδίκασης της παρούσας απόφασης δεν είναι νόμιμο, αφού όπως προκύπτει από το από 20.12.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των μηνυτών και του κατηγορουμένου, ρητά αναφέρεται σ’ αυτό ότι το συνολικό τίμημα και για τα δύο ακίνητα ανερχόταν στο ποσό των 250.000.000 δραχμών και ότι το 50% του τιμήματος θα καλυφθεί από δάνειο που θα λάβουν οι αγοραστές (μηνυτής και Ε.

Ι.) από Ελληνική Τράπεζα, γεγονός που δεν θα μπορούσε να συμβεί πριν την εξάλειψη των βαρών, ενώ ουδόλως γίνεται μνεία στο εν λόγω συμφωνητικό για την ύπαρξη βαρών και τον τρόπο άρσης αυτών, αν και το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερο σοβαρό, ενόψει της δανειοδότησης που θα επεδίωκαν οι αγοραστές και ως εκ τούτου θα είχε γίνει σχετική αναφορά, αν όντως ήταν εν γνώσει του μηνυτή η ύπαρξη των βαρών.

Περαιτέρω, ναι μεν δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος ενεργεί απάτες κατ’ επάγγελμα, πλην λόγω του ύψους της ζημίας που έχει υποστεί ο μηνυτής η οποία είναι ανώτερη του ποσού των 25.000.000 δραχμές αυτός έχει τελέσει το αδίκημα της απάτης σε βαθμό επίσης κακουργήματος, όπως ορθά κρίθηκε με το εκκαλούμενο βούλευμα, με την επιβαρυντική όμως περίπτωση της παραγράφου 3 περ.

β' του άρθρου 386 ΠΚ. αντί αυτής της περ. α' για την οποία του έχει απαγγελθεί κατηγορία.

Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένης ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τα αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν του αναιρεσείοντος εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά εις τας ουσιαστικάς ποινικάς διατάξεις που εφήρμοσε, τας οποίας ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.

Ειδικώτερον εκ της μνείας εις τα αποδεικτικά μέσα και του είδους των εγγράφων προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπ’ όψιν υπό του Συμβουλίου και ηξιολογήθησαν 1) η από 17.05.2001 εξώδικος απάντησις και δήλωσις του αναιρεσείοντος κατά των εγκαλούντων, 2) το από 20/12/2000 ιδιωτικόν συμφωνητικόν μεταξύ αναιρεσείοντος και εγκαλούντων, 3) η από 13.07.2001 έγκλησις του αναιρεσείοντος κατά των Α.

Δ. και Ε. Ι. και 4) το από 25.04.2003 κατά των εγκαλούντων κατηγορητήριον. 'Αλλωστε περί των ανωτέρω υπ’ αριθμ. 2 και 4 εγγράφων γίνεται ειδική μνεία εις το αιτιολογικόν του πληττομένου βουλεύματος. Περαιτέρω εκ του αιτιολογικού του πληττομένου βουλεύματος προκύπτει σαφώς, ότι το Συμβούλιον εδέχθη ότι η πράξις της απάτης ετελέσθη δια της παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών και συγκεκριμένως, ότι το επίμαχον ακίνητον ήτο ελεύθερον βαρών.

δεν δημιουργεί δε ουδεμίαν αντίφασιν το γεγονός, ότι εις το εν λόγω ακίνητον υπήρχον βάρη και δη υποθήκη και προσημείωσις υποθήκης, καθώς και κατάσχεσις, αφού δια της αναφοράς αυτής εξειδικεύεται ο δόλος του δράστου (Α.Π. 40/2003, Ποιν. Δικ 2003 σελ. 65 κ.ά). Αι λοιπαί αιτιάσεις που αναφέρονται εις την αίτησιν αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αφού δι’ αυτών πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτος κρίσις του Συμβουλίου περί την εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών και την εκτίμησιν των αποδείξεων (Α.Π. 1879/2004, Ποιν Δικ 2005 σελ. 250 κ.ά ).Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι Να απορριφθεί η υπ’ αριθμ. 58/06.05.2005 αίτησις αναιρέσεως του Σ. Α. Μ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ’ αριθμ. 260/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Αθήνα, 12 Ιουλίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας"

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-5-2005 αίτησή του ο αναιρεσείων Σ. Μ. του Α. πλήττει το υπ’ αριθμ. 260/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο εκδόθηκε ύστερα από έφεσή του κατά του υπ’ αριθμ. 4320/2004 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Στην ερευνώμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το προσβαλλόμενη βούλευμα δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 23.12.2000 μέχρι 30.03.2001 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ανώτερο του ποσού των 25.000.000 δραχμές παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή Α.

Δ., ότι το ένα εκ τα δύο ακινήτων (οικόπεδο) που του προσέφερε προς πώληση και τουριστική εκμετάλλευση στα οποία είχαν εκδοθεί με δικές του ενέργειες και δαπάνες, άδειες για ανέγερση ξενοδοχείου ειδικής μορφής και δη εκείνο που βρίσκεται στη θέση "..." στην περιοχή ..., ήταν ελεύθερο βαρών, με αποτέλεσμα να πεισθεί ο μηνυτής από τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και να του καταβάλει το ποσό των 32.700.000 δραχμών σε μετρητά έναντι των εξόδων που θα πραγματοποιούσε δήθεν ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εν λόγω επένδυσης και μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 61.300.000 δραχμών έναντι του τιμήματος, ενώ η αλήθεια την οποία απέκρυψε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι στο εν λόγω ακίνητο υπήρχαν βάρη και δη υποθήκη και προσημείωση υποθήκης, καθώς και κατάσχεση, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί εκ του λόγου τούτου η μεταβίβαση του ακινήτου και να ζημιωθεί ο μηνυτής με το πιο πάνω ποσό που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να του επιστρέψει.

Ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι έλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό καθώς και τις τραπεζικές επιταγές, ισχυρίζεται όμως ότι το γεγονός της υπάρξεως των βαρών ήταν γνωστό στον μηνυτή και ότι είχε συμφωνηθεί να εξαλειφθούν τα υφιστάμενα βάρη προ της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου με μέρος του τιμήματος και το ότι η αγοραπωλησία ματαιώθηκε από υπαιτιότητα του μηνυτή και της Ε.

Ι., οι οποίοι για λόγους δικούς τους υπαναχώρησαν από τη σύμβαση. Περαιτέρω το αιτιολογικό του βουλεύματος διαλαμβάνει ειδική αιτιολογία και συλλογισμούς προς απόκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε την ύπαρξη των βαρών. Με βάση τα παραπάνω το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος κακουργηματικής απάτης.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 3 του ΠΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα: από την μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα στα αποδεικτικά μέσα και τους είδους των εγγράφων προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο και αξιολογήθηκαν 1) η από 17-5-2001 εξώδικη απάντηση και δήλωση του αναιρεσείοντος κατά των εγκαλούντων, 2) το από 20-12-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αναιρεσείοντος και εγκαλούντων, 3) η από 13-7-2001 έγκληση του αναιρεσείοντα κατά του Α.

Δ. και Ε. Ι. και 4) το από 25-4-2003 κατά των εγκαλούντων κατηγορητήριο. Όθεν μάλιστα των ανωτέρω με αριθμ. 2 και 4 εγγράφων γίνεται ειδική μνεία στο αιτιολογικό του βουλεύματος. Καμμία αντίφαση δεν υπάρχει στην παραδοχή του βουλεύματος ότι "ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον μηνυτή ότι το επίμαχο ακίνητο ήταν ελεύθερο βαρών ενώ η αλήθεια την οποία απέκρυψε ήταν ότι υπήρχαν βάρη και συγκεκριμένα υποθήκη και προσημείωση υποθήκης ως και κατάσχεση", αφού σαφώς προκύπτει ότι ως τρόπο τέλεσης της ως άνω αξιοποίνου πράξεως δέχεται το Συμβούλιο την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και όχι την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν δημιουργείται καμμία απολύτως σύγχυση, ως προς τον ποίον από τους δύο υπαλλακτικούς τρόπους ενέργειας δέχεται το Συμβούλιο εκ μόνης της προσθήκης πλεοναστικώς της απόκρυψης του ως αντιθέτου του περιεχομένου της απατηλής διαβεβαιώσεως με την οποία πράγματι φέρεται ότι τελέσθηκε η απάτη με την αναφορά και στο ποία ήταν τα βάρη επί του ακινήτου, αναφορά με την οποία εξειδικεύεται ο δόλος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος.

Πρέπει επομένως οι από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται τ’ αντίθετα ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις της αίτησης ήτοι 1) δεν αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του ισχυρισμού περί γνώσεως των βαρών από τους φερόμενους ως παθόντες, 2) ότι πρόκειται περί ακύρου συμφωνητικού, 3) οι μεταχρονολογημένες επιταγές για το τίμημα ήταν ακάλυπτες και 4) πρόκειται για αστική μόνο διαφορά, είναι απαράδεκτοι, αφού μ’ αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων.

Συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης εξ ολοκλήρου και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 58/6-5-2005 αίτηση του Σ. Μ. του Α. για αναίρεση του υπ’ αριθμ. 260/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ