Supreme Court dismisses appeal against first defendant but allows partial appeal against second defendant's false deposition conviction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the first defendant, S. P., regarding his conviction for false accusation. Conversely, the court allowed the appeal filed by the second defendant, X. X., specifically concerning his conviction for false deposition. The court found that while the first defendant's conviction was legally sound, the second defendant knowingly admitted to forging signatures on board meeting minutes, constituting a false deposition, yet the lower court failed to provide specific reasoning for this finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's judgment is legally flawed regarding specific charges or sentencing but correct on others, necessitating a remand for new proceedings on the contested portion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 538 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 538 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Παρασκευή Γρίβα και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράϊκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Σ. Π. του Χ. , κατοίκου ... , ο οποίος δεν παραστάθηκε , 2. Χ. Χ. του Ε. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Χαρλαύτη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 668/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών Β' Βαθμού. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία Ν. Β. του Ι. , κάτοικο ... , ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Δαμασκόπουλου.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 15-10-2025 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, η οποία πρότεινε: α) ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, β) ως προς τον 2ο αναιρεσείοντα να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-10-2025 (κοινή) αίτηση αναίρεσης του Σ. Π. του Χ. και του Χ. Χ. του Ε. , κατά της υπ' αριθμ. 668/19-5-2025 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία στις 1-10-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου - με την οποίαν ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Σ.
Π. του Χ. , καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης και ο δεύτερος αναιρεσείων Χ. Χ. του Ε. , καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης και αφού αναγνωρίσθηκε στον καθένα από αυτούς η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. α' ΠΚ (όπως πρωτοδίκως), επιβλήθηκε στον καθένα τους ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με σχετικές προ τούτο δηλώσεις αμφοτέρων των αναιρεσειόντων που επιδόθηκαν στις 20-10-2025 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, εδ.
α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινόμενη (κοινή) αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και Δ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου ο Ν. Β. του Ι. , ο οποίος παραστάθηκε για την υποστήριξη των ως άνω κατηγοριών εις βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του.
Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠΔ, όπως ισχύει από 1-7-2019 μετά την κύρωση του νΚΠΔ με τον Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019), ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ κατά το άρθρο 514 ΚΠΔ "Άν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ.
Κατά της απορριπτικής απόφασης του Αρείου Πάγου δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) Παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σε αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά την δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση, ήτοι δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανισθεί προσηκόντως με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί δια συνηγόρου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 155 - 162 ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ιδίου Κώδικα, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως, α) παραθέτει το σχετικό άρθρο του ποινικού νόμου που εφαρμόστηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν αυτό δεν έχει παρατεθεί σ' αυτή ή έχει παρατεθεί εσφαλμένα και β) στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά δεκτή, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τους νόμιμους τύπους και περιέχεται ένας τουλάχιστον παραδεκτός λόγος αναίρεσης.
Από τα δύο από 10-12-2025 αποδεικτικά επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ. , που αφορούν τον προαναφερθέντα πρώτο αναιρεσείοντα Σ. Π. του Χ. και τον νομίμως ορισθέντα εκ μέρους του ως αντίκλητό του, Δικηγόρο Παναγιώτη Καρατζά, προκύπτει ότι επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτούς σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2, 3 και 166 ΚΠΔ, η υπ' αριθμ. ...2025 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί αυτός (ο πρώτος αναιρεσείων) ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο (18-2-2026), για να υποστηρίξει την ως άνω ασκηθείσα αίτηση αναίρεσής του κατά το μέρος που τον αφορά.
Ο εν λόγω (πρώτος) αναιρεσείων όμως δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου στην ως άνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα και συνεπώς, εφόσον κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παρασταθεί κατά την εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης, ενώ γνωστοποιήθηκε σ' αυτόν το περιεχόμενο της επιδοθείσας κλήσης με την μνεία ότι αν δεν παραστεί στην δίκη ή δεν εκπροσωπηθεί νομίμως, όπως βεβαιώνεται στο ανωτέρω αποδεικτικό επίδοσης η κρινόμενη αναίρεση κατά το μέρος που τον αφορά, θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη και επειδή δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτον αναιρεσείοντα, ενώ πρέπει ακόμη να καταδικαστεί αυτός (πρώτος αναιρεσείων) στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 577 παρ. 2, περ.
α' και 578 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής της απόφασης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η απόλυτη αυτή ακυρότητα, η οποία θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, επέρχεται μόνον στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον Δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διεξαγωγή της δίκης και άσκησε ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τα δικαιώματά του με τις διατυπώσεις του νόμου, άσχετα αν το δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Εξάλλου, ο τρόπος άσκησης των δικαιωμάτων εμφανίσεως, εκπροσωπήσεως και υπερασπίσεως του κατηγορουμένου, που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαδικασίας και από τις περιστάσεις που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της εκδίκασης συγκεκριμένης υπόθεσης.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις, από τις οποίες αυτά αντλήθηκαν και οι νομικές σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν στην ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Μάλιστα, σε σχέση με την αναφορά των αποδείξεων (αποδεικτικών μέσων) που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για να διαμορφώσει την κρίση του, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Η κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 843/2020).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ. α' νΚΠΔ (Ν. 4620/2019, ΦΕΚ Α' 96/11.6.2019) που τέθηκε σε ισχύ από 1 Ιουλίου 2019, "Οι δικαιούμενοι κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας".
Ήδη, με τις διατάξεις των άρθρων 63 - 66 του ως άνω ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, επαναπροσδιορίστηκε η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, στην οποία πλέον τα δικαιούμενα πρόσωπα μπορούν να παραστούν για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο, ενώ κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί σχετικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, είναι η ίδια με εκείνη της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήτοι επιτρέπεται να ασκηθεί χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο όμως, ωσότου αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νΚΠΔ, το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με το προϊσχύσαν δίκαιο και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 131/2025, ΑΠ 908/2023).
Επομένως, υπό το καθεστώς του νΚΠΔ που ισχύει από 1-7-2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα νομιμοποίησης του υποστηρικτή της κατηγορίας ισχύουν αναλλοίωτα όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 588 ΚΠΔ).
Εξάλλου, η πολιτική αγωγή που ασκείται ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου δεν έχει μόνον αστικό, αλλά και ποινικό χαρακτήρα. Με αυτή δηλαδή δεν επιδιώκεται μόνον η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ17/1997, ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021).
Είναι γεγονός ότι εκείνος που υπέστη βλάβη από το έγκλημα και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών επιζητεί την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνον για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημίας του που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της Πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με την πανηγυρική διαπίστωση της ενοχής και την δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 1177/2019).
Ήδη με την κύρωση του νέου, ισχύοντος από 1-7-2019 νΚΠΔ (Ν. 4620/2019), παρά τον επαναπροσδιορισμό, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της έννοιας και της θέσης του πολιτικώς ενάγοντος, αφού πλέον ο αδικηθείς έχει δικαίωμα για παράσταση πολιτικής αγωγής μόνον προς υποστήριξη της κατηγορίας, δεν μεταβάλλεται ο προεχόντως ποινικός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 131/2025, ΑΠ 208/2021).
Ακόμη από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 ΚΠΔ (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ιδίου Κώδικα και 914, 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.
Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη, με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση παράστασης ως πολιτικώς ενάγων και ήδη σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας. Δηλαδή, απαιτείται και υπό το νΚΠΔ ο υποστηρίζων την κατηγορία, όπως προηγουμένως και ο πολιτικώς ενάγων, να αντλεί το δικαίωμα αποζημιώσεως ευθέως και αμέσως από "προσωπικό βίωμα" της εγκληματικής προσβολής και όχι από κάποια ενδιάμεση σχέση ή αντανακλαστικά και έμμεσα (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 420/2021), ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 973/2021).
Έτσι, για να προσδιορισθεί ποιος είναι ο αμέσως ζημιούμενος και αν έχει έννομο συμφέρον και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής (δηλαδή για παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας), αναζητείται ποιο ακριβώς είναι το συμφέρον και το έννομο αγαθό που προστατεύει η συγκεκριμένη ποινική διάταξη που παραβιάσθηκε από τον κατηγορούμενο, για την οποία δικάζεται (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 25/2021).
Με την αμεσότητα της ζημίας που απαιτείται για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, εκφράζονται δύο διαφορετικοί περιορισμοί του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας, οι οποίοι αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικές έννοιες αμεσότητας. Η μία υπονοεί την προσωπική σχέση του ζημιωθέντος με το δικαζόμενο έγκλημα (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 248/2009), ενώ η δεύτερη υπονοεί την υπαγωγή της ζημίας του παρισταμένου πολιτικώς ενάγοντος ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία στο προστατευτικό εύρος του ποινικού νόμου που παραβιάστηκε.
Κριτήριο για την ανεύρεση του κύκλου των προσώπων, που δικαιούνται να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες αποτελεί κατά πρώτο λόγο, ο προστατευτικός σκοπός της ποινικής διάταξης που παραβιάστηκε, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται οπωσδήποτε ενεργητικά στην παράσταση πολιτικής αγωγής, ο φορέας του εννόμου αγαθού που προσβλήθηκε με την τέλεση της αξιόποινης πράξης.
Λαμβάνεται υπόψη η έννοια του συμφέροντος, όπως ορίζεται από κανόνες δικαίου που τέθηκαν, όχι αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά και χάριν ιδιωτικών συμφερόντων και της αξίωσης για την απόλαυσή του (ΟλΑΠ 1769/1986, ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 131/2025). Έτσι προστατεύεται εκείνο το ιδιωτικό συμφέρον που συνδέεται με τη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 550/2021, ΑΠ 286/2019).
Η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής και ήδη υποστήριξης της κατηγορίας, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 944/2024, ΑΠ 99/2022, ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 100/2021).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 65 εδ. β' ΚΠΔ, η δήλωση παράστασης στο ακροατήριο θεωρείται ως συνέχεια της δήλωσης που έγινε στην προδικασία και η δήλωση παράστασης όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό (ΑΠ 74/2026, ΑΠ 58/2026, ΑΠ 1113/2024, ΑΠ 751/2024, ΑΠ 195/2024, ΑΠ 142/2023, ΑΠ 561/2023).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο ο δεύτερος αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς το απορριφθέν αίτημα που υποβλήθηκε εκ μέρους του για την αποβολή του προαναφερθέντος υποστηρίζοντος την εις βάρος του σχετική κατηγορία, από την διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, ισχυριζόμενος ότι αυτός (υποστηρίζων την κατηγορία) ουδέποτε κατονομάσθηκε από τον ίδιο (δεύτερο αναιρεσείοντα) ως πλαστογράφος των επίμαχων πρακτικών συνεδρίασης του ΔΣ της εταιρίας με την επωνυμία "HAPPY DAYS ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΕ HAPPY DAYS", όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν (την αίτηση αναίρεσης), ενώ με τον αναιρετικό λόγο του δευτέρου σκέλους του τρίτου αναιρετικού λόγου που συνεξετάζεται με τον αμέσως προηγουμένως αναφερόμενο αναιρετικό λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' ΚΠΔ), λόγω της μη νόμιμης παράστασης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου του προαναφερθέντος υποστηρίζοντος την παραπάνω εις βάρος του κατηγορία.
Στην προκειμένη υπόθεση από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ. την υπ' αριθμ. 4105/8-11-2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών), δήλωσε παράσταση προς υποστήριξη των σχετικών εις βάρος τους κατηγοριών κατά (αμφοτέρων) των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων ο προαναφερθείς Ν.
Β. του Ι. , "δικαιούμενος κατά τον αστικό κώδικα σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τα αδικήματα", αναφερόμενος χωρίς ρητή δήλωση, αλλά ήταν αυτονοήτως εξυπακουόμενο, στα προαναφερθέντα εγκλήματα, δηλαδή, της ψευδούς καταμήνυσης που βάρυνε τον πρώτον εκκαλούντα - κατηγορούμενο και της ψευδούς κατάθεσης, που αφορούσε τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, που εκδικάζονταν στο άνω (πρωτοβάθμιο) Δικαστήριο και βάσει αυτής (της δήλωσης) είχε συνταχθεί και το εις βάρος αμφοτέρων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σχετικό κλητήριο θέσπισμα, ενώ κατά της παράστασης αυτής, "δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από οποιονδήποτε", όπως επίσης επί λέξει αναφέρεται σ' αυτή (την πρωτοβάθμια απόφαση) και θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην ως άνω πρωτοβάθμια δίκη παραστάθηκαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι.
Την ίδια επακριβώς δήλωση επανέλαβε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (σελ. 3 των πρακτικών), η πληρεξουσία Δικηγόρος του ως άνω Ν. Β. , Παυλίνα Γαλάτη (ΑΜ ΔΣΑ 29518), η οποία (δήλωση) κρίθηκε στα πλαίσια που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που αυτή έγινε δεκτή από αυτό.
Κατά της παράστασης αυτής προβλήθηκαν αντιρρήσεις εκ μέρους του δευτέρου κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις ως άνω υποβληθείσες αντιρρήσεις ως προς την παράσταση εκ μέρους του προαναφερθέντος Ν. Β. για την υποστήριξη της παραπάνω σχετικής κατηγορίας (και) εις βάρος του δευτέρου - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας στο σχετικό σκεπτικό του, τα εξής: "Απορριπτέες τυγχάνουν οι προβαλλόμενες αντιρρήσεις περί παράστασης υποστήριξης της κατηγορίας του εγκαλούντος Ν. Β. , καθόσον ο 1ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 11-10-2018 τον κατεμήνυσε ψευδώς ότι πλαστογράφησε τις υπογραφές του Π. Β. στα αναφερόμενα πρακτικά του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΑΠΠΥ ΝΤΕΪΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ώστε φέρεται ως άμεσα θιγόμενος από την ως άνω πράξη του κατηγορουμένου.
Περαιτέρω, ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι προς ενίσχυση της ως άνω έγκλησης κατέθεσε ψευδώς ενώπιον των αρχών γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ως προς την απόρριψη των σχετικών αντιρρήσεων που υποβλήθηκαν από τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, ενώ παράλληλα, δεν προκλήθηκε καμία απόλυτη ακυρότητα κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και συνεπώς, αφού νομοτύπως παρέστη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο προαναφερθείς υποστηρίζων τις παραπάνω σχετικές κατηγορίες εις βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, αμφότεροι οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠΔ, αν κάποιος μάρτυρας κλητεύθηκε νόμιμα, δεν εμφανίστηκε όμως και η μαρτυρία του κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας, όταν ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά το δικαστήριο διατάσσει υποχρεωτικά τη διακοπή της δίκης έως οκτώ το πολύ ημέρες καθώς και την βιαία προσαγωγή των μαρτύρων, ενώ κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "Αν το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις μπορεί να αναβάλλει τη συζήτηση της υπόθεσης εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού", κατά την οποία "Αν κανένας από τους κατηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά και δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση μάρτυρας ή πραγματογνώμονας που κλητεύθηκε ή αν στην επανάληψη της δίκης που διακόπηκε σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο απουσιάζουν και πάλι οι ίδιοι μάρτυρες ή πραγματογνώμονες, επειδή δεν εκτελέστηκε η διαταγή για τη βίαιη προσαγωγή τους, το δικαστήριο, αν κρίνει αναγκαία την αναβολή της συζήτησης για την υπόθεση, την αναβάλλει σε ρητή δικάσιμο μέσα σε εξήντα ημέρες.
Το δικαστήριο ανακοινώνει τη δικάσιμο αυτή στους παρόντες από τους διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και κλητεύονται μόνο οι απόντες διάδικοι, μάρτυρες ή πραγματογνώμονες. Στην περίπτωση αυτή οι προθεσμίες για εμφάνιση συντέμνονται στο μισό. Το ίδιο γίνεται και σε κάθε τυχόν περαιτέρω αναβολή της δίκης".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με αυτές του (επομένου) άρθρου 353 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή ή διακοπή της δίκης με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις, ενώ ως "νέες αποδείξεις" νοούνται και οι μάρτυρες για τους οποίους προβλέπουν οι προαναφερθείσες παράγραφοι.
Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται και να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα που πρόκειται να αποδειχθεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου (ΑΠ 484/2023).
Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος (αναβολής ή διακοπής για απουσία μαρτύρων ή για νέες αποδείξεις) απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου ουσίας (ΑΠ 869/2023, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 147/2023), το οποίο όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απόρριψής του, οφείλει να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα για την απορριπτική του κρίση, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα (ΑΠ 1411/2024, ΑΠ 1501/2024, ΑΠ 961/2023, ΑΠ 818/2023).
Το εν λόγω αίτημα είναι ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται τα ζητήματα για τα οποία θα κατέθετε o μάρτυρας, ώστε να κριθεί αν τα ζητήματα αυτά είναι κρίσιμα για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλέστερη κρίση. Εάν το δικαστήριο δεν απαντήσει επί του παραπάνω αιτήματος, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Β' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν το δικαστήριο, απορρίψει το αίτημα αυτό, παρότι υποβλήθηκε παραδεκτά και είναι ορισμένο, χωρίς στην απορριπτική απόφασή του να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, ενώ πέραν τούτων, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1 - 3, περ.
δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1, περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης. Πλέον τούτων, εάν το δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει ή να απορρίψει αιτιολογημένα το παραδεκτώς υποβληθέν αίτημα του κατηγορουμένου για νέες αποδείξεις, προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και τον καταδικάσει υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Θ' ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 1411/2024, ΑΠ 1501/2024).
Από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής προκύπτει, ότι κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου της ουσίας, ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Χ. Χ. του Ε. , υπέβαλε προς το Δικαστήριο της ουσίας εγγράφως, αίτημα αναβολής της δίκης για νέες αποδείξεις και συγκεκριμένα, "...προκειμένου, μερίμνη του δικαστηρίου να ζητηθούν από τις ναυτιλιακές και αεροπορικές εταιρίες, οι οποίες τηρούν ηλεκτρονικά αρχεία επί εικοσαετία, με αναφορά σε αυτά της ώρας, της ημέρας, του μήνα, του έτους, του αριθμού εισιτηρίου, του ονοματεπωνύμου του επιβάτη, των στοιχείων της ταυτότητάς του κλπ, βεβαίωση περί του αν ταξίδεψε ο Π.
Ι. Β. από την Αθήνα ή από τον Πειραιά στα Χανιά και από τα Χανιά στην Αθήνα ή στον Πειραιά τις ημερομηνίες, κατά τις οποίες φέρεται να συμμετείχε ως μέλος του, στις συνεδριάσεις του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας με την επωνυμία "ΧΑΠΠΥ ΝΤΕΪΣ "HAPPY DAYS" Ανώνυμη Τουριστική Εταιρεία"...οι οποίες έγιναν στον Καβρό Αποκορώνου Χανίων και ειδικότερα, κατά τις ημερομηνίες...κατά τις οποίες ήταν μόνιμος κάτοικος της Νέας Ιωνίας Αττικής και θα έπρεπε, ως εκ τούτου να μεταβαίνει στα Χανιά, για να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας" (σελ. 4 - 6 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης).
Το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέως, το αίτημα των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα περί αναβολής της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης προκειμένου να χορηγηθούν βεβαιώσεις ταξιδιού από και προς τα Χανιά του Π.
Β. κατά τις υποδεικνυόμενες ημεροχρονολογίες, τυγχάνει απορριπτέο, καθόσον δεν αποτελεί ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντίθετα οδηγεί στην παρέλκυση της δίκης". Με αυτά που ανελέγκτως για την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας και με σχετική διάταξη απέρριψε το αίτημα αυτό, διέλαβε στην απόφασή του την από τις άνω διατάξεις αξιούμενη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι απολύτως σαφής, ορισμένη και εμπεριστατωμένη, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του, το αίτημα αυτό υποβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες παρελκυστικά και κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως μη εισφέροντας κάτι το ουσιώδες, έκρινε περιττή την αναβολή.
Περαιτέρω, ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε προφορικά αίτημα που καταχωρίστηκε στα πρακτικά "για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί και να προσέλθει ως μάρτυρας o Π. Β. και να προσέλθει o μάρτυρας κατηγορίας Ν. Β. την παρουσία του οποίου θεωρεί απαραίτητη". Το εν λόγω αίτημα, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιούς ακριβώς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία των προαναφερθέντων μαρτύρων, ούτε εξειδικεύονται τα ζητήματα σε σχέση με τις ερευνώμενες αξιόποινες πράξεις, για τα οποία θα εξετάζονταν αυτοί ως μάρτυρες και αν τα ζητήματα αυτά ήταν ουσιώδη και κρίσιμα και τί ακριβώς θα συνεισέφεραν στην ουσία της υπόθεσης, ώστε να κριθεί εάν η κατάθεση αυτών ήταν αναγκαία για την ανακάλυψη της αληθείας.
Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στο ως άνω αίτημα του δευτέρου εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης και πολύ περισσότερο να αιτιολογήσει την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του (ΑΠ 1411/2024). Συνακόλουθα, o εκ του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ), διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το ως άνω υποβληθέν αίτημα για αναβολή της δίκης, προκειμένου, με φροντίδα και μέριμνα του δικαστηρίου, να προσκομισθούν συγκεκριμένα έγγραφα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενώ ο προαναφερθείς εκ του άρθρου 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης (που περιλαμβάνεται στο πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου) για απόλυτη ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξαιτίας της απόρριψης του υποβληθέντος αιτήματος του δευτέρου αναιρεσείοντα, προκειμένου να κληθούν και προσέλθουν στη δίκη ως μάρτυρες ο Π. Β. και ο εγκαλών Ν.
Β. , τυγχάνει ομοίως αβάσιμος.
Με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1 Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι "Άν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγουμένου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον" και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος.
Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ' ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και άν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1522/2025, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1345/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ που τιτλοφορείται "Ψευδής κατάθεση", "Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο η ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή".
Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του πΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2, 1) του πΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2, 1 του πΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 835/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 811/2022).
Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή κατάθεση πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ' αυτή τα αληθινά γεγονότα, τα οποία γνώριζε ο μάρτυρας που εξετάστηκε και αντί αυτών εν γνώσει του κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να αναφέρονται ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα, και κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη αυτή (ΑΠ 1044/2021, 688/2022, 913/2023).
Επίσης, απαιτείται να προσδιορίζεται, για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω ποινικού αδικήματος ο άμεσος δόλος, του δράστη που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 1522/2025, ΑΠ 1515/2024, ΑΠ 835/2024,ΑΠ 519/2024, ΑΠ 814/2023).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 170/2025, ΑΠ 600/2024, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).
Στην κρινόμενη υπόθεση το προαναφερθέν Α' Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική αυτή διαδικασία μέρος, τα εξής: Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που δημόσια αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αξιολογικά εκτιμωμένων όλων των ανωτέρω σύμφωνα με την κατ' άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την υπ' αριθ. ...1982 Πράξη της συμβολαιογράφου … Φ. Π. συστάθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΠΠΥ ΝΤΕΪΣ (HAPPY DAYS) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Ε. HAPPY DAYS", με έδρα τον Καβρό Αποκορώνου Χανίων, αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 84.450.000 δρχ , διαιρούμενο σε 84.400 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ.
εκάστη και αρχικούς μετόχους τους Σ. Π. (1ο κατηγορούμενο), Χ. Π. (αδελφό του 1ου κατηγορουμένου) και την ανώνυμη εταιρεία "ΣΠΕΝ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική". Μετά το θάνατο του Χ. Π. κατά το έτος 1998 οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγός του Α. Π. , το γένος Ν. Β. και τα τέκνα του Χ. , Α. και Η. κατέστησαν συγκύριοι των 95.225 ονομαστικών μετοχών επί της ως άνω εταιρείας του κληρονομουμένου.
Ακολούθησαν διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου τη εταιρείας, ωστόσο οι σχέσεις των εταίρων διαταράχθηκαν, καθώς ο 1ος κατηγορούμενος επεδίωκε τα ηνία της εταιρείας, ενώ οι ως άνω παρατηρούσαν οικονομικές ατασθαλίες του σε βάρος της εταιρίας. Ο 1ος κατηγορούμενος άσκησε δικαστικές αιτήσεις εναντίον των παραπάνω, ισχυριζόμενος ότι οι κληρονόμοι του αδελφού του δεν ήταν παρόντες και δεν ψήφιζαν στις Γ.Σ, ωστόσο οι αιτήσεις αυτές απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια.
Στις 11-10-2018 ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε την με ΑΒΜ ... έγκλησή του, με την οποία καταμήνυσε τους Χ. Π. , Ν. Β. , Π. Π. ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή του επίσης εγκαλουμένου Π. Β. στα υπ' αριθ. πρωτ. ...2012, ...2012, ...2013, ...2012 και ...2013 καθώς και στα από 7-10-2016 και 27-12-2016 πρακτικά συνεδρίασης του Δ.Σ. , ενώ τούτος ουδέποτε συμμετείχε σε αυτές, ώστε με ανυπόστατες αποφάσεις του Δ.Σ.
της ως άνω εταιρείας αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο, μειώθηκε το δικό εταιρικό κεφάλαιο και αποβλήθηκε από τη διοίκηση της εταιρείας. Επί της ως άνω έγκλησης εξετάστηκε ως μάρτυρας ο 2ος κατηγορούμενος που επιβεβαίωσε τα ως άνω αναφερόμενα.
Εξάλλου, με την από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2020 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Π. Α. προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι υπογραφές είναι γνήσιες του Π. Β. Η ως άνω έγκληση απορρίφθηκε κατ' άρθρο 51 παρ. 2 ΚΠΔ με την με αριθ. .../2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων και την με αριθ. .../2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, παραγομένου οιονεί προδιωκτικού δεδικασμένου, που συνεκτιμάται με όλα τα αποδεικτικά μέσα ως προς το ψευδές της έγκλησης και της ένορκης κατάθεσης. Κατά την κατάθεση της έγκλησης και της ένορκης κατάθεσης προς υποστήριξή της αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντίστοιχα γνώριζαν ότι είχαν απορριφθεί επί της ουσίας τόσο η αγωγή του Σ. Π. περί αναγνώρισης του ανυπόστατου ή ακυρότητας - ακυρωσίας των προσβαλλόμενων αποφάσεων της Γ.Σ. της εταιρείας των ετών 2009 - 2012, όσο και η αίτησή του περί διορισμού προσωρινής διοίκησης λόγω του ανυπόστατου ή άκυρου χαρακτήρα των αποφάσεων της Γ.Σ. , ώστε προκύπτει ευθέως η πρόθεση των κατηγορουμένων στην τέλεση των αξιόποινων πράξεών τους, αφού ο 1ος κατηγορούμενος επέδειξε εμμονή να χαρακτηρίζει τους συγγενείς μετόχους της εταιρείας ως πλαστογράφους, παρά τις αντίθετες προηγηθείσες της έγκλησής του δικαστικές κρίσεις, τις οποίες σαφώς γνώριζε ο εξετασθείς ως μάρτυρας δικηγόρος 2ος κατηγορούμενος.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο εκάστου των κατηγορουμένων τα στοιχεία της υποκειμενικής και της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης για τον πρώτο κατηγορούμενο και της ψευδούς κατάθεσης για τον δεύτερο κατηγορούμενο και ειδικότερα ότι: Α) ο πρώτος κατηγορούμενος εν γνώση του κατεμήνυσε ψευδώς άλλον ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του.
Συγκεκριμένα στις 11-10-2018 υπέβαλε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών με την οποία κατεμήνυσε και τον εγκαλούντα Ν. Β. ότι πλαστογράφησε τις υπογραφές του Π. Β. του Ι. , στα υπ' αριθ. πρωτ. ...2012, ...2012, ...2013, ...2012 και ...2013 καθώς και στα από 7-10-2016 και 27-12-2016 πρακτικά συνεδρίασης του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΑΠΠΥ ΝΤΕΪΣ (HAPPY DAYS) ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Ε.
HAPPY DAYS", γεγονός που ήταν εν γνώσει του ψευδές, αφού οι υπογραφές των μετόχων στα ως άνω πρακτικά ήταν γνήσιες, ενώ σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντος, η οποία τελικώς απορρίφθηκε με Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χανίων, Β) ο δεύτερος κατηγορούμενος εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών στις 6-12-2018 επί εγκλήσεως του 1ου κατηγορουμένου για το αδίκημα της πλαστογραφίας μεταξύ άλλων και κατά του εγκαλούντος, κατέθεσε ψευδώς ότι ο Π.
Β. σε συνάντησή του με τους κατηγορουμένους ομολόγησε ότι αγνοούσε ότι έχει εκλεγεί μέλος του Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ότι από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 έως το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016 δεν είχε συμμετάσχει σε καμία συνεδρίαση του Δ.Σ. της Α.Ε. και ότι επιδειχθέντων από αυτόν (κατηγορούμενο) στον Π.
Β. φωτοαντίγραφα από τα πρωτότυπα πρακτικά του Δ.Σ. της Α.Ε. , τα οποία έφεραν την υπογραφή του, κατέθεσε ότι εκείνος αδιστάκτως είπε ότι οι υπογραφές δεν έχουν τεθεί από τον ίδιο, αλλά είναι πλαστές. Το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ευθέως ψευδές περιστατικό εναντίον του νυν εγκαλούντος, δεν αναιρεί την ποινική του ευθύνη και την προσβολή του εννόμου αγαθού του τελευταίου, διότι αποδείχθηκε ότι ο 2ος κατηγορούμενος εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία, προκειμένου να ενισχύσει την ως άνω ψευδή έγκληση του συγκατηγορουμένου του και να οδηγήσει στην ποινική καταδίκη και του εγκαλούντος.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι των ως άνω αδικημάτων, αναγνωριζομένων των πρωτοδίκως αναγνωρισθέντων των ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο εκάστου". Ακολούθως, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον προαναφερθέντα δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, ένοχο της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα εξής: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον 2ο κατηγορούμενο (Χ.
Χ.) ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ που του αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης και συγκεκριμένα του ότι στα Χανιά, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ. Χ. του Ε. , στις 6-12-2018, τέλεσε το αδίκημα και ειδικότερα: Εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή.
Ειδικότερα, κατά την ως άνω ημερομηνία, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών, κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης σχετικά με την από 11-10-2018, προηγούμενη έγκληση του δεύτερου κατηγορουμένου σε βάρος, μεταξύ άλλων και του νυν εγκαλούντος για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση (όπως ειδικότερα περιγράφεται στο υπό στοιχείο Α1 του παρόντος) κατέθεσε τα εξής ψευδή στοιχεία.
Ότι ο Π. Β. , σε συνάντηση που είχε με τον ίδιο και τον πρώτο κατηγορούμενο ομολόγησε ότι αγνοούσε ότι είχε εκλεγεί μέλος του Δ.Σ. της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ότι από τον Φεβρουάριο του 2012 έως τον Δεκέμβριο του 2016, δεν είχε συμμετάσχει σε καμία απολύτως συνεδρίαση του Δ.Σ. της Α.Ε. Επιπλέον, ότι επέδειξε στον Π.
Β. φωτοαντίγραφα από τα πρωτότυπα πρακτικά του Δ.Σ. της Α.Ε. , τα οποία έφεραν την υπογραφή του και εκείνος "αδιστάκτως" είπε ότι οι υπογραφές δεν είναι δικές του, αλλά τυγχάνουν πλαστές. Όλα τα ανωτέρω όμως ήταν εξ ολοκλήρου ψευδή, καθώς η αλήθεια ήταν αυτή που ειδικότερα περιγράφηκε στο υπό στοιχείο Α1 του κατηγορητηρίου, δηλαδή ότι οι υπογραφές στα ανωτέρω αναφερόμενα πρακτικά του Δ.Σ.
της Α.Ε. ήταν γνήσιες, ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους όσων κατέθετε".
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του ο προαναφερθείς δεύτερος αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη του και συγκεκριμένα, της ψευδούς κατάθεσης και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ, απορρέουσα σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας κατά την άποψη της πλειοψηφίας των μελών αυτού του Δικαστηρίου, δεν διέλαβε στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, την κατά άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, για το οποίο καταδικάστηκε ο δεύτερος αναιρεσείων με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να διακριβωθεί αν εφάρμοσε ορθά την προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 ΠΚ.
Ειδικότερα αν και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι όσα κατέθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι ψευδή και ότι το αληθές είναι ότι η υπογραφή του Π. Β. στα υπ' αριθμ. ...2012, ...2012, ...2013, ...2012, ...2013 καθώς και στα από 7-10-2016 και 27-12-2016 πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας "HAPPY DAYS", είναι γνήσια, εν τούτοις παραλείπει να διαλάβει παραδοχές περί των αληθινών γεγονότων σε σχέση με τα κατατεθέντα από τον δεύτερο κατηγορούμενο, καθόσον ο τελευταίος δεν κατέθεσε ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία πλαστογράφησε την υπογραφή του Β.
στα ως άνω πρακτικά, αλλά κατέθεσε τα προαναφερόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά. Όφειλε επομένως, να διαλάβει για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής για τον δεύτερο κατηγορούμενο απόφασής του, εάν είναι αληθές ότι συναντήθηκε ο ίδιος (δεύτερος κατηγορούμενος) και ο πρώτος κατηγορούμενος με τον Π.
Β. , ότι ο τελευταίος ομολόγησε ενώπιόν τους ότι αγνοούσε ότι είχε εκλεγεί μέλος του ΔΣ της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, ότι από το Φεβρουάριο 2012 έως το Δεκέμβριο 2016 δεν είχε συμμετάσχει σε καμιά απολύτως συνεδρίαση του ΔΣ της εν λόγω εταιρείας και ότι η φερόμενη ως γνήσια υπογραφή του στα ως άνω πρακτικά, φωτοαντίγραφα των οποίων του επιδείχθηκαν από το δεύτερο κατηγορούμενο δεν είναι δική του αλλά τυγχάνει πλαστή.
Η αναφορά των αληθινών γεγονότων, κατ' αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε ένοχο τον δεύτερο κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδούς κατάθεσης, καθιστά την αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης ελλιπή και για τον επί πλέον λόγο ότι με την μνεία μόνο των ψευδών γεγονότων, δεν μπορεί να κριθεί η πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του "άμεσου δόλου" που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης.
Και τούτο διότι, εάν η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε έλαβαν χώρα τα ως άνω κατατεθέντα από το δεύτερο κατηγορούμενο πραγματικά περιστατικά, το στοιχείο του άμεσου δόλου, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα έχρηζε ειδικής αιτιολογίας, δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας καθόσον οι σχετικοί με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμοί του θα στηρίζονται σε προσωπική του γνώση και αντίληψη, οπότε είναι αυτονόητη και η σχετική τούτων γνώση τους.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου όμως και συγκεκριμένα, ο Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κουτσοχρήστος είχε την εξής γνώμη: Με τις προαναφερθείσες παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη του, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων αλλά και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, ήτοι της ψευδούς κατάθεσης.
Συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του εν λόγω δευτέρου αναιρεσείοντος, όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση ως προς αυτό, χωρίς να παρίσταται αναγκαία κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί ακριβώς προκύπτει από καθένα από αυτά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Ειδικότερα, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο δεύτερος αναιρεσείων Χ. Χ. του Ι. , εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον αρμόδιας αρχής να ενεργεί εξέταση για την παραπάνω αναφερόμενη αξιόποινη πράξη του, σχετικά με την από 11-10-2018, προηγηθείσα έγκληση του δεύτερου κατηγορουμένου (και πρώτου αναιρεσείοντος) Σ.
Π. του Χ. , σε βάρος - μεταξύ άλλων - και του νυν εγκαλούντος Ν. Β. του Ι. , για το αδίκημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, που σημειωτέον απορρίφθηκε με εισαγγελική διάταξη, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς ότι ο προαναφερθείς Π. Β. , σε συνάντηση που είχε με τον ίδιο (τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) αλλά και τον ως άνω πρώτο κατηγορούμενο Σ.
Π. του Χ. , ομολόγησε ότι (ο ίδιος) αγνοούσε πως είχε εκλεγεί μέλος του Δ.Σ. της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας και ότι από τον Φεβρουάριο του 2012 έως τον Δεκέμβριο του 2016, δεν είχε συμμετάσχει σε καμία απολύτως συνεδρίαση του Δ.Σ. της ίδιας εταιρίας και επί πλέον, ότι όταν ο ίδιος (δηλαδή ο δεύτερος αναιρεσείων) επέδειξε σ' αυτόν (δηλαδή στον Π.
Β.) φωτοαντίγραφα από τα πρωτότυπα πρακτικά του Δ.Σ. της ΑΕ, τα οποία έφεραν την υπογραφή του, εκείνος δήλωσε "αδιστάκτως" ότι οι παραπάνω υπογραφές δεν είχαν τεθεί από τον ίδιο και ήταν πλαστές, παρότι ασφαλώς γνώριζε (ο δεύτερος αναιρεσείων) ότι όλα τα προαναφερθέντα ήταν ψευδή, καθόσον η ασκηθείσα εκ μέρους του Σ.
Π. αγωγή περί αναγνώρισης του ανυπόστατου ή ακυρωσίας των προσβαλλόμενων αποφάσεων της ΓΣ της ως άνω εταιρίας των ετών 2009 - 2012, αλλά και η αίτησή του για διορισμό προσωρινής διοίκησης λόγω του ανυπόστατοι ή άκυρου χαρακτήρα των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας αυτής (που γνώριζε ο δεύτερος αναιρεσείων) και ως εκ τούτου η αλήθεια ήταν ότι οι υπογραφές στα ανωτέρω αναφερόμενα πρακτικά του Δ.Σ.
της Α.Ε. ήταν γνήσιες και είχαν τεθεί από τον Π. Β. , όπως άλλωστε το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε - κατά τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου - από την διενεργηθείσα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, κατά το μέρος της που αφορά τις διατάξεις περί της ενοχής του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ. Χ. του Ε. , για την ως άνω αξιόποινη πράξη, αλλά και ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, να εξαλειφθούν οι ως άνω διατάξεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω από 15-10-2025 αίτηση αναίρεσης ως προς το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα Σ. Π. του Χ. , κατά της υπ' αριθμ. 668/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ως άνω (πρώτο) αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής αυτής διαδικασίας, ποσού οχτακοσίων (800) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την ως άνω υπ' αριθμ. 668/2025 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος που αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα Β. Χ. του Ε. , ως προς το σκέλος της που αφορά τις διατάξεις ως προς την ενοχή του για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, αλλά και ως προς την επιβληθείσα σ' αυτόν ποινή φυλάκισης των έξι (6) μηνών.
ΕΞΑΛΕΙΦΕΙ τις αμέσως προηγουμένως αναφερθείσες διατάξεις της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το άνω αναιρούμενο μέρος της προς νέα συζήτηση στο αυτό ως άνω Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ