Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding lower court's recognition of statutory share rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision recognizing the appellant's statutory inheritance share. The lower court rejected the defendants' claim that the will was invalid, finding the appellant had a legitimate interest in recovering her portion of the estate. The Court of Cassation upheld this ruling, stating the first instance correctly applied the law without procedural errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 569 of the Code of Civil Procedure; The Court of Cassation dismisses an appeal when the lower court correctly recognizes a party's legitimate interest in inheritance proceedings and finds no procedural violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 538 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 538/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. Τ. του Π., 2) Π. Τ. του Π., 3) Α. Κ. του Α., χήρα Π. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλεία Παπαδοπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Ν. Β., θυγατέρας Π. Τ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Κωνσταντόπουλου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτηση και τους από ... προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από ... αίτηση αναίρεσης και οι από ... πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις ... ( βλ.
την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου ... Δ. Κ.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (... Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η ...
απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από ... έφεση των αναιρεσειουσών-εναγομένων κατά της ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή η από ... περί κλήρου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών, αναγνωρίστηκε η ενάγουσα νόμιμη μεριδούχος του αποβιώσαντος την ...
στο ..., όπου και κατοικούσε εν ζωή , πατέρα της Π. Τ. του Ε., κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου επί όλης της κληρονομιαίας περιουσίας του και ειδικότερα επί ενός εκάστου των αναφερομένων στοιχείων της κληρονομίας του και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες να της αποδώσουν το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας.
ΙΙ) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1820 και 1825 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν με παροχές στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1829 και 1840 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με κείνες των άρθρων 1713 και 1839 ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος μπορεί με διάταξη τελευταίας βούλησης να αποκλείσει ρητώς ή σιωπηρώς κάποιον συγγενή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, εγκαθιστώντας άλλους κληρονόμους ή και χωρίς τέτοια εγκατάσταση (αποκλήρωση με ευρεία έννοια), αλλά τέτοιος αποκλεισμός αναγκαίου κληρονόμου δεν στερεί αυτόν από τη νόμιμη μοίρα του, εκτός αν η αποκλήρωση γίνεται για υφιστάμενο νόμιμο λόγο και αυτός αναφέρεται στην τελευταία διάταξη (αποκλήρωση με στενή έννοια).
Σε περίπτωση μη νομιμότητας του λόγου αυτού ή αναληθείας του, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ο μεριδούχος λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται οι διατάξεις της διαθήκης. Σε περίπτωση δηλαδή που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.
Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825,1827,1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν 1329/1983, συνάγεται ότι για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή, συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομιάς.
Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και, επίσης, οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Από το συνδυασμό δηλαδή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου καταλογίζεται κάθε παροχή από ελευθεριότητα, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια των γονικών παροχών, κατά το άρθρο 1509 ΑΚ από τον κληρονομούμενο στο μεριδούχο, αφού αυτή, μετά το ν.1329/1983, είναι κατά νόμο καταλογιστέα, εκτός εάν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά.
Η εξαίρεση του μη καταλογισμού προβλέπεται για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα (άρθρο 1833 παρ. 1 ΑΚ) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομία προς σχηματισμό της ιδανικής κληρονομικής ομάδας, με βάση την οποία θα υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα (άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ), που περιέχει διάταξη αναγκαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο κληρονομούμενος δεν μπορεί να ορίσει διαφορετικά.
Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες κατά το άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ παροχές του κληρονομούμενου προς το μεριδούχο, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτόν παροχές, έστω και εάν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και ανεξαρτήτως του χρόνου που έγιναν, μη υφισταμένου για τις παροχές αυτές του χρονικού περιορισμού της δεκαετίας προ του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια προ της αποβίωσης του κληρονομουμένου, εάν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Η έννοια της φράσης του άρθρου 1831 παρ. 2 ΑΚ "στην κληρονομία προσθέτονται" οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό παροχές δεν έχει την έννοια ότι αυτές ανήκουν πραγματικά στην κληρονομιά, αλλά ότι η αξία τους υπολογιζόμενη κατά το χρόνο της παροχής θεωρείται λογιστικώς υπάρχουσα στην κληρονομία, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ενώ οι δωρεές προστίθενται, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί ο τύπος της δωρεάς.
Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας μεριδούχου (κατιόντων και γονέων του κληρονομουμένου, καθώς και του επιζώντος συζύγου): α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Εξεύρεση της αξίας της κληρονομιάς "με εκτίμηση" σημαίνει ότι, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, ως αξία της κληρονομιάς δεν νοείται η αγοραία αξία, αλλά η πραγματική αξία αυτής, η οποία εξευρίσκεται με εκτίμηση, η οποία, σε ομαλές οικονομικές συνθήκες, συμπίπτει, κατά κανόνα, με την αγοραία αξία.
β) αφαιρούνται από την αξία αυτή της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς τα χρέη της και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και απογραφής της κληρονομιάς, γ) στο ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση των παραπάνω χρεών, προστίθενται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, οι πιο πάνω παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου, ε) από το ποσό αυτής (νόμιμης μοίρας) αφαιρείται η αξία των πραγμάτων, στα οποία τυχόν έχει εγκατασταθεί ο μεριδούχος, καθώς και η αξία της παροχής που τυχόν είχε λάβει και υπόκειται σε συνεισφορά και στ) αν προκύπτει ότι τίποτε δεν έχει καταλειφθεί σ' αυτόν, σχηματίζεται ένα κλάσμα, με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρονομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία, χωρίς αφαίρεση χρεών και δαπανών, θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για την κάλυψη της νόμιμης μοίρας του.
Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός, που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρονομαστή, παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει, έτσι, τη νόμιμη μοίρα του. Κατά το ποσοστό αυτό, ο μεριδούχος συντρέχει ως κληρονόμος σε όλα τα κληρονομιαία πράγματα (Α.Π 1486/2023, Α.Π. 882/2023, 453/2021, ΑΠ 307/2019, Α.Π. 1150/2011) .
Περαιτέρω, με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 4/2018 και Ολ.
ΑΠ 6/2017). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 882/2022, 148/2020, ΑΠ 3/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π.24/1992, Α.Π.307/2019 ).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στο ... την ...
πέθανε ο Π. Τ. του Ε. , κάτοικος εν ζωή .... Πλησιέστερους συγγενείς του κατέλειψε την ενάγουσα κόρη του που είχε αποκτήσει από τον γάμο του με την Α. Σ. από την οποία είχε διαζευχθεί, τις δύο πρώτες εναγόμενες κόρες του τις οποίες απέκτησε από τον δεύτερο νόμιμο γάμο του και την τρίτη εναγόμενη σύζυγό του με την οποία ο γάμος του δεν λύθηκε έως τον θάνατό του.
Μοναδικοί, επομένως, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και νόμιμοι μεριδούχοι του, έκαστος κατά ποσοστά ... είναι τα ανωτέρω τέκνα του και η σύζυγός του. Με την δημόσια διαθήκη του ... που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Σ. του Χ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης ... του Ειρηνοδικείου ..., όρισε τα ακόλουθα: "Εγκαθιστώ και ονομάζω κληρονόμους μου α) την σύζυγό μου Α., ως ισόβια επικαρπώτρια σε όλη την ακίνητη περιουσία μου...β) τη θυγατέρα μου Π.
ως ψιλή κυρία στο ισόγειο κατάστημά μου και στο διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου και γ) την θυγατέρα μου Κ. ως ψιλή κυρία στο διαμέρισμα του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου και στο δικαίωμα περαιτέρω δόμησης. Τα διαμερίσματα, το κατάστημα και το υψούν ευρίσκονται στην οικοδομή της ... Στην θυγατέρα μου Σ.
δεν αφήνω τίποτε στην οικοδομή αυτή διότι κατά, την διάρκεια του γάμου μου με την μητέρα της οτιδήποτε κτίστηκε στην ..., έγινε από την εργασία μου και δεν τα διεκδίκησα από την πρώτη (τέως) σύζυγό μου, οπότε θα περιέλθουν στην ίδια μέσω της μητέρας της αντί μέσω εμού τα χτίσματα εκείνα..." Στην κληρονομιά του διαθέτη ανήκαν τα ακόλουθα ακίνητα: 1) το με στοιχεία 1-2 κατάστημα του ισογείου επιφάνειας ... (ΚΛΕΚ ...), το οποίο αποτελείται από μία αίθουσα με αποχωρητήριο και πατάρι, έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας ...
εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και συνορεύει βόρεια με οδό ..., εφ' ης έχει είσοδο και εν μέρει με κλιμακοστάσιο οικοδομής, νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, ανατολικά με κεντρική είσοδο οικοδομής και δυτικά με ακάλυπτο χώρο ιδιοκτησίας Γ. Κ., με αντικειμενική αξία ... (σχ. φύλλο υπολογισμού που προσκομίζεται) 2) το με στοιχεία Α-2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής (ΚΑΕΚ ...) επιφάνειας ...
τ.μ. αποτελούμενο από τέσσερα δωμάτια κουζίνα και αποχωρητήριο. με ποσοστό συνιδιοκτησίας ... εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και όρια βόρεια οδό ... φωταγωγό και με στοιχεία Α-1 διαμέρισμα, νότια πλατύσκαλο ορόφου και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, ανατολικά το Α-1 διαμέρισμα, πλατύσκαλο ορόφου, κλιμακοστάσιο, φωταγωγό και Α-1 διαμέρισμα και δυτικά με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και ιδιοκτησία ‘I..
Κ., αντικειμενικής αξίας ... ( σχ. το φύλλο υπολογισμού που προσκομίζεται) 3) το με στοιχεία Β 1 διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής (ΚΑΕΚ ...) επιφάνειας ... αποτελούμενο από δύο δωμάτια κουζίνα αποχωρητήριο, έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας ... εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και όρια βόρεια την οδό ...
και κλιμακοστάσιο, νότια πλατύσκαλο ορόφου και ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, ανατολικά ιδιοκτησία X..Π. και δυτικά Β-2 διαμέρισμα, πλατύσκαλο, κλιμακοστάσιο και φωταγωγό, αντικειμενικής αξίας ... (σχ. φύλλο υπολογισμού που προσκομίζεται) και δ) το ... εξ αδιαιρέτου από το δικαίωμα υψούν (ΚΑΕΚ ...) με ποσοστό εξ αδιαιρέτου ...
επί του όλου οικοπέδου αντιστοιχούντα σε ... για την περίπτωση ανέγερσης και ετέρων ορόφων, αντικειμενικής αξίας ... ( σχ. φύλλο υπολογισμού που προσκομίζεται) . Οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες δημιουργήθηκαν με την ... πράξη του συμβολαιογράφου ... Χ. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα και βρίσκονται επί πολυώροφης οικοδομής ανεγερθείσας επί οικοπέδου που βρίσκεται στο Δήμο ...
στη θέση " ..." και επί της οδού ... αριθ. ..., εμβαδού ... απεικονίζεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΑ στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ., που είναι προσαρτημένο στην ανωτέρω πράξη σύστασης και συνορεύει βόρεια επί προσόψεως ΑΔ μήκους ... μέτρων με οδό ..., νότια επί πλευράς ΒΓ του σχεδιαγράμματος μήκους ...
μέτρων, με ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Κ., ανατολικά επί πλευράς ΕB μήκους ... μέτρων με ιδιοκτησία Χ.. Π. και δυτικά επί πλευράς ΓΔ μήκους ... μέτρων με ιδιοκτησία Κ.. Οι εναγόμενες, με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Σ. του Χ. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά. Οι τελευταίες πρόβαλλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρουν με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι ο κληρονομούμενος σύμφωνα και με όσα αναφέρει στην ένδικη διαθήκη του, είχε διαθέσει χρήματα για την ανέγερση διώροφης οικίας ιδιοκτησίας της πρώην συζύγου του και μητέρας της ενάγουσας τα οποία αποτελούσαν χαριστική παροχή προς την ίδια και πρέπει να καταλογιστούν στη νόμιμη μοίρα της.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού το περιουσιακό στοιχείο για την ανέγερση του οποίου ο κληρονομούμενος διέθεσε χρήματα δεν ανήκει στην ενάγουσα ούτε με κάποιο τρόπο περιήλθε στην ίδια ούτε προηγουμένως στην κυριότητα του αποβιώσαντος πατέρα της ώστε να συνυπολογιστεί στη νόμιμη μοίρα αυτής, αφού για τον καταλογισμό οποιωνδήποτε παροχών πρέπει η ωφέλεια να προέρχεται κατ' ευθείαν από την περιουσία του κληρονομούμενου και όχι από κάποιον τρίτο.
Έτσι αφού δεν υπάρχουν χρέη ή άλλες παροχές προς τους μεριδούχους ή τρίτους η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας ως νόμιμης μεριδούχου ανέρχεται στο ... εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιά/toν ακινήτων, των οποίων δεν παρίσταται ανάγκη εκτιμήσεως της αξίας αφού η μεριδούχος ζητεί να λάβει ποσοστό εξ αδιαιρέτου αυτών......
Εξάλλου δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι η ενάγουσα παραιτήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από το επίδικο κληρονομικό της δικαίωμα, αλλά αντίθετα ενήργησε, με την αποστολή προς τις εναγόμενες της από ... εξώδικης δήλωσης που επιδόθηκε σ' αυτές νόμιμα και με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, για την διεκδίκηση αυτού, εντός όχι μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς εν τω μεταξύ να δημιουργήσει την πεποίθηση στις εναγόμενες ότι δεν θα τις ασκήσει.
Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή , να αναγνωριστεί η ενάγουσα νόμιμη μεριδούχος του πατέρα της Π. Τ. του Ε., κατά ποσοστό ... εξ αδιαιρέτου στα προαναφερόμενα ακίνητα της κληρονομιάς του και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τα αποδώσουν στην ενάγουσα κατά το εν λόγω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, δέχθηκε την υπό κρίση αγωγή δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς τις -αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς τα όσα αντίθετα προς τις πιο πάνω παραδοχές οι εκκαλούσες με την έφεσή τους υποστηρίζουν είναι αβάσιμα και απορριπτέα.".
Ακολούθως απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη τυγχάνει εξ αδιαθέτου κληρονόμος και νόμιμος μεριδούχος του αποβιώσαντος την ... στο ... Π. Τ., τέκνο του από το γάμο του με την Α. Σ. από την οποία είχε διαζευχθεί, μετά των αναιρεσειουσών και δη των δύο πρώτων εναγομένων θυγατέρων του που απέκτησε από το δεύτερο γάμο του με την τρίτη εναγομένη σύζυγό του και την τελευταία σύζυγό του, ο οποίος (αποβιώσας) με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμους του τις εναγόμενες, εκάστη επί των περιγραφομένων ακινήτων της αναφερόμενης εμπορικής και αντικειμενικής αξίας, τα οποία και αποτελούσαν την κληρονομιαία περιουσία του, με την σ'αυτήν (διαθήκη) μνεία ότι δεν αφήνει τίποτα στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, διότι κατά τη διάρκεια του γάμου του με την μητέρα της οτιδήποτε κτίστηκε στην ...
έγινε από την εργασία του και δεν τα διεκδίκησε από την τέως σύζυγό του, οπότε θα περιέλθουν στην ίδια μέσω της μητέρας της και ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη διαθήκη του αποβιώσαντος "διάθεση χρημάτων" αποτελούσε χαριστική παροχή προς την ίδια, καταλογιστέα στη νόμιμη μοίρα της είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς το περιουσιακό στοιχείο για την ανέγερση του οποίου ο κληρονομούμενος διέθεσε χρήματα δεν ανήκε στην ενάγουσα, ούτε με κάποιο τρόπο περιήλθε στην ίδια, ούτε προηγουμένως στην κυριότητα του αποβιώσαντος πατέρα της, ώστε να υπολογιστεί στη νόμιμη μοίρα αυτής, ως ωφέλεια προερχόμενη από κάποιο τρίτο και όχι κατ' ευθείαν από την περιουσία του κληρονομούμενου και ακολούθως δέχθηκε ότι, αφού δεν υπήρχαν άλλα χρέη ή άλλες παροχές προς τους μεριδούχους ή τρίτους η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας ως νόμιμης μεριδούχου ανέρχεται στο ...
εξ αδιαιρέτου επί όλων των κληρονομιαίων ακινήτων, κληρονομικό δικαίωμα από το οποίο δεν παραιτήθηκε, στο οποίο και αναγνωρίστηκε και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες να της το αποδώσουν. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ του πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1710, 1713, 1820, 1825, 1827, 1829, 1831,1833 1839 Α.Κ.
τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά απ' αυτόν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις , όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος της ενάγουσας επί της νόμιμης μοίρας, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της Π.
Τ., επί της κληρονομιαίας περιουσίας που αυτός κατέλειπε και σχετικά με το ζήτημα ότι οι αναφερόμενες στη διαθήκη "καταβολές" στην μητέρα της αναιρεσίβλητης για την ανέγερση της αναφερόμενης οικοδομής κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους δεν συνιστούσαν καταβολές προς την ίδια την αναιρεσίβλητη και δεν συνυπολογίζονται στην εύρεση της αξίας της νόμιμης μοίρας.
Συνεπώς όσα αντίθετα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι συνιστούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των προαναφερομένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή στην έννοια της παροχής "με άλλο τρόπο" του άρθρου 1831 παρ. 2 Α.Κ., στην οποία όπως αποδείχθηκε εντάσσεται και η κατασκευή και ανακαίνιση της αναφερόμενης κατοικίας (ιδιοκτησίας της τέως συζύγου του- μητέρας της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας) η οποία και προορίζεται για την ενάγουσα και δικαιολογεί το χαρακτηρισμό της "παροχής χωρίς αντάλλαγμα" ή "δωρεάς είτε με άλλο τρόπο" και συνεπώς τυγχάνει συνυπολογιστέα στη νόμιμη μοίρα της, είναι απαράδεκτες, καθώς με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του προαναφερόμενου ισχυρισμού τους και στη στήριξη των απόψεών τους για το χαρακτηρισμό αυτής ως συνεισεκτέα στη νόμιμη μοίρα εισφοράς, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ομοίως οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις , με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια των ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με τον προσδιορισμό του ακριβούς χρόνου κατά τον οποίο λαμβάνεται υπόψη η αξία της κληρονομίας του αποβιώσαντος, μη διευκρινιζόμενης της εν τέλει λαμβανομένης υπόψη αξίας της (εμπορικής ή αντικειμενικής) είναι απορριπτέες, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενες, δεδομένου ότι αντικείμενο της ένδικης διαφοράς ήταν η αναγνώριση της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης και η απόδοση αυτούσιου του εν λόγω ποσοστού της επί κάθε κληρονομιαίου στοιχείου που είχε καταληφθεί από τις αναιρεσείουσες-εναγόμενες, και μη υπάρχουσας άλλης χαριστικής παροχής καταλογιστέας στη νόμιμη μοίρα, δεν παρίστατο ανάγκη εκτιμήσεως και συγκρίσεως της αξίας της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας .
Απορριπτέος εξάλλου για την ίδια αιτία τυγχάνει και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ήτοι της αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας αναφορικά με τη συνδρομή της διαδικαστικής προϋπόθεσης της καθ' ύλην αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, δεδομένου και ότι λαμβανομένης υπόψη είτε της εμπορικής, είτε της αντικειμενικής αξίας της αιτηθείσας νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης, η αγωγή της υπαγόταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1.
Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ1419/2023, Α.Π.353/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα.
Εξαίρεση από τον ως άνω κανόνα εισάγεται από το αρθ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι α) όταν η παράβαση δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) όταν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η συνδρομή όμως των ως άνω εξαιρέσεων πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του λόγου αναίρεσης με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή, η έφεση ή οι προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 57/1998, Α.Π. 1419/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 19 Κ.Πολ.Δ, πλημμέλειες, συνισταμένες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, διότι εφόσον δέχθηκε ότι με τις διατάξεις της διαθήκης προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας και ήσαν, κατά τούτο, αυτοδικαίως άκυρες, δεν απαιτείτο η εκ μέρους της προσβολή της διαθήκης με την ένδικη περί κλήρου αγωγή, η οποία έπρεπε να απορριφθεί ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
του εφετηρίου εγγράφου, τέτοιος ισχυρισμός ως λόγος εφέσεως δεν προτάθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και ως αβάσιμος, καθώς το έννομο συμφέρον της ενάγουσας, το οποίο στήριζε, κατά νόμο, την άσκηση της αγωγή της, συνίστατο, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή περιστατικά, στην αντιποίηση από πλευράς των εναγομένων του κληρονομικού της δικαιώματος και κατακράτηση από μέρους τους των κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία (περιστατικά δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον της για την αναγνώριση του κληρονομικού της δικαιώματος και την υποχρέωση των εναγομένων να της αποδώσουν αυτούσιο το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της επί των ως άνω ακινήτων.
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, αλλά αντίθετα, απέρριψε την έφεση των εναγομένων, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι, με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή, και, κατ' εκτίμηση του αιτητικού αυτής αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης ως νόμιμης μεριδούχου επί της περιγραφόμενης κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της και υποχρέωσε τις εναγόμενες- αναιρεσείουσες, στην απόδοση του εκ ...
εξ αδιαιρέτου ποσοστού της νόμιμης μοίρας της επί της κληρονομιαίας περιουσίας, δεν υπέπεσε στις εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 19 πλημμέλειες.
ΙV) Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, ως ηττηθείσες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από ... αίτηση και τους από ... πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ....
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (...) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ