Legislator Case Law & Legislation
538/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment regarding lost income and moral damages.

Case Number 538/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to overturn a lower court judgment on insurance liability. While the court rejected arguments concerning the proportionality principle regarding moral damages because no compensation was awarded on that specific claim, it found the lower court's assessment of lost income and the amount of compensation under Article 931 of the Civil Code to be flawed. Consequently, the case was remitted to the Athens Court of First Instance for further examination of the specific grounds for reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 577, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's assessment of damages or the application of the principle of proportionality is erroneous, remitting the case for further trial on the specific grounds of reversal.

Keywords

AI generated
appeal procedure insurance liability lost income damages principle of proportionality remittal to lower court legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 931 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 538 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 538/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 4-11-2021 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και ήδη "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καρα?σκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 2-11-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10-11-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρίας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 791/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2584/2018 μη οριστική και 1120/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 02-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2155/216/03-03-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1120/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 7850 θ'/08-07-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Ι. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 02-03-2020 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1120/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (05-11-2021) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.

Σ.. Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τα άρθρα 298 και 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δε περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα εξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

Γι' αυτό όταν προκύπτει και κάποια ωφέλεια από την εν λόγω αιτία, που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από τη γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 Α.Κ. (AΠ 1635/2018).

Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 930 Α.Κ., το οποίο αναφέρεται στην κατ` άρθρο 928-929 Α.Κ. υποχρέωση αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, ορίζεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.

Με τη διάταξη αυτή o νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικά για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημίωσης ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση, όπως προαναφέρθηκε, από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους (Ολομ.

ΑΠ 807/1973). Συγκεκριμένα, η Α.Κ. 930 παρ. 3 αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης από το ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του.

Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Ο παραπάνω σκοπός της Α.Κ. 930 παρ. 3 επιβάλλει την όσο το δυνατόν ευρεία ερμηνεία αυτής. Σύμφωνα έτσι με την παραπάνω γενική αρχή, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., παρά το ότι από τη γραμματική διατύπωσή της φαίνεται να αφορά στις περιπτώσεις, που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αυτή εφαρμόζεται σε κάθε παροχή τρίτου, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, είτε γίνεται εκουσίως, χωρίς νομική υποχρέωση και αποβλέπει στην άρση ή μείωση των συνεπειών της προσβολής κατά της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου και όχι να ωφελήσει το βλάψαντα, του οποίου αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημιώσεως.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι "άλλος" με την έννοια της Α.Κ. 930 παρ. 3 μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, όπως λ.χ. το Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λ.π.. Επομένως, κατ` εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτου, και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 384/2013, ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009).

Ειδικότερα, η υποχρέωση του τρίτου προς παροχή μπορεί να στηρίζεται και σε σχέση δημοσίου δικαίου, όπως στην περίπτωση που παρέχεται από το Δημόσιο μισθός ή από ασφαλιστικό φορέα σύνταξη σε πρόσωπο, που δεν μπορεί να προσφέρει εργασία λόγω ανικανότητάς του από ατύχημα. Η δυνατότητα αυτή για την απόκτηση, δηλαδή, από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης που του οφείλει αυτός που τον ζημίωσε και της παροχής του τρίτου, δεν υφίσταται, μόνο όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 116/2010, ΑΠ 598/2009), είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 6 του Ν. 3518/2006, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α' 272/21-12-2006 και έκτοτε τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 1656/1964 έχει ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και στον ΟΓΑ (ΑΠ 1111/2012, ΑΠ 347/2009, ΑΠ 1127/2002).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 19/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1120/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθμ. 3152/28.6.2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και υπ' αριθμ. 2395/14.5.2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από άσκηση αντίθετων εφέσεων κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (πλην του κεφαλαίου της υπ' αριθμ. 3152/2007 απόφασης, που αφορούσε την υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς το σχετικό κεφάλαιο, λόγω μη προσβολής της κατά τούτο με έφεση), που έκριναν επί της προγενέστερης από 6.2.2007 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 31152/1536/9.2.2007 αγωγής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, Ι.

Μ. κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσίβλητων, Γ. Σ. και ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", αντίστοιχα και η οποία στηριζόταν στην ίδια κατά την ιστορική και νομική αιτία, αδικοπραξία στην οποία στηρίζεται και η κρινόμενη αγωγή, προκύπτει δεδικασμένο (άρθρο 321 ΚΠολΔ) μεταξύ άλλων, για τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Α) Ότι, στις 7.10.2005 και περί ώρα 15:50, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, Γ. Σ., οδηγώντας το με αριθμό ... Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", από αποκλειστική υπαιτιότητά του συγκρούστηκε, στην Αθήνα επί της Λεωφόρου Κηφισού, στο ύψος της γέφυρας Κολοκυνθούς, με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ενάγων, Ι. Μ., με συνέπεια τις υλικές ζημίες του αυτοκινήτου του ενάγοντα και τον τραυματισμό του. Β) Ότι συνυπαίτιος στην επέλευση του τραυματισμού του και στην έκταση της ζημίας του, συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ιδίου του ενάγοντος κατά ποσοστό 20%. Γ) Ότι ο ενάγων, μετά το ένδικο ατύχημα και των οχλήσεων που αισθάνθηκε στη μέση του, μετέβη στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης από τους εφημερεύοντες ιατρούς της Ορθοπεδικής Κλινικής, ο οποίος έδειξε πιθανό ρωγμώδες κάταγμα δεξιάς εγκάρσιας αποφύσεως του 5ου οσφυϊκού σπονδύλου.

Προς τούτο του συνεστήθη μαλακό κολάρο αυχένος, φαρμακευτική αγωγή και αναρρωτική άδεια επτά (7) ημερών. Στις 14.10.2005 μετέβη και πάλι στο πιο πάνω νοσοκομείο, παραπονούμενος για αιμωδίες του αριστερού άνω άκρου και υποβλήθηκε σε νέο ακτινολογικό έλεγχο, από τον οποίο όμως δεν διαπιστώθηκαν νευρολογικά ευρήματα.

Ωστόσο, του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια τεσσάρων ημερών και του συνεστήθη επανέλεγχος. Στις 18.10.2005 μετέβη εκ νέου στο ΚΑΤ παραπονούμενος για ιλίγγους και αιμωδίες στο δεξιό κάτω άκρο και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μιας εβδομάδας. Στις 2.10.2005, στη προσπάθειά του σηκωθεί από το κρεβάτι του, εξαιτίας των ιλίγγων και του τραυματισμού του αυχένα του, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στο πάτωμα, με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο δεξιό του χέρι.

Στο νοσοκομείο ΚΑΤ, που μετέβη αμέσως μετά, διαπιστώθηκε ρωγμώδες κάταγμα ονυχοφόρου φάλαγγας του δεξιού αντίχειρα και κάκωση ωλένιου πλάγιου συνδέσμου δεξιάς μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης. Προς τούτο του τοποθετήθηκε νάρθηκας Zimmer και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και νέα αναρρωτική άδεια δέκα (10) ημερών μέχρι τις 2.11.2005, ενώ του απαγορεύθηκε μέχρι την αποκατάσταση του τραύματος του αντίχειρά του, να τον χρησιμοποιεί για γράψιμο ή για την εκτέλεση χειρωνακτικών εργασιών .....ότι ο τραυματισμός αυτός τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, γιατί προκλήθηκε από την πτώση του συνεπεία των ιλίγγων που του προκάλεσε το ατύχημα.

Ακολούθως, στον ενάγοντα μετά από επανειλημμένες επισκέψεις του στο ΚΑΤ, στις 2.11.2005, 11.11.2005 και 15.11.2005, χορηγήθηκαν επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες μέχρι τις 29.11.2005. Την ημερομηνία αυτή μετά από εξετάσεις στο Δ' Ορθοπεδικό Τμήμα του ιδίου νοσοκομείου διαπιστώθηκε "οξεία εμμένουσα μετατραυματική οσφυαλγία, ισχυαλγία δεξιού κάτω άκρου μετά νευρολογικών ελλειμμάτων εκ της Ο5, I1 ρίζας".

Του συνεστήθη η λήψη φαρμακευτικής αγωγής και η υποβολή σε είκοσι (20) φυσικοθεραπείες, ενώ του χορηγήθηκε νέα αναρρωτική άδεια δέκα (10) ημερών. Στη συνέχεια επισκέφθηκε το ΚΑΤ στις 8, 13 και 20 Δεκεμβρίου 2005, ανανεώνοντας συνεχώς την αναρρωτική του άδεια, ενώ στις 3.1.2006 διαπιστώθηκε δισκοκήλη μεσοσπονδυλίου διαστήματος 04-05 και του συνεστήθη να υποβληθεί εκ νέου σε είκοσι (20) φυσικοθεραπείες, ενώ έλαβε αναρρωτική άδεια είκοσι (20) ακόμη ημερών.

Στις 31.1.2006 του συνεστήθη να υποβληθεί σε δέκα πέντε (15) φυσικοθεραπείες και έλαβε αναρρωτική άδεια μιας εβδομάδας. Στις 7.2.2006 διαπιστώθηκε δισκοκήλη μεσοσπονδυλίου διαστήματος 04-05 με νευρολογικά ενοχλήματα και έλαβε δεκαήμερη αναρρωτική άδεια. Στις 3.3.2006 η εκ νέου ιατρική του εξέταση στο ΚΑΤ, κατέληξε στην ίδια διάγνωση, αλλά διαπιστώθηκε γενικότερη βελτίωση της υγείας του και του επετράπη να επιστρέψει στην εργασία του.

Στις 5.5.2006 ο χειρούργος - ορθοπεδικός Ν. Δ. διαπίστωσε μετατραυματική νευραλγία επί εδάφους "ΚΜΔ 04-0.5" και του συνεστήθη να υποβληθεί σε είκοσι (20) λουτροθεραπείες. Ο ίδιος ιατρός στις 28.8.2006 διαπίστωσε ότι ο ενάγων παρουσίαζε οσφυοισχυαλγία με νευρολογική συμπτωματολογία και του συνέστησε εικοσαήμερη αναρρωτική άδεια.

Ανάλογη διάγνωση έγινε στις 14.9.2006, οπότε έλαβε επταήμερη αναρρωτική άδεια. Ο ενάγων εξετάστηκε εκ νέου στο Ε' Ορθοπεδικό Τμήμα του ΚΑΤ, στις 21.9.2006 με εμμένουσα οσφυαλγία και του συνεστήθη να υποβληθεί και πάλι σε είκοσι (20) φυσικοθεραπείες, ενώ έλαβε νέα αναρρωτική άδεια είκοσι (20) ημερών. Αντίστοιχα συμπτώματα διαπιστώθηκαν σε όλες τις επαναλαμβανόμενες ιατρικές εξετάσεις του ενάγοντος, στις οποίες υποβλήθηκε στο ΚΑΤ και από ιδιώτες ιατρούς, μέχρι τα τέλη του έτους 2006, κατά τις οποίες του χορηγούνταν επαναλαμβανόμενες αναρρωτικές άδειες μέχρι τις 26.12.2006, ενώ παράλληλα του συνεστήθη να υποβληθεί συνολικά σε πενήντα (50) φυσικοθεραπείες.

Στη συνέχεια, στις 15.4.2011, ο ενάγων εξετάστηκε από τον ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 30/2010 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πραγματογνώμονα ιατρό χειρούργο-ορθοπεδικό Σ. Α. Τ., στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης μεταξύ αυτού και των εναγόμενων, παρουσία του τεχνικού συμβούλου της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, ιατρού Α.

Μ., ο οποίος πραγματογνώμονας αναφέρει στην υπ' αριθμ. …/27.7.2011 έκθεσή του, ότι ο ενάγων συνεπεία του ένδικου ατυχήματος υπέστη κάκωση της σπονδυλικής στήλης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο τραυματισμός μεσοσπονδυλίων δίσκων, συνδέσμων και κατ' έκταση σπονδυλο-σπονδυλικών αρθρώσεων και ότι η σταδιακή επιδείνωση της κλινικής εικόνας και των νευρολογικών ελλειμμάτων αποδίδεται στη βαθμιαία μετατραυματική εκφύλιση των μεσοσπονδύλων δίσκων (2) και (3) και σπονδυλο-σπονδυλικών αρθρώσεων, η δε πάθηση αυτή της σπονδυλικής στήλης και η νοσηρή κατάσταση την οποία εμφανίζει ο ενάγων, εμφανίστηκαν αμέσως μετά το ατύχημα και είναι απότοκα του ατυχήματος.

Περαιτέρω αναφέρει (ο διορισθείς πραγματογνώμονας) ότι ο ενάγων κατά την βάδιση εμφανίζει χωλότητα κατά το δεξιό κάτω άκρο και ότι ο ίδιος παραπονείται για επίμονα, χρόνια άλγη κατά την αυχενική και οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, τα οποία αντανακλούν στο δεξιό κάτω άκρο και επιδεινώνονται επί παρατεταμένης ορθοστασίας ως και καθιστικής στάσης αυτού.

Ακόμη ότι, κατά την εξέταση δεικνύεται σοβαρός περιορισμός του εύρους κίνησης των πασχόντων τμημάτων της σπονδυλικής στήλης, διαταραχή της κινητικότητας και αισθητικότητας του αριστερού και δεξιού κάτω άκρου, καθώς και ότι διαπιστώθηκε κατά την εξέταση αιφνίδια απώλεια της ισορροπίας αυτού, ενώ βρισκόταν σε καθιστική θέση.

Καταλήγοντας ο ως άνω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι ο ενάγων, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της μετατραυματικής εξέλιξης των αρχικών βλαβών, εμφανίζει μόνιμο ποσοστό αναπηρίας, το οποίο κυμαίνεται περί το 45% και αιτία της ανικανότητας αυτής αποτελούν τα συμπτώματα, τα οποία προέκυψαν εκ των δισκοκήλων και των συνεπεία αυτών ασκούμενων πιέσεων επί του νωτιαίου μυελού και των νευρικών ριζών εκφυομένων εξ αυτού, όπως και οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις στα οπίσθια αρθριτικά στοιχεία του πάσχοντος ως και των παρακείμενων σπονδύλων, οι οποίες προέκυψαν κατά το μετατραυματικό διάστημα ως απότοκοι των αρχικών κακώσεων.

Ο διορισθείς από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, τεχνικός σύμβουλος Α. Μ., χειρούργος-ορθοπεδικός, αναφέρει στην από 21.10.2011 έκθεσή του, ότι ο ενάγων υπέστη τις ίδιες ως άνω κακώσεις από υπερέκταση της σπονδυλικής στήλης και ότι παρουσίασε σταδιακή επιδείνωση της κλινικής εικόνας, η οποία περιγράφεται στις ιατρικές γνωματεύσεις, αργότερα, ως "οξεία εμμένουσα μετατραυματική οσφυαλγία-ισχυαλγία ΔΕ κάτω άκρου μετά νευρολογικών ελλειμμάτων εκ της Ο5, I1 ρίζας".

Αναφέρει όμως ότι η ακτινολογική εικόνα του μεσοσπονδυλίου διαστήματος 04-05 στην αξονική τομογραφία της ΟΜΣΣ (21.11.2005) δεν είναι χαρακτηριστική μετατραυματική εικόνα και ότι μπορούσε να προϋπήρχε του ένδικου ατυχήματος χωρίς ή με αβληχρά (ασθενή) συμπτωματολογία. Τέλος, αναφερόμενος στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος κατά το χρόνο εξέτασής του, σημειώνει ότι ο ενάγων παρουσίαζε σοβαρό περιορισμό της κίνησης του αυχένα με διαταραχή της αισθητικότητας του ΑΡ άνω άκρου (υπαισθησία) και ήπια ελαττωμένη μυϊκή ισχύ του τρικέφαλου -βραχιονίου μυός και των καμπτήρων δακτύλων του ΑΡ άνω άκρου.

Επίσης, παρουσίαζε περιορισμό της κίνησης οσφύος με διαταραχή της αισθητικότητας του ΑΡ σκέλους (υπαισθησία) και ήπια ελαττωμένη μυϊκή ισχύ μυών μηρού και κνήμης και καταλήγοντας θεωρεί ότι ο ενάγων παρουσιάζει ποσοστό μόνιμης-μερικής αναπηρίας 25%. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποτελούν περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 3152/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε βάρος των νυν εναγόμενων, επί της ως άνω από 6.2.2007 προηγούμενης (1ης) αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος επιδίωκε, εκτός άλλων, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας για εργασία κατά τα χρονικά διαστήματα από 7.10.2005 μέχρι 8.3.2006 και από 28.8.2006 μέχρι 26.12.2006, που έλαβε τις παραπάνω αναρρωτικές άδειες εξαιτίας του τραυματισμού του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και της, μετά από άσκηση έφεσης των εναγόμενων (ο ενάγων άσκησε αντέφεση με τις προτάσεις του), εκδοθείσας υπ' αριθμ. 2395/14.5.2012 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό περαιτέρω, ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως υπάλληλος στην Εμπορική Τράπεζα, στην οποία είχε προσληφθεί από τις 26.7.1973 και ότι συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του αναγκάστηκε να απουσιάσει από την εργασία του, λαμβάνοντας καθ' υπόδειξη των θεραπόντων ιατρών του τις παραπάνω αναρρωτικές άδειες, ότι οι μικτές αποδοχές του κατά το χρόνο ατυχήματος ανέρχονταν στο ποσό των 3.449,37 ευρώ και ότι τα διαφυγόντα κέρδη του κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα ανήλθαν στο ποσό των 33.032,32 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων μέχρι 26.12.2006.

Κατά συνέπεια, όπως προκύπτει σαφώς από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου επί της υπό κρίση μεταγενέστερης αγωγής, εκτός άλλων, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, η ευθύνη του νυν πρώτου εναγόμενου οδηγού του ασφαλισμένου στη δεύτερη νυν εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ζημιογόνου αυτοκινήτου, η συνυπαιτιότητα του ενάγοντα στην επέλευση και έκταση της ζημίας του και η αποθετική ζημία του ενάγοντος, που αναφέρεται στον ορισθέντα με την πρώτη αγωγή χρόνο, δηλαδή έως 26.12.2006, για τον οποίο του επιδικάστηκε αποζημίωση, όχι όμως και για την επίδικη (αποθετική) ζημία του, η οποία ανάγεται σε μεταγενέστερο της πρώτης αγωγής χρόνο, γιατί αυτή δεν κατέστη αντικείμενο έρευνας στην τελεσιδίκως κριθείσα προγενέστερη αγωγή.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση, λόγω απώλειας εισοδημάτων του από μισθούς που αντιστοιχούν σε ιεραρχικά ανώτερες θέσεις, που θα προάγονταν μελλοντικά, αν δεν είχε προώρως αποχωρήσει από την εργασία του, λόγω του τραυματισμού του, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 16.12.2008 έως 31.12.2015) από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής:

Ο ενάγων είχε προσληφθεί στις 26.7.1973 από την τραπεζική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" και από τότε παρείχε στη τράπεζα εξαρτημένη εργασία υπαλλήλου. Η σύμβαση εργασίας ήταν για ορισμένο χρόνο και συγκεκριμένα για τον χρόνο που προέβλεπε ο διέπων αυτή Οργανισμός Προσωπικού της εργοδότριας τραπεζικής εταιρίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με την από 11.11.1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 46806/10314/1077 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας (Β' 1255).

Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Οργανισμού, οι συμβάσεις εργασίας λύνονται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του εργαζόμενου, εφόσον έχει αυτός συμπληρώσει και 35 συντάξιμα έτη σε κύριο και επικουρικό φορέα ασφάλισης. Αν δεν έχει συμπληρώσει τα συντάξιμα έτη, η διάρκεια της σύμβασης παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση των 35 συντάξιμων ετών ασφάλισης, όχι όμως πέραν του 62 έτους της ηλικίας για τους άνδρες.

Πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση της συμπλήρωσης 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, οι συμβάσεις εργασίας μπορούν να λυθούν μόνο για συγκεκριμένους προβλεπόμενους από τον Οργανισμό Προσωπικού σπουδαίους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και η λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζόμενου για τριάντα εργάσιμες ημέρες, οπότε η λύση επέρχεται με τη συμπλήρωση της τριακοστής ημέρας αδικαιολόγητης απουσίας.

Ο ενάγων, έχοντας συμπληρώσει τον Ιούλιο του έτους 2008, 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, δήλωσε εγγράφως προς την εργοδότριά του, με την από 15.12.2008 αίτησή του, ότι επιθυμεί να αποχωρήσει από 15.12.2008 από την υπηρεσία, όπως και έκανε. Η εργοδότρια αποδέχθηκε τη δήλωση του και η σύμβαση εργασίας λύθηκε με συμφωνία αμφοτέρων των μερών, στις 15.12.2008.

Παράλληλα δε, υπέβαλε και την από 15.12.2008 έγγραφη αίτησή του προς τον ασφαλιστικό του φορέα (ΕΤΑΤ) για τη χορήγηση σ' αυτόν σύνταξης γήρατος, με τα συνημμένα σ' αυτή δικαιολογητικά. Ο ενάγων ανέφερε στην από 15.12.2008 έγγραφη δήλωση παραίτησής του, ότι επιθυμεί να αποχωρήσει από την υπηρεσία για λόγους υγείας.

Από 18.5.2006 έως την λύση της εργασιακής του σύμβασης (15.12.2008), ο ενάγων υπηρετούσε (κατόπιν αιτήσεώς του) στη Διεύθυνση Εργασιακών Σχέσεων, ως Γενικός Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του συλλόγου εργαζομένων στην εργοδότρια τράπεζα. Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 3.12.2008 είχε ενημερώσει ότι λόγοι υγείας δεν του επιτρέπουν να συνεχίσει να ασκεί τα συνδικαλιστικά του καθήκοντα με τη δέουσα επιμέλεια και είχε υποβάλει την παραίτησή του από το συνδικαλιστικό όργανο, για την οποία εξέδωσε ο σύλλογος εργαζομένων ευχαριστήρια ανακοίνωση τον Ιανουάριο του έτους 2009.

Όπως προκύπτει από, τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τόσο η λύση της εργασιακής του σχέσης με την εν λόγω τράπεζα, όσο και η προηγηθείσα παραίτησή του από τη θέση του Γενικού Γραμματέα του συνδικαλιστικού οργάνου των εργαζομένων σ' αυτή, έλαβαν χώρα κατόπιν πρωτοβουλίας του ενάγοντα και όχι από την εργοδότρια τράπεζα, η οποία έως τη στιγμή της παραίτησης του ενάγοντα, δεν προκύπτει ότι έλαβε κάποιες δυσμενείς αποφάσεις ή μέτρα σε βάρος του ενάγοντος εξαιτίας της μη εκτέλεσης των υπαλληλικών του καθηκόντων, που να συνδέεται με τον τραυματισμό του.

Όμως, ο ως άνω τραυματισμός του υπήρξε ιδιαίτερα επιβαρυντικός για την υγεία του, λόγω της κάκωσης που υπέστη η σπονδυλική του στήλη κατά το επίδικο ατύχημα και της εμμένουσας οξείας οσφυαλγίας, συνεπεία αυτής (κάκωσης), που σημειωτέον δεν κατέστησε τον ενάγοντα ανίκανο προς εκτέλεση της εργασία του, δεδομένου ότι το ποσοστό της μερικής μόνιμης αναπηρίας εκ 45% δεν αποκλείει τη χρήση του σώματός του για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας του τραπεζικού υπαλλήλου, πλην όμως επηρέασε την απόδοσή του, αφού δεν του επέτρεπε να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα με την ίδια ένταση.

Αν είχε παραμείνει στην εργασία, θα έπρεπε να αποχωρήσει υποχρεωτικά την 1 Ιανουαρίου 2014, με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του (όντας γεννηθείς την 26.10.1955), εφόσον ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2008 είχε συμπληρώσει και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας. Η πρόωρη αποχώρησή του δεν επηρέασε το δικαίωμά του να λάβει πλήρη σύνταξη, είχε όμως το δικαίωμα, με βάση τον Οργανισμό Προσωπικού της εργοδότριας τραπεζικής εταιρίας, να παραμείνει στην υπηρεσία της μέχρι τη συμπλήρωση του πεντηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του και πιθανολογείται, με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ότι θα το είχε κάνει αν δεν είχε τραυματισθεί.

Ήταν υπάλληλος ενεργός, με συνδικαλιστική δράση και νέος στην ηλικία (53 ετών).

Συνεπώς, δεν θα αποχωρούσε πρόωρα αν δεν είχε τραυματισθεί, οπότε η αποχώρησή του συνδέεται αιτιωδώς με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου. Κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανολογείται ότι ο μισθός του μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας αποχώρησης, δεν θα είχε μειωθεί. Ωστόσο, ο ενάγων δεν έχει αξίωση διαφυγόντος κέρδους μέχρι το τέλος του έτους 2013, με βάση τις παραπάνω αποδοχές του κατά το χρόνο της οικειοθελούς αποχώρησης του, λόγω συνταξιοδότησης, αλλά αντιθέτως, διεκδικεί τις αποδοχές που ελάμβαναν οι κατέχοντες θέση Υποδιευθυντού Α' (για το χρονικό διάστημα από 16.12.2008 μέχρι και την 15.12.2010) και εν συνεχεία το βαθμό και τη θέση του Διευθυντού Διεύθυνσης (από 16.12.2010 μέχρι και την 31.12.2015), για τις οποίες δεν μπορεί βάσιμα να πιθανολογηθεί ότι αποτελούν διαφυγόν του κέρδος, ότι δηλαδή αν παρέμεινε στην υπηρεσία του, θα είχε τοποθετηθεί σε θέση Υποδιευθυντού Α', λαμβάνοντας, στην προκειμένη περίπτωση, τις αντίστοιχες (επιπλέον) αποδοχές της θέσης (επιδόματα που συνδέονται με αυτή) και ότι εν συνεχεία θα είχε προαχθεί και τοποθετηθεί σε θέση Διευθυντού Διεύθυνσης, λαμβάνοντας τις αντίστοιχες μισθολογικές αποδοχές, που συνδέονται με το βαθμό και τη θέση αυτή.

Και τούτο διότι η ζημία αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται από άλλους αστάθμητους παράγοντες, δεδομένου ότι οι προαγωγές του προσωπικού των τραπεζών στις οργανικές θέσεις, από τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', αλλά και η τοποθέτηση σε θέσεις Υποδιευθυντή Α' και Διευθυντή, γίνεται κατόπιν αξιολόγησης των προσόντων των κρινόμενων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις - δελτία ή φύλλα ποιότητας, που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, που αποτελεί την ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου της εργοδότριας τράπεζας, που δεν μπορούν να πιθανολογηθούν από το δικαστήριο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ακόμη και αν εκτίθεντο στην αγωγή τα παραπάνω αξιολογικά στοιχεία των κρινόμενων και του ενάγοντα.

Αλλά ακόμη και αν κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ο ενάγων έχει αξίωση διαφυγόντος κέρδους μέχρι το τέλος του έτους 2013, με βάση τις παραπάνω αποδοχές του κατά το χρόνο της οικειοθελούς αποχώρησής του, λόγω συνταξιοδότησης (15.12.2008), οι οποίες σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις της εργοδότριας τράπεζας, ανέρχονταν μικτές, στη μισθολογική αντιστοιχία του Υποδιευθυντή Α' και για 25 πλήρεις εργάσιμες ημέρες, στο ποσό των 4.109,27 ευρώ το μήνα, αυτές υπερκαλύπτονται από τις μικτές συντάξιμες αποδοχές του εκ ποσού 4.111,14 ευρώ μηνιαίως, για το επίδικο χρονικό διάστημα και συνεπώς αυτός δεν δικαιούται κανένα ποσό ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγόμενων περί συμψηφισμού κέδρους ζημίας, κατά το ποσό της μηνιαίας σύνταξής του, την οποία δεν θα ελάμβανε ως εργαζόμενος, η οποία είχε προταθεί παραδεκτά από τους εναγόμενους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρεται παραδεκτά με τις προτάσεις τους κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Επομένως, το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, ποσού 912.129,09 ευρώ, κρίνεται απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό, ο έκτος λόγος έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της ένδικης από 04-10-2010 αγωγής του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος περί επιδίκασης σ' αυτόν αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του για το χρονικό διάστημα από 16-12-2008 έως 31-12-2015, την οποία υπέστη εξ αιτίας του ένδικου ατυχήματος και επικύρωσε κατά τούτο την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 791/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο ως αναπόδεικτο.

Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, αν και δέχθηκε ότι η πρόωρη αποχώρηση του αναιρεσείοντος από την εργασία του συνδέεται αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη, που υπέστη από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου, εν τούτοις ακολούθως έκρινε ότι, ακόμη και αν κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ο αναιρεσείων έχει αξίωση διαφυγόντος κέρδους μέχρι το τέλος του έτους 2013, με βάση τις αποδοχές που ελάμβανε κατά το χρόνο της οικειοθελούς αποχώρησής του λόγω συνταξιοδότησης (15.12.2008), οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 4.109,27 ευρώ το μήνα, οι αποδοχές του αυτές υπερκαλύπτονται από τις συντάξιμες αποδοχές του εκ ποσού 4.111,14 ευρώ μηνιαίως, για το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι συνεπώς αυτός δεν δικαιούται κανένα ποσό ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγόμενων περί συμψηφισμού κέδρους- ζημίας, κατά το ποσό της μηνιαίας σύνταξής του, την οποία (σύνταξη) δεν θα ελάμβανε ως εργαζόμενος και ότι επομένως, το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, είναι απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και επίσης εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον η υποχρέωση των αναιρεσίβλητων - εναγομένων (υπαίτιου οδηγού και ασφαλιστικής αυτού εταιρείας) σε αποζημίωση του αναιρεσείοντος, δεν μπορεί να αποκρουστεί, επειδή τρίτος και στην προκειμένη περίπτωση ο συνταξιοδοτικός φορέας του αναιρεσείοντος, παρέχει σύνταξη σ' αυτόν λόγω της συνταξιοδότησής του εξ αιτίας της πρόωρης αποχώρησής του από την εργασία του, στην οποία (πρόωρη αποχώρηση) αυτός, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υποχρεώθηκε λόγω του ότι ο τραυματισμός από το ένδικο ατύχημα, που υπέστη εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου και η εξ αυτού προκληθείσα μερική μόνιμη αναπηρία του, δεν του επέτρεπαν να ασκεί προσηκόντως τα καθήκοντά του.

Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, ο αναιρεσείων δικαιούται να αξιώσει αθροιστικά την αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του, με βάση τις αποδοχές που ελάμβανε κατά το χρόνο της οικειοθελούς αποχώρησής του και την παροχή -σύνταξη του τρίτου (συνταξιοδοτικού του φορέα), το ποσό της οποίας (σύνταξης) δεν μπορεί να συνυπολογισθεί, ούτε να συμψηφιστεί προς την εν λόγω αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, διότι διαφορετικά οι αναιρεσίβλητοι - ζημιώσαντες θα ωφελούντο σε βάρος του παθόντος - αναιρεσείοντος και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ.

αποβλέπει να ωφελήσει τον προσβληθέντα και όχι τον βλάψαντα, του οποίου διαφορετικά αφήνεται άθικτη η υποχρέωση αποζημίωσης και εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, όχι μόνο στις περιπτώσεις που κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που ζημιώθηκε, αλλά σε κάθε περίπτωση παροχής τρίτου, από σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είτε στηρίζεται σε σύμβαση, είτε στο νόμο, ενώ επιπλέον, ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή δεν υπάρχει νομοθετική ρύθμιση που να αποκλείει τη σωρευτική απόληψη από τον αναιρεσείοντα - παθόντα και των δύο παροχών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της.

Κατόπιν της παραδοχής του προαναφερόμενου λόγου της αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου, δέκατου και ενδέκατου λόγων αυτής (κατά το μέρος που ο τελευταίος αφορά στο εν λόγω κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, ήτοι της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη), από τους αριθμούς 16, 1, 14, 12, 19, 11γ' και 1 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης (αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και ειδικότερα λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του εν λόγω γενόμενου δεκτού πρώτου αναιρετικού λόγου, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών ανωτέρω λόγων.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ. και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 929 ΑΚ, σε συνδυασμό προς την διάταξη του άρθρου 298 του αυτού Κώδικα, συνάγεται ότι αυτός, που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και εξ αιτίας αυτού κατέστη ολικά ή μερικά ανίκανος προς εργασία, έχει δικαίωμα να ζητήσει, από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, οτιδήποτε, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα κέρδιζε, αν δεν καθίστατο, εξ αιτίας της σωματικής βλάβης του, ανίκανος προς εργασία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του." Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης πάλι λόγω ηθικής βλάβης.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 1008/2015, ΑΠ 51/2011, ΑΠ 938/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Εξάλλου, για τη διαδικαστική πληρότητα και δη για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθμός 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, και σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ.

ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 510/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 550/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ.

από το ένδικο ατύχημα, δέχθηκε τα εξής : "Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 2395/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 6.2.2007 και με αριθμό κατάθεσης 31152/1536/2007 ως άνω προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος σε βάρος των νυν εναγόμενων, προκύπτει ότι, κατά την επιδίκαση της αρχικής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος, συνεπεία του ένδικου τραυματισμού, το ποσό της οποίας καθορίστηκε σε 15.000,00 ευρώ, κατά μερική παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμο του σχετικού κονδυλίου της άνω αγωγής, ποσού 40.500,00 ευρώ (κεφάλαιο το οποίο προσβλήθηκε με την έφεση των εναγόμενων και την αντέφεση του ενάγοντος), ως προσδιοριστικός παράγων, λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και η ως άνω μεταγενέστερη δυσμενής εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος και ιδιαίτερα η μετατραυματική εξέλιξη των αρχικών βλαβών με την εμφάνιση μόνιμου ποσοστού αναπηρίας 45%, εξαιτίας των συμπτωμάτων, τα οποία προέκυψαν εκ των δισκοκήλων και των συνεπεία αυτών ασκούμενων πιέσεων επί του νωτιαίου μυελού και των νευρικών ριζών εκφυομένων εξ αυτού, όπως και οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις στα οπίσθια αρθριτικά στοιχεία του πάσχοντος ως και των παρακείμενων σπονδύλων, κατά το μετατραυματικό διάστημα, ως απότοκοι των αρχικών κακώσεων, καθόσον η δυσμενής αυτή εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του, αναφέρονταν στην προαναφερθείσα έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, το περιεχόμενο της οποίας ελήφθη υπόψη από το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, εφόσον η επιδείνωση αυτή της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος, η οποία κατά τον άνω πραγματογνώμονα, χαρακτηρίζεται μόνιμη, που προήλθε από τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις του αρχικού τραύματος των μεσοσπονδύλων, είχε διαγνωσθεί σε κάθε περίπτωση, πριν την έκδοση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, από τον προαναφερθέντα ιατρό πραγματογνώμονα, την έκθεση του οποίου έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων το δικαστήριο εκείνο, κατά το σχηματισμό της παραπάνω κρίσης, μη αποδεικνυομένης από τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις του νοσοκομείου ΚΑΤ, που αφορούν το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 2007 έως και 2011, άλλης περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και μάλιστα απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που προαναφέρθηκε, η αξίωση που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη αγωγή του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πέραν εκείνης που του έχει επιδικαστεί με την ως άνω απόφαση, καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το κονδύλιο εκ ποσού 100.000,00 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι' αυτό, ο έκτος λόγος έφεσης του ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι το αγωγικό αίτημα του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος περί επιδίκασης σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικό αβάσιμο, επειδή καλύπτεται από το δεδικασμένο της υπ'αριθμ. 2395/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 6.2.2007 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος σε βάρος των νυν εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων και επικύρωσε κατά τούτο την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 791/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο.

Με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., καθόσον στερείται αιτιολογιών, άλλως διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς το εν λόγω αγωγικό του αίτημα περί επιδίκασης σ' αυτόν πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ποια περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση (όσον αφορά την αιτίαση της έλλειψης αιτιολογιών), ή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση (όσον αφορά την αιτίαση της ανεπάρκειας αιτιολογιών), ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, αναφορικά με το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο της επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς να αρκούν οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο γενικές εκφράσεις για "έλλειψη" και "ανεπάρκεια" αιτιολογιών και για στέρηση "νόμιμης βάσης".

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά το ανωτέρω αγωγικό κεφάλαιο, και ειδικότερα δεχόμενο ανελέγκτως ότι δεν αποδείχθηκε άλλη περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και μάλιστα απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που λήφθηκε υπόψη και αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 2395/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 6.2.2007 προηγούμενης αγωγής του, και ότι κατόπιν αυτών η αξίωση που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη μεταγενέστερη αγωγή του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πέραν εκείνης που του έχει επιδικαστεί με την ως άνω απόφαση, καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το κονδύλιο εκ ποσού 100.000,00 ευρώ για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (ΑΠ 876/2019). Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλέστηκε ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αλλά και όταν, παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως (απολύτως) βέβαιο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα (ΑΠ 68/2020).

Αντίθετα δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 879/2019, ΑΠ 1719/2017, ΑΠ 545/2017, ΑΠ 149/2016).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ένατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, όσον αφορά το αγωγικό του αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ., τα ακόλουθα έγγραφα: 1) τρείς φωτογραφίες του επιδίκου αυτοκινήτου του, 2) τα σχετικά του έγγραφα με αριθμούς 1β, 1γ, 1δ του συναδέλφου του Κ.

Π., 3) το σχετικό 1α, 4) τα σχετικά 2α, 2β και 2γ, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ελάμβανε σύνταξη από το ΕΤΑΤ, 5) τα σχετικά 3α, 3β, 3γ, 3ε, 3στ, 3ζ, εη, 3ι, 3κ και 3λ από τα οποία αποδεικνύεται η ηλικία και η οικογενειακή του κατάσταση, 6) τα σχετικά 4α και 4β, 7) τα σχετικά 5, 5α και 5β, από τα οποία αποδεικνύονται οι αποδοχές του Διευθυντή και συναδέλφου του Α.

Ί., 8) το σχετικό 1α, 9) τις με αριθμούς Νο 1, Νο 2, Νο 3, Νο 4, Νο 5 και Νο 6 φωτογραφίες του για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, 10) τη με ημερομηνία 05-07-2016 και με αριθμό γνωμάτευσης ... της Αβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΕΟΠΥΥ του υποκαταστήματος Αμαρουσίου, η οποία αναφέρει "καθήλωση σε αναπ. αμαξίδιο λόγω τροχαίου από το 2005 λόγω κινητικών προβλημάτων" και 11) τις με αριθμούς Νο 1α, Νο 1β, Νο 1γ, Νο 1δ, Νο 1ε, Νο 1στ, Νο 1ζ, Νο 1η, Νο 1θ και Νο 1ι και με ημερομηνία 18-10-2018 φωτογραφίες του για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του.

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι, πλην του ανωτέρω υπ' αριθμ. … εγγράφου, όλα τα υπόλοιπα δεν εξειδικεύονται και δεν καθορίζονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και αυτό έλαβε υπόψη του, μεταξύ των οποίων, όπως κατά λέξη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται : "από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας πρωτοδίκου και κατ'έφεση δίκης επί της από 6.2.2007 αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων, (δικόγραφα, ένορκες βεβαιώσεις, η από 27.7.2011 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού Σ.

Τ., ορθοπεδικού χειρούργου, που διορίστηκε με την υπ' αριθμ. 30/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και τη σχετική από 21.10.2011 έκθεση του τεχνικού συμβούλου, που διορίστηκε από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, που εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρα 387, 390 ΚΠολΔ), η υπ'αριθμ. 2395/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, χωρίς αυτό να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Η άποψη του αναιρεσειόντος ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, όσον αφορά το ανωτέρω αγωγικό αίτημα της επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακολούθως σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να το καθορίσει, κατά δίκαιη κρίση, σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειές της αναπηρίας ή παραμορφώσεως του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό της τυχόν συνυπαιτιότητάς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Είναι βεβαίως πρόδηλο ότι η, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμορφώσεως είναι διαφορετική από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ., αξίωση αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 441/2017, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 560/2013).

Και στην περίπτωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 Α.Κ. χρηματικής παροχής, όπως και στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του άρθρου 932 του Α.Κ., ο προσδιορισμός του επιδικαζόμενου εύλογου κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρηματικού ποσού, εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, και η περί αυτού κρίση του τελευταίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.

Επιβάλλεται όμως να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος], με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης πρόσθετης εκ του άρθρου 931 Α.Κ. χρηματικής παροχής πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 684/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 1051/2017).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το αγωγικό αίτημα της επιδίκασης στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 Α.Κ., δέχθηκε τα εξής : "Ακολούθως, προέκυψε ότι ο ενάγων (50 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), εξαιτίας του ανωτέρω τραυματισμού του στη σπονδυλική στήλη και ανωτέρω περιγραφόμενων εκφυλιστικών αλλοιώσεων του αρχικού τραύματος των μεσοσπονδύλων, υπέστη μερική μόνιμη αναπηρία.

Δικαιούται λοιπόν, πέρα από τη χρηματική ικανοποίηση και τα διαφυγόντα κέρδη, που του επιδικάστηκαν με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση, πρόσθετη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 Α.Κ. Η ως άνω περιγραφείσα κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, που συνιστά μερική αναπηρία, δεν επηρεάζει την οικονομική του αυτοτέλεια, όπως προαναφέρθηκε, επηρεάζει όμως άμεσα το κοινωνικό και οικογενειακό του μέλλον, αφού δεν είναι, πλέον, σε θέση να απολαύσει τις απλές χαρές της ζωής, όπως έναν περίπατο, ένα κοντινό ή μακρινό ταξίδι, να οδηγήσει αυτοκίνητο ή να ασχοληθεί με οποιαδήποτε δραστηριότητα χειρωνακτική ή ορθοστατική.

Αλλά και η κοινωνική του ζωή επηρεάζεται άμεσα, αφού όντας αναγκασμένος να περιορίζει τις μετακινήσεις του, λόγω των νευρολογικών συμπτωμάτων που εστιάζονται κυρίως στα κάτω άκρα, μοιραία περιορίζονται και οι κοινωνικές συναναστροφές και δραστηριότητές του. Έτσι προς αντιμετώπιση όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων που δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας του ενάγοντα και του ποσοστού συνυπαιτιότητας αυτού (20%), κρίνει ότι για την ανωτέρω αιτία πρέπει να του επιδικασθεί, ως πρόσθετη αποζημίωση, το ποσό 15.000,00 ευρώ, απορριπτόμενου του σχετικού κονδυλίου ως προς το επιπλέον ποσό, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. .......Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του εκτίμησε ότι το εν λόγω κονδύλιο αποτελεί, με το ιστορικό που έχει, στην πραγματικότητα απαίτηση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης και όχι αυτοτελής αξίωση του άρθρου 931 Α.Κ.

και εν συνεχεία απέρριψε αυτό ως κατ' ουσίαν αβάσιμο (ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 Α.Κ), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός πέμπτος λόγος της έφεσης του ενάγοντα, ως ουσιαστικά βάσιμος". Με την αιτιολογία αυτή το Εφετείο, μετά από παραδοχή ως βάσιμου σχετικού λόγου εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί το αγωγικό του αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 Α.Κ.

και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς το εν λόγω αίτημά της και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000 ευρώ. Με τις ανωτέρω κρίσεις και τις παραδοχές του το Εφετείο, καθορίζοντας για τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό της πρόσθετης από το άρθρο 931 του Α.Κ.

χρηματικής παροχής στο ποσό των 15.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι συναφείς πρώτος και ενδέκατος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (κατά το μέρος που ο τελευταίος αφορά το εν λόγω κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, ήτοι της χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 του Α.Κ.), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σ' αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μικρότερο του συνήθως επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνονται βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Περαιτέρω, ο ενδέκατος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας αναφορικά με το αγωγικό του αίτημα περί επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 Α.Κ., είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το ως άνω αίτημα απορρίφθηκε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, από το Εφετείο και συνεπώς δεν νοείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ούτε και υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, εφόσον, λόγω της απορριπτικής του κρίσης, δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό για την αιτία αυτή και συνακόλουθα δεν μπορεί να ελεχθεί αναιρετικά, για το αν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και αν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω κεφάλαιά της που αφορούν στο αγωγικό αίτημα για αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσείοντος για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, καθώς και στο ύψος της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του Α.Κ.

Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά τα άνω αναιρούμενα κεφάλαια αυτής.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, λόγω της μερικής νίκης αυτού (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την υπ' αριθμ. 1120/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, κατά τα κεφάλαιά της αυτά, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. -

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ