538/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated538/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.656,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 20.2.2015 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2016 και υποχρέωσε το πρώτο να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του τελευταίου με την απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1000) ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 538 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 538/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "... Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις, όπου διαλαμβάνεται η δήλωσή του ότι παρίσταται το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4075/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2808/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20 Φεβρουαρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 600/72/21.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 2808/10.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 29.5.2017 και με αριθ.
κατ. 1021099/2144/2017 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "... Τεχνολογικό Ίδρυμα Θεσσαλονίκης", του οποίου οιονεί καθολικός διάδοχος κατά το άρθρο 6 του Ν. 4610/2019 (ΦΕΚ Α 70/7.5.2019) κατέστη, μετά την άσκηση της αναίρεσης, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος", και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθ. 4075/15.3.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, κατά παραδοχή στο σύνολό της ως ουσιαστικά βάσιμης της από 19 Μαΐου 2015 και με αριθ.
κατ. 10842/20.5.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά την κύρια αυτής βάση [ερειδομένη στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 281, 656 του ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955], είχε αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με (ενιαία) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1.10.2001, οπότε καταρτίσθηκε η πρώτη από σειρά διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, ως βοηθός καθηγητής (εργαστηριακός συνεργάτης) στο εναγόμενο Τ.Ε.Ι., είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 20.2.2015 (σιωπηράς) καταγγελίας της ως άνω σύμβασης εργασίας με την άρνηση του εναγομένου ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, είχε αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.656,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 20.2.2015 μέχρι τις 30.4.2016 και, τέλος, είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με απειλή χρηματικής ποινής πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών αυτού.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή κατά την ως άνω κύρια βάση αυτής ήταν μη νόμιμη, λόγω των κατά τις παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος περιορισμών, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε για το λόγο αυτό την κύρια βάση της αγωγής. Ακολούθως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα της αγωγής κατά την μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής περί εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και, στο πλαίσιο αυτό, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης από τις 19.7.2004 (έναρξη της ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004), αναγνώρισε την ακυρότητα της από 20.2.2015 (σιωπηράς) καταγγελίας της ως άνω σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την άρνηση του εναγομένου ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ενάγοντος μετά τη λήξη της τελευταίας από τις πιο πάνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, αναγνώρισε ότι το εναγόμενο Τ.Ε.Ι.
οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.656,81 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από 20.2.2015 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 2016 και υποχρέωσε το πρώτο να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του τελευταίου με την απειλή χρηματικής ποινής χιλίων (1000) ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται κατ' ουσία η με αριθ. 4075/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς η αίτηση αναίρεσης να έχει στραφεί και κατ' αυτής (άρθ. 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθότι από το περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης σαφέστατα προκύπτει ότι με αυτήν και ειδικότερα με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη με αριθ. 2808/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, της οποίας μάλιστα οι νομικές σκέψεις (ως προς τη νομική βασιμότητα της κύριας και επικουρικής βάσης της αγωγής) και οι ουσιαστικές της παραδοχές ως προς την βασιμότητα της επικουρικής βάσης της (σελ. 18 - 21 σκέψεις 5, 6 και 7) διαλαμβάνονται κατά λέξη στο αναιρετήριο.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Με το Π. Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθ. 1999/70 Οδηγία του Συμβουλίου της 28.6.1999 [που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση], η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Ειδικότερα η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το άνω Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ.1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί αυστηρές προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Έτσι με τη διάταξη του άρθρου 11 αυτού, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Επισημαίνεται ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου απασχολουμένου σε δημόσιο φορέα μισθωτού, όταν τα μεταξύ αυτών διαστήματα διακοπής υπερβαίνουν το διάστημα των τριών μηνών, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ιδίου Π.
Διατάγματος (ΑΠ 788/2017, ΑΠ 280/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013), είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι συντρέχουν όλες οι λοιπές προβλεπόμενες για την εφαρμογή της στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Εξάλλου, η από τη διάταξη αυτή πρόβλεψη της μεσολάβησης διοικητικής διαδικασίας (μέσω του φορέα απασχόλησης με τελική κρίση από το ΑΣΕΠ) για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων κατά τη διάταξη αυτή που προσδίδουν εφεξής στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ.
ΟλΑΠ 16/2017). Γεννάται όμως ζήτημα, εάν η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 μπορεί να τύχει εφαρμογής και επί εκπαιδευτικού προσωπικού που προσλαμβάνεται για την κάλυψη των διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. σε θέσεις επιστημονικού συνεργάτη και εργαστηριακού συνεργάτη [όπως ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος] ή εκπαιδευτικού ειδικών μαθημάτων, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν δημιουργούν σε καμία περίπτωση δικαίωμα μετατροπής των σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 19 παρ. 1 εδ.
α, β και 11 εδ. β του Ν. 1404/1983 "Δομή και λειτουργία των Τεχνολογικών Ιδρυμάτων" (ΦΕΚ Α 173), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 περ. Α του Ν. 2916/2001 "Διάρθρωση της ανώτατης εκπαίδευσης και ρύθμιση θεμάτων του τεχνολογικού τομέα αυτής (ΦΕΚ Α 114/11.6.2001), ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (19.7.2004) πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 4 του Ν. 4009/2011 και εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση, όπως έχει κριθεί με σειρά αποφάσεων του Αρείου Πάγου (1406/2017, 1310/2017, 915/2017, 312/2017, 177/2016, 1390/2015, 1678/2011) ή εάν, αντιθέτως, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής σε όσους παρέχουν εν γένει διδακτικό έργο σε Σχολές Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ή άλλες ισότιμες σχολές, καθότι η σχέση υπό την οποία τελούν δεν είναι κατά πάσα περίπτωση η της εξαρτημένης εργασίας, υπό την έννοια της νομικής και υπηρεσιακής επιτήρησης και καθοδήγησης αυτών από τον εργοδότη ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής διδακτικών καθηκόντων, δεδομένου άλλωστε ότι το εν γένει διδακτικό προσωπικό των προαναφερθεισών σχολών πρέπει να ασκεί το σχετικό διδακτικό έργο, κατόπιν επιλογής με βάση πρόσφορα αξιοκρατικά κριτήρια και όχι δυνάμει σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με την τυπική διαδικασία και κατόπιν απόφασης του ΑΣΕΠ, ως προς τη συνδρομή και μόνο των απαιτουμένων προς τούτο προϋποθέσεων, όπως έχει κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας με σειρά αποφάσεων (ΣτΕ 640/2014, 641/2014, 642/2014, 643/2014, 644/2014 ειδικά επί Τ.Ε.Ι., ΣτΕ 1866/2017, 1867/2017, 3360/2015, 410/2015, 3269/2011, 3268/2011, 3271/2011).
Το ζήτημα αυτό, στο οποίο αφορά ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Τ.Ε.Ι. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 στην ένδικη υπόθεση, παρόλο που αυτή δεν είναι εφαρμοστέα επί διδακτικού προσωπικού σε Τ.Ε.Ι.
προσληφθέντος με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όπως ο αναιρεσίβλητος, συναρτάται άμεσα με το συναφές ζήτημα της εφαρμογής ή μη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, [κατά την ερμηνεία του οποίου γίνεται δεκτό ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον ο καθορισμός της συνομολογηθείσας διάρκειας δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης] επί διδακτικού προσωπικού σε Τ.Ε.Ι.
προσληφθέντος πριν την 18.4.2001 [έναρξη εφαρμογής των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθ. 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος] με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένης διάρκειας. Το τελευταίο αυτό ζήτημα έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την με αριθμό 1485/2018 απόφαση του παρόντος αναιρετικού τμήματος.
Ήδη δε μετά τον γενόμενο προσδιορισμό, η παραπεμφθείσα υπόθεση εκκρεμεί προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 21ης Μαΐου 2020. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 249 εδ. α' του ΚΠολΔ. ορίζεται ότι αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή μερικά από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό Δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το Δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από την διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά την μη ειδική αναφορά αυτής στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 του ΚΠολΔ., να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί. (ΑΠ 1330/2017, ΑΠ 436/2017, ΑΠ 602/2015, ΑΠ 355/2014). Επομένως, εφόσον ανακύπτει ζήτημα βασιμότητας του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλομένου από το αναιρεσείον Τ.Ε.Ι.
πρώτου λόγου αναίρεσης σχετικά με την εφαρμογή ή μη στην ένδικη υπόθεση της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί εκπαιδευτικού προσωπικού των ΤΕΙ, ζήτημα το οποίο συναρτάται με το ζήτημα που εκκρεμεί ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου της εφαρμογής ή μη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 επί του εν λόγω προσωπικού προσληφθέντος πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, συντρέχει, ευλόγως, και στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 του ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτού, πρέπει να ανασταλεί η πρόοδος της παρούσας δίκης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί του ως άνω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ζήτημα καταδίκης στα δικαστικά έξοδα δεν γεννάται διότι η απόφαση αυτή δεν είναι οριστική (άρθ. 191 παρ.1 του ΚΠολΔ). Τέλος, το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται ν' αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, που συναρτώνται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειάς του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της από 20.2.2019 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 2808/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την με αριθ. 1458/2018 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ