538/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated538/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1572 / 2013, 1095/2006).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 538 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Η., το γένος Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του: 1) Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου και 2) Κωνσταντίνο Φαρμακίδη - Μάρκου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ., συζύγου Α. Χ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Α. Π. του Π., κατοίκου ..., 7) Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., 8) Χ. Π. του Π., κατοίκου ..., 9) Σ. Π. του Α., κατοίκου ... και 10) Μ. Π. του Ι., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3ος, 4ος, 5η, 6ος, 7ος και 8ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούγκο, ενώ οι 9ος και 10η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Κουνιάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2012 αγωγή του Δ. Κ. του Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2643/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 688/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961 - και υπό την ισχύ των διατάξεων των αρθρ.70 Ν.3994/2011 και 21 Ν.4055/2012, προ της ισχύος δε του άρθρ. 33 Ν.4446/2016 - εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011, 1107/2005).
Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται.
Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1572 / 2013, 1095/2006).
Η διάταξη του άρθ.2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 αποτελεί τοιαύτη του ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίαση αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του αρ.1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 315/2010). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.
Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.
Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ τύπο.
Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ' όψη.
Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ' έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (ΑΠ 1572/2013, 368/2016).
Κατά ταύτα, η τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη είναι απαράδεκτη, εάν δε προβάλλεται επί εφέσεως προς άρση της παραλείψεως καταβολής δικαστικού ενσήμου καθιστά το σχετικό λόγο εφέσεως απαράδεκτο, αλλά και την ίδια την έφεση καθ' ολοκληρίαν απαράδεκτη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 παρ. 1, 516 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος διαδίκου, ο οποίος απεβίωσε μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως υπεισερχόμενος στη θέση αυτού, ως προς όλα τα ουσιαστικά δικαιώματα και την δικονομική θέση, έχει δικαίωμα να ασκήσει εναντίον της έφεση χωρίς να υποχρεούται στην τήρηση των διατυπώσεων επαναλήψεως της δίκης, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είχε επέλθει διακοπή της δίκης.
Κατά συνέπεια, προκειμένου περί εφέσεως κατά πλασματικώς ερήμην εκδοθείσας αποφάσεως, οι ασκούντες αυτήν καθολικοί διάδοχοι, οφείλουν να θεραπεύσουν την παράλειψη του θανόντος ενάγοντος, όπως η παράλειψη αυτή διαμορφώνει και προσδιορίζει τη δικονομική θέση και τα δικονομικά βάρη εκείνου, μετά την απόρριψη της αγωγής του, δηλαδή να καταβάλουν με την άσκηση της εφέσεως το σύνολο του αναλογούντος στο αγωγικό αίτημα, αλλά μη πληρωθέντος από τον δικαιοπάροχό τους- αρχικώς ενάγοντα ποσό δικαστικού ενσήμου.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1290/2017).
Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αρχικώς ενάγων Δ. Κ. άσκησε την από 20-11-2012 αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος Θ. Γ. με αίτημα να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 1.110.336 ευρώ, νομιμοτόκως, επί αυτής δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2643/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.
Ο ανωτέρω ενάγων απεβίωσε την 29-11-2014, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου(7-11-2014), και πριν την έκδοση της αποφάσεώς του και στη συνέχεια ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς από τους αναιρεσιβλήτους - καθολικούς διαδόχους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ενάγοντος, εφέσεις κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
Επί των εφέσεων εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 688/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκρινε τυπικώς δεκτές τις εφέσεις. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, ως προς το παραδεκτό των εφέσεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω της πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος εξαιτίας του ότι δεν είχε καταβάλει το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου.
Με τις υπό κρίση εφέσεις τους οι εκκαλούντες, ως μοναδικοί καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος, παραπονούνται κατά της εκκαλουμένης απόφασης και αφού κατέβαλαν το αναλογούν δικαστικό ένσημο ζητούν την άρση της παράλειψης της σχετικής με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, να γίνουν δεκτές οι εφέσεις αυτές, ώστε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το πιο πάνω ποσό κατά την αναλογία της κληρονομικής τους μερίδας στο ποσοστό που αναλογεί στον καθένα τους.
Επίσης με δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με τις προτάσεις τους α) οι εκκαλούντες της από 2/6/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 230/2016 έφεσης, διορθώνουν το αιτούμενο για τον καθένα τους ποσό, από το εσφαλμένο 89.464,76 ευρώ στο ορθό 75.575,88 ευρώ και επίσης ο καθένας τους περιορίζει το αίτημα καταβολής του ποσού της θετικής του ζημίας στο ποσό των 36.000 ευρώ, το μετατρέπει ως προς το υπόλοιπο ποσό των 25.682 ευρώ σε αναγνωριστικό και μετατρέπει το αίτημα καταβολής του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε αναγνωριστικό, β) οι εκκαλούντες της από 20/5/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 191/2016 έφεσης περιορίζουν το αίτημα καταβολής του αναλογούντος σε καθένα τους ποσού 277.584 ευρώ, στο ποσό των 80.000 ευρώ για τον καθένα και το μετατρέπουν ως προς το υπόλοιπο ποσό σε αναγνωριστικό, περιορίζουν το αίτημα καταβολής του αναλογούντος στον καθένα ποσό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των 62.500 ευρώ κατά το ποσό των 44 ευρώ ο καθένας επιφυλασσόμενοι να το απαιτήσουν από το ποινικό Δικαστήριο παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες και το μετατρέπουν ως προς το υπόλοιπο ποσό σε αναγνωριστικό και γ) οι εκκαλούντες της από 10/5/2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 192/2016 έφεσης, δήλωσαν ότι η έφεση δεν εισάγεται ως προς τους έκτο, έβδομο και όγδοο αυτών (Α., Δ.
και Χ. Π. του Π.), καθένας των ανωτέρω περιορίζει το αιτούμενο ποσό της θετικής ζημίας κατά το ποσό των 5 ευρώ, το οποίο επιφυλάσσονται να απαιτήσουν στο ποινικό Δικαστήριο παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες, καθένας απ' αυτούς περιορίζει το αίτημα καταβολής του υπόλοιπου ποσού της ηθικής βλάβης στο ποσό των 36.000 ευρώ και το μετατρέπει ως προς το υπόλοιπο ποσό σε αναγνωριστικό, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στις προτάσεις τους και ότι μετατρέπουν το αίτημα καταβολής της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης σε αναγνωριστικό...
Οι εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα .... Πρέπει επομένως να γίνουν τυπικά δεκτές και, εφόσον ήδη οι εκκαλούντες κατέβαλαν το αντίστοιχο προς το καταψηφιστικό αίτημα κάθε ενός αυτών, όπως το περιόρισαν, τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων ... πρέπει, σύμφωνα με όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ...".
Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και εχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής του Δ. Κ., την οποία δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα, αφ' ενός μεν να καταβάλει, αφ' ετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει σε έκαστο των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα στην απόφασή ποσά.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο αφ' ενός μεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH/1912, όπως αυτή, κατά τα ανωτέρω ίσχυε, το δε παρά το νόμο δεν έκρινε ως απαράδεκτες τις υπό των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων δηλώσεις των πληρεξούσιων δικηγόρων τους στο ακροατήριο τούτου (Εφετείου) για τον εν μέρει περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό.
Και τούτο διότι, θεωρώντας ότι παραδεκτώς είχε χωρήσει ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος ενώπιον τούτου, έκρινε περαιτέρω ότι οι υπεισελθόντες στην θέση του αρχικώς ενάγοντος, ως καθολικοί διάδοχοι, εκπλήρωσαν τη νόμιμη υποχρέωσή τους προς καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, καταβαλόντες το σχετικό τέλος μόνο για τα αντίστοιχα ποσά των καταψηφιστικών αιτημάτων και εκχώρησε περαιτέρω στην έρευνα της εφέσεως.
Ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η υπό των εκκαλούντων εν μέρει τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη ήταν απαράδεκτη, εντεύθεν οι ειρημένοι όφειλαν να καταβάλουν το προσήκον τέλος του δικαστικού ενσήμου για το συνολικό αντικείμενο της διαφοράς, δηλαδή για το σύνολο του αγωγικού αιτήματος προ του περιορισμού του, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Ενταύθα - και εν σχέσει με τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι οι υπ' αυτών ασκηθείσες εφέσεις ήταν εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 4446/2016, αφού συζητήθηκαν την 2-2-2017, ήτοι μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου, και επομένως δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου ως προς το αναγνωριστικό αίτημα - πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22-12-2016), καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών, κατά δε την παρ. 2 αυτού, η ως άνω διάταξη καταργήσεως του δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών εφαρμόζεται στις εκκρεμείς (κατά την έναρξη της ισχύος του) αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την άσκηση των ανωτέρω εφέσεων αναβίωσε μεν η εκκρεμοδικία της ενδίκου αγωγής, κατέστη όμως και πάλιν ενεργός η υποχρέωση των εκκαλούντων, ως υπεισελθόντων στη θέση του αρχικώς ενάγοντος, να εκπληρώσουν τη νόμιμη υποχρέωσή τους προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου βάσει του αγωγικού αιτήματος, ως διατυπώθηκε και ίσχυε έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, εφ' όσον η εν μέρει τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό το πρώτον στην έκκλητη δίκη ήταν απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς, οι ανωτέρω διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση .
Κατά ταύτα, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού - και δη κατά το μεν πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 2 του ν. ΓΠOH/1912, κατά δε το δεύτερο τοιούτο, με το οποίο αποδίδεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγω μη κηρύξεως απαραδέκτου, παρά το νόμο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και επειδή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την είχαν δικάσει προηγουμένως. (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ' αυτού κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 688/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τούς αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ