538/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5401/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated538/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο έγερσής της ή εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ το αντικείμενο της αγωγής και επομένως και οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 538 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Μιχαλάκη-Δρακούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Μελίστα, που ανακάλεσε την από 10/1/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5401/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/8/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση για τους λόγους, πρώτο, τρίτο πρώτο σκέλος, τέταρτο περιπτ. ε και 2, πέμπτο και έκτο και ν' απορριφθεί για τους λοιπούς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τα άρθρα 914, 297, 340, 345 και 346 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι όταν ζητείται αποζημίωση για ανόρθωση ζημίας από αδικοπραξία, υπόκειται χρηματική οφειλή και οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος από προηγούμενο χρόνο συνεπεία οχλήσεως από το δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 1253/2003).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ.1 και 2, 107 παρ.1 και 2 και 110 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (του εφαρμοζομένου ν.δ.3026/54) προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής είναι 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υποθέσεως και για κάθε επόμενη συζήτηση ενώπιον του αυτού δικαστηρίου 1% επί του αντικειμένου της αγωγής και για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου 2% επί του αντικειμένου της αγωγής.
Το ποσοστό αυτό υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο έγερσής της ή εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ το αντικείμενο της αγωγής και επομένως και οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού.
Εάν το αντικείμενο της αγωγής είναι ορισμένη χρηματική απαίτηση, είτε ως κεφάλαιο είτε ως τόκοι αυτού, η αξία αυτού προσδιορίζεται από το αίτημα της αγωγής, για το ύψος του οποίου λαμβάνεται υπόψη ως κρίσιμος χρόνος, εφόσον πρόκειται για αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της αγωγής ο χρόνος ασκήσεώς της, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.
Αν με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση χρηματικής απαίτησης με τους επ'αυτής τόκους υπερημερίας για χρόνο προγενέστερο από την έγερσή της, για τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου αυτής, με βάση την οποία λογίζεται η αμοιβή του δικηγόρου του ενάγοντος, λαμβάνεται υπόψη το ποσό του κεφαλαίου της απαίτησης καθώς και το ποσό των τόκων αυτής μέχρι την έγερσή της ή την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής (ΑΠ 1613/2006).
Τέλος, με το άρθρο 98 του ιδίου Κώδικα περί Δικηγόρων ορίζεται ότι "1.Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενο κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2.
Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησης εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθεί υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένους άρθροις". Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού προκύπτει, ότι η επιδίκαση από το δικαστήριο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 επ.
του ιδίου Κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα εφόσον τα κριτήρια αυτά λήφθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι υπόψη, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερομένη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υποθέσεως και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες.
Εάν όμως το δικαστήριο της ουσίας κατά την επιδίκαση στον ενάγοντα δικηγόρο επαυξημένης αμοιβής παρέλειψε να λάβει υπόψη ένα ή περισσότερα από τα τιθέμενα με την πιο πάνω διάταξη κριτήρια προσδιορισμού αυτής (αυξημένης αμοιβής), τότε η σχετική κρίση του έλεγχε τους αναιρετικώς μέσω του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1586/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Ο ενάγων δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, συνέταξε και κατέθεσε με εντολή του εναγομένου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της Ο.Ε.Ε. με την επωνυμία "…" και των ομορρύθμων μελών της, την από 10.12.1995 με αριθ.κατάθεσης 93/4.1.1996 αγωγή αποζημίωσης, για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη η διώροφη οικία του εντολέα του, επί της οδού … στο …, από τις παράνομες ενέργειες των εναγομένων.
Το αίτημα της ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 117.952.400 δραχμών (112.952.400 δραχμές για αποζημίωση καθώς και 5.000.000 δραχμές για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης), νομιμοτόκως από 3.7.1993. Επί της αγωγής αυτής που συζητήθηκε στις 9.1.1997 εκδόθηκε η 4448/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε μαρτυρικές αποδείξεις και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και μετ'απόδειξη η 6412/29.6.2001 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που επιδίκασε στον εντολέα του εκκαλούντος ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 66.969.540 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής τα διάδικα μέρη άσκησαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, στις 7.3.2002 και εκδόθηκε η 8031/26.9.2002 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που κατά μερική παραδοχή της έφεσης των εναγομένων εξαφάνισε την εκκαλουμένη 6412/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού δίκασε κατ'ουσίαν την αγωγή, επιδίκασε στον νυν εφεσίβλητο το ποσό των 66.949.580 δραχμών ή 196.477,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής....Με βάση τα παραπάνω ο εκκαλών δικαιούται για τις παρακάτω αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του, τα παρακάτω χρηματικά ποσά, χωρίς να υπολογίζεται, ως προφανώς νομικά αβάσιμο και συνεπώς διογκωμένο, το ποσό των τόκων από 3.7.1993, δεδομένου ότι επί αδικοπραξίας οφείλονται τόκοι από την όχληση, που έγινε με την επίδοση της αγωγής.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο εκκαλών δεν προσδιορίζει το ποσό των τόκων από την έγερση (επίδοση) της αγωγής μέχρι την πρώτη συζήτηση, ούτε αναφέρει την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, ώστε να είναι εφικτός με μαθηματικούς υπολογισμούς ο προσδιορισμός του ως άνω ποσού των τόκων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμπεριέλαβε στην αξία του αντικειμένου της αγωγής και τους αιτούμενους τόκους, για τον προσδιορισμό της δικαιούμενης αμοιβής του εκκαλούντος, ορθώς έκρινε κατ'αποτέλεσμα, ώστε ο σχετικός περί τούτων (υπολογισμός και των τόκων) δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ειδικότερα, ο ενάγων - εκκαλών δικαιούται: 1)Για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό 2% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 2358.848 δραχμές (117952400 Χ 2%) ή 6922,51 ευρώ και όχι επί του επιδικασθέντος, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και βάσιμα παραπονείται περί τούτων ο εκκαλών....3)Για την σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης ποσοστό 1% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 1.179.524 δραχμές (1179524,00 Χ 1%) ή 3461,55 ευρώ, 4)Για τη σύνταξη των προτάσεων της δεύτερης συζήτησης, η ελάχιστη αμοιβή των 1.179.524 δραχμών (117952400 Χ 1%) λαμβανομένων δε υπόψη της επιστημονικής εργασίας της αξίας και του είδους της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς και των εν γένει περιστάσεων και ενεργειών που έλαβαν χώρα, πρέπει να αυξηθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 1.500.000 δραχμές (4402,05 ευρώ)...7)Για τη σύνταξη εφέσεως 5.600 δραχμές (40 Χ 140) ή 16,43 ευρώ (άρθρο 125 παρ.2 του Κωδ.Δικ.) 8)Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου 6422,51 ευρώ (117952.400 δραχμές Χ 2% άρθρα 110 και 107 παρ.1 του Κωδ.Δικ) και για σύνταξη προτάσεων επί της εφέσεως των αντιδίκων του 11.200 δραχμές (80 Χ 140) ή 32,86 ευρώ αφού επρόκειτο για συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων, για τις οποίες υποβλήθηκαν χωριστές προτάσεις και συνεπώς η ποσο......αναλογική αμοιβή υπολογίζεται μόνο για τη μία έφεση, ενώ για την άλλη επιδικάζεται κατ'άρθρο 110 παρ.1 του ιδίου Κώδικα η πάγια αμοιβή σε μεταλλικές δραχμές, ήτοι συνολικό 6955,37 ευρώ (6922,51 + 32,86). 9)Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση 7.000 δρχ.
ή 20,54 ευρώ. 10)Για παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της από 23.12.2000 αίτησης του Λ.Τ. για αναστολή εκτελέσεως της απόφασης του Εφετείου, 14000 δραχμές (100 Χ 140) και για τη σύνταξη προτάσεων 28000 δραχμές (200 Χ 140) ήτοι συνολικά 42000 δραχμές ή 123,20 ευρώ (άρθρα 112 και 113 του Κώδικα Δικηγόρων). Για την παραπάνω αιτία ο εκκαλών έλαβε από τον κατάδικο Λ.Τ., το ποσό των 970 ευρώ και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και συνεπώς, έχει εξοφληθεί (βλ.
την από 27.2.2003 εξοφλητική απόδειξη ποσού 970 ευρώ). 11)Για τη σύνταξη της από 30.7.1999 αγωγής εικονικότητας και καταδολίευσης δανειστών το ποσό των 490.000 δραχμών (24500.000 Χ 2%), δεδομένου ότι η παραπάνω αγωγή ήταν συνήθως και δεν απαιτούσε ιδιαίτερη επιστημονική εργασία και χρόνο. Έναντι του ποσού αυτού ο εκκαλών έλαβε, όπως συνομολογείται στην αγωγή, το ποσό των 300.000 δραχμών και συνεπώς του οφείλεται το ποσό των 190.000 δραχμών (490.000 - 300.000) ή 557,79 ευρώ. 12)Για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω αγωγής το ποσό των 245.000 δραχμών (24500000 Χ 1%).
Έναντι του ποσού αυτού ο εκκαλών έλαβε, όπως συνομολογείται στην αγωγή, το ποσό των 200.000 δραχμών και συνεπώς του οφείλεται το ποσό των 45000 δραχμών ή 132,06 ευρώ. 13)Για τη σύνταξη αίτησης ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας για ακύρωση απόφασης Πολεοδομίας 28000 δραχμές (200 Χ 140) ή 82,17 ευρώ (άρθρα 113 και 112 Κωδ.Δικ.).
Επίσης, δικαιούται: 1)Για περίληψη εγγραφής προσημείωσης στο Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου σε ακίνητα Ν.Α. 2100 δραχ. Ή 6,16 ευρώ. 2)Για αίτηση εγγραφής της παραπάνω προσημείωσης 2100 δρχ. ή 6,16 ευρώ. 3)Για παραγγελία επίδοσης στον Ν.Α. της ως άνω περίληψης μετά την εγγραφή της 1400 δρχ. ή 4,10 ευρώ 4)Για περίληψη εγγραφής δικαστικής μεσεγγύησης κατά Δ.Α.
στο Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου 2100 δρχ. ή 6,16 ευρώ. 5)Για αίτηση εγγραφής της ως άνω μεσεγγύησης 2100 δρχ. ή 6,16 ευρώ. 6)Για περίληψη εγγραφής δικαστικής μεσεγγύησης κατά Α. Α. στο Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου 2100 δρχ. ή 6.16 ευρώ. 7)Για αίτηση εγγραφής της ως άνω μεσεγγύησης στο Υποθηκοφυλακείο Χαλανδρίου 2100 δρχ. ή 6,16 ευρώ. 8)Για περίληψη εγγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών δικαστικής μεσεγγύησης κατά Γ.Β. 2100 δρχ.
ή 6,16 ευρώ. 9)Για παραγγελία επιδόσεως της 13299/2000 αποφάσεως στον Υποθηκοφύλακα Αθηνών για να εγγράψει κατά του Γ.Β. της ως άνω δικαστική μεσεγγύηση 1400 δρχ. ή 4,10 ευρώ. Ήτοι συνολικά 23.118,01 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 914 ΑΚ 100 παρ.1, 2, 107 παρ.1, 2 και 110 παρ.1, 2 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ.3026/54), καθόσον προσδιόρισε την αμοιβή του ενάγοντα (και αναιρεσείοντα) α)για την σύνταξη της υπ'αριθμ.93/4.1.1996 αγωγής ενώπιον Πολ.Πρωτ.Αθηνών του εντολέα του (αναιρεσίβλητου) κατά των εναγομένων της Ομόρρυθμης εταιρίας "…" κ.λπ.
β)για την σύνταξη προτάσεων πρώτης και δεύτερης συζήτησης της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου και γ)για την σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση εφέσεων του εντολέα του και των καταδίκων του κατά της υπ'αριθμ.6412/2001 οριστικής απόφασης του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, μόνο με βάση το αιτηθέν κεφάλαιο της αγωγής αυτής ύψους 117952400 δραχμών και δεν συνυπολόγισε και τους αιτηθέντες τόκους υπερημερίας πριν την άσκηση της αγωγής ύψους 73.716.853 δραχμών από 3.7.1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής 4.1.1996, κρίνοντας ότι το ποσό των τόκων από 3.7.1993 μέχρι την άσκηση της αγωγής είναι νομικά αβάσιμο και συνεπώς εξογκωμένο, γιατί επί αδικοπραξίας οφείλονται τόκοι από την όχληση που έγινε με την επίδοση της αγωγής.
Έτσι όμως εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις χωρίς να λάβει υπόψη τους τόκους υπερημερίας από όχληση σε χρόνο προγενέστερο (εφόσον αποδεικνύεται κάτι τέτοιο) του χρόνου άσκησης της αγωγής, που μαζί με το κεφάλαιο αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος (σκέλος 1 και 2) και τέταρτος λόγος περίπτωση Ζ της αναίρεσης.
Περαιτέρω από την επισκόπηση των δικογράφων της ένδικης αγωγής (αρ.κατ.Ε86/05) και έφεσης (αρ.κατ.1135/09) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει κατ'αρθρου 98 Κωδ.Δικ. αυξημένη αμοιβή από τα κατώτατα οριζόμενα στα άρθρα 107 παρ.1, 2 112, 113 και 125 του Κωδ.Δικηγόρων για σύνταξη προτάσεων β' συζήτηση της ανωτέρω αγωγής ενώπιον του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, για σύνταξη εφέσεως κατά της υπ'αριθμ'.6412/2001 αποφάσεως του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, για σύνταξη προτάσεων και παράστασης ενώπιον του Αρείου Πάγου σε αίτηση των αντιδίκων του εντολέα του, αναστολής εκτέλεσης της με αριθμό 8031/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για τη σύνταξη αγωγής (αρ.κατ.7040/1999) εικονικότητας και καταδολίευσης δανειστών ενώπιον του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, για σύνταξη προτάσεων α' συζήτησης της αγωγής αυτής ενώπιον του Πολ.Πρωτ.Αθηνών και για σύνταξη αιτήσεως ακυρώσεως (αρ.κατ.2763/7.5.2001) ενώπιον του Σ.τ.Ε.
Το Εφετείο ως προς την αιτηθείσα και απορριφθείσα αυξημένη αμοιβή για σύνταξη εφέσεως κατά της υπ'αριθμ.6412/2001 αποφάσεως του Πολ.Πρωτ.Αθηνών, για τη σύνταξη προτάσεων και παράστασης στον Άρειο Πάγο και για τη σύνταξη της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του Σ.τ.Ε, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει στο σκεπτικό του, ενώ για την απόρριψη της αυξημένης αμοιβής, για σύνταξη της με αριθμό 7040/1999 αγωγής και προτάσεων ενώπιον του Πολ.Πρωτ.Αθηνών διαλαμβάνει την ελλειπή αιτιολογία, ότι η παραπάνω αγωγή ήταν συνήθης και δεν απαιτούσε ιδιαίτερα επιστημονική εργασία και χρόνο, χωρίς να λάβει υπόψη τα υπόλοιπα κριτήρια του άρθρου 98 Κωδ.Δικ.
Έτσι όμως, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου αυτού και επομένως πρέπει να γίνου δεκτοί ως βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, τέταρτος περ.Ε, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης. Αντίθετα ως προς την αυξημένη αμοιβή για σύνταξη προτάσεων β' συζήτησης της με αριθμό κατ.93/4.1.1996 αγωγής ενώπιων του Πολ.
Πρωτ. Αθηνών, διέλαβε πλήρη αιτιολογία με τη λήψη υπόψη των οριζομένων στο άρθρο 98 Κωδ.Δικ. κριτηρίων και επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ Β' λόγος αναίρεσης.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ.554 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης (βλ.ΑΠ 18/1998).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ'αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ.8 και 14 του αρθρ.559 ΚΠολΔ.
Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ.562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία επίσης πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθησαν ως αόριστες ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 966/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το τρίτο λόγο σκέλος 2ο αναίρεσης ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδοντας στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο (416 ΑΚ) έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου, καθόσον έναντι των ανωτέρω αξιώσεων του από δικηγορική αμοιβή για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς όφελος του εντολέα του (αναιρεσιβλήτου), δέχθηκε, την ένσταση αυτή χωρίς ανάλυση της καταβολής χρηματικών ποσών ξεχωριστά για κάθε απαίτησή του, αλλά το συνολικό ποσό της ένστασης αφήρεσε από το συνολικό ποσό των αμοιβών του.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που στηρίζεται στον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται περί ελλείψεως εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αρθρ.416 ΑΚ (ποσοτική αοριστία), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των δικογράφων των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της εφέσεως κατά της με αριθμ.112/08 αποφάσεως του Μον/μελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων δεν πρότεινε την σχετική περί αοριστίας ....εξόφλησης του αναιρεσιβλήτου ...ούτε στο δικόγραφο της αναίρεσης επικαλείται τέτοια προβολή.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 354 αρ.1 ΚΠολΔ, με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο αοριστίας της ένστασης εξόφλησης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προεκτέθηκε η αοριστία της ένστασης εξόφλησης λόγω μη εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών αυτής (416 ΑΚ) στηρίζεται στον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Για το ορισμένου του από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγου και ειδικότερα αν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια (ΑΠ 608/07).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο περίπτωση ΙΧ από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ισχυριζόμενος, ότι δεν διαλαμβάνει στην αιτιολογία της την αναγωγή του ποσού του 1000.000 δρχ., που κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καταβλήθηκε σ'αυτόν, σε συγκεκριμένα κονδύλια των ενδίκων αμοιβών του, ούτε εξηγεί τι ποσό από κάθε μία απαίτησή του περιέκοψε ως εξοφλημένο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται το σφάλμα (ανεπάρκεια) του Δικαστηρίου της ουσίας και ποιό το επί πλέον στοιχείο ήταν αναγκαίο για την επάρκεια των αιτιολογιών.
Ως πράγματα κατά την έννοια των αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη κατά λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει τούτων ο τρίτος λόγος περ.Χ της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη του ισχυρισμού του, ότι οι καταβολές από τον αναιρεσίβλητο, που δέχθηκε το Εφετείο ότι έγιναν προς εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων των, αφορούσαν αμοιβή του για άλλες δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του και όχι τις επίδικες, αναγόμενος εξ ολοκλήρου σε αρνητικά της ένστασης εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου γεγονότα και σε επιχειρήματα, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, κατ'αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του αρθρ.559 αρ.11 εδ.γ ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1521/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο περ.ΧΙ της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 εδ.γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, μολονότι αυτός επικαλέσθηκε, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε σ'αυτό προς υποστήριξη της αγωγής του τα παρακάτω έγγραφα, αυτά δεν λήφθηκαν καθόλου κατά υπόψη του ως άνω δικαστηρίου για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης: 1.Παράσταση του στο Δ'Τριμ.Πλημ.Αθηνών 2.Παράστασή του στη συζήτηση της 25.2.03 στο Μ.Π.Α.
προς αντίκρουση εκδόσεως προσωρινής διαταγής. 3.Σύνταξη ασφαλιστικών μέτρων με Νο κατάθεσης (2095) 10.8.1998 στο Μ.Π.Α 4.Αντίκρουση αίτησης προσημειώσεως του ΚΣ. κατά του εντολέα του. 5.Έξοδα προτάσεων συζήτησης αγωγής του εντολέα του στις 23.11.2000 6. Έξοδα προτάσεων δύο αντιθέτων εφέσεων στις 7.3.02 στο Εφετείο Αθηνών. 7.Εξώδικη καταγγελία των αναιρεσιβλήτων και 8.Αίτηση αυτής προς το Δ.Σ.Α.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σ'αυτή μνεία ότι λήφθησαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, αυτής, δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτά μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω, για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως βάσει της αρχής ζητά novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 529/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο περ.Χ
ΙΙ της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αντιφατικών αιτιολογιών χωρίς αναφορά του παραβιασθέντος κανόνα δικαίου και επομένως, εφόσον δεν μπορεί να ελεγχθεί αυτεπάγγελτα η εκ πλαγίου παράβαση κάποιου κανόνα δικαίου, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη των άρθρων 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διαγραφόμενη με την έφεση και τους προσθέτους λόγους όρια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 του ιδίου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση, δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.
Η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 536 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται όταν το δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει την υπόθεση κατ'ουσίαν. Στην αντίθετη περίπτωση ιδρύεται λόγος από τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι έτσι το δικαστήριο, παρά το νόμο, λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1369/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την πρωτόδικη με αριθμό 112/2008 οριστική απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει την ένσταση εξοφλήσεως του εναγομένου αναιρεσιβλήτου για το συνολικό ποσό των 3824,70 ευρώ, ενώ η προσβαλλόμενη κατ'έφεση, χωρίς λόγο έφεσης ή αντέφεσης από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο (αναιρεσίβλητο) δέχθηκε την επαναφερθείσα στο δεύτερο βαθμό ένστασή του για το ποσό των 6.478,14 ευρώ καθιστώντας έτσι χειρότερη τη θέση του ενάγοντα εκκαλούντα.
Επομένως ο τρίτος λόγος πρώτο σκέλος της αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου με το να μειώσει την πρωτοδίκως επιδικασθείσα αμοιβή του για τον ανωτέρω λόγο χωρίς άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο - αναιρεσίβλητο, κατέστησε χειρότερη τη θέση του λαμβάνοντας υπόψη της πράγματα μη προταθέντα και έχοντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι βάσιμος ερειδόμενος κατ'ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό στον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αρ.9 του ιδίου άρθρου που προτείνεται με το αναιρετήριο.
Τέλος, ο προτεινόμενος επικουρικά Δ λόγος περ.Η της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, χωρίς λόγο έφεσης ή αντέφεσης του εναγομένου - εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου) μείωσε την πρωτοδίκως επιδικασθείσα αμοιβή του 200 € για τη σύνταξη της εφέσεως κατά της με αριθ.6412/2001 αποφάσεως του Πολ.Πρωτ.Αθηνών και την αμοιβή του 3430 € για τη σύνταξη προτάσεων προς αντίκρουση εφέσεως των αντιδίκων του εντολέα του αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα σε 16,42 € και 32,86 € κατέστησε χειρότερη τη θέση του και παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και έχοντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο κύριος τέταρτος λόγος περ.Ε, Ζ της αναίρεσης, και με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονέθηκε για την ανωτέρω μείωση της αμοιβής του από τα άρθρα 98, 100 παρ.1, 2, 107, παρ.1, 2 και 110 παρ.1, 2 του Κωδ.Δικηγόρων, έγινε δεκτός.
Επομένως κατά παραδοχή των παραπάνω πρώτου, τρίτου πρώτο σκέλος, τέταρτου περιπτ.Ε και Ζ, πέμπτου και έκτου λόγων αναιρέσεως, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφασή κατά τις ως άνω διατάξεις της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν, ενώ η δικαστική δαπάνη θα κατανεμηθεί μεταξύ των διαδίκων αναλόγως της νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα εν τω σκεπτικώ, την 5401/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ