Legislator Case Law & Legislation
538/2012 AI generated

538/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 538/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 538 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνι...

Legislator headnote

AI generated
538/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 538 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνι... «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 538 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρέκκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 914/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 168/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Ιουλίου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, όποτε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι "με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους", συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει για την ορθότητα ή μη της εκκαλουμένης απόφασης με βάση τους λόγους της έφεσης, δηλαδή τα σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αποδίδονται σ' αυτήν με την έφεση. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν έχουν προσβληθεί με λόγο έφεσης, δεν εξετάζονται αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό να ερευνά μη προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς των διαδίκων, η παράλειψη δε της έρευνας τέτοιων σφαλμάτων που δεν προβλήθηκαν με λόγο έφεσης ή ισχυρισμού που δεν προτάθηκε νόμιμα, δεν ιδρύει τον εκ του αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται ο δράστης να εκδηλώνει αμφισβήτηση για την ηθική ή κοινωνική αξία κάποιου προσώπου ή καταφρόνηση. Η εκδήλωση αυτή του δράστη μπορεί να συντελεσθεί είτε προφορικά είτε εγγράφως, είτε με έργο, αρκεί να κατατείνει στην μείωση της τιμής ή της υπολήψεως του παθόντος. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει με την ενέργειά του να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης όχι όμως εκείνο της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής). Όμως, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Ωστόσο, κατά την παρ. 2 του άρθρου 367 Π.Κ., η προαναφερόμενη άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση ανατρέπεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.168/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) Θ. Π. συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος είναι γαμπρός του Θ. Κ., του τελευταίου καταγομένου από το Δήμο Κοντοβάζαινας Αρκαδίας και ιδιοκτήτης ακινήτου με οικία στο Δήμο αυτό. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) Η. Α., κάτοικος ... είναι γιατρός στο επάγγελμα και Δήμαρχος του Δήμου Κοντοβάζαινας Ν. Αρκαδίας. Το έτος 1994 ανέκυψε δικαστική διαμάχη μεταξύ του ως άνω πεθερού του ενάγοντος, Θ. Κ. και του Δήμου Κοντοβάζαινας Αρκαδίας, εκπροσωπούμενου από τον εναγόμενο Δήμαρχό του. Ειδικότερα η διαμάχη αφορούσε τη νομή εδαφικής λωρίδας - διόδου στο Δήμο Κοντοβάζαινας διά μέσου της οποίας το ακίνητο του Θ. Κ. επικοινωνούσε με τον κεντρικό δρόμο. Κατόπιν αυτού ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, Θ. Κ., άσκησε την από 16-9-2004 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηλείας προς προστασία της νομής του επί της ως άνω εδαφικής λωρίδας κατά τη διαδικασία του άρθρου 22 του α.ν. 1539/1938, στην οποία αίτηση προέβαλε ότι ο καθού Δήμος αντιποιήθηκε τη νομή του και κατέστρεψε την πλακόστρωση που ο ίδιος είχε τοποθετήσει στην ειδική λωρίδα την οποία επικάλυψε με τσιμέντο. Η αίτηση συζητήθηκε στη δικάσιμο της 28-9-2004, κατά την εκδίκαση της οποίας ο ενάγων στην παρούσα υπόθεση εξετάσθηκε μάρτυρας υπέρ του αιτούντος πεθερού, ενώ εκδόθηκε επί αυτής η υπ' αριθ. 1/2005 απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η επαναφορά στην προτέρα κατάσταση. Κατά της ως άνω απόφασης ο ηττηθείς καθού Δήμος Κοντοβάζαινας άσκησε την από 11-2-2005 ανακοπή του ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Πατρών. Η εν λόγω ανακοπή προσδιορίσθηκε και εκδικάσθηκε στις 19 Απριλίου 2005 ενώπιον της Αντιεισαγγελέως Εφετών Πατρών Αικατερίνης Πιστόλη και στο γραφείο της στο δικαστικό κατάστημα της Εισαγγελίας Εφετών στην Πάτρα. Κατά την εκδίκασή της τον ανακόπτοντα Δήμο εκπροσώπησε ο παριστάμενος Δήμαρχός του (εναγόμενος) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Βασιλείου Λίμουρα και Ιωάννη Παπαναστασόπουλου, ενώ ο καθού η ανακοπή Θ. Κ. δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ανδρεοπούλου. Επίσης παρών κατά την εκδίκαση, όπως δεν αμφισβητείται, ήταν και ο αδελφός του ενάγοντος, μάρτυρας αποδείξεως Ε. Π.. Εκεί από την πλευρά του ανακόπτοντος δήμου, διά του εκπροσώπου του, εναγομένου Δημάρχου έγινε πρόταση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Η πληρεξούσια δικηγόρος του καθού η ανακοπή, προς την οποία έγινε η πρόταση συμβιβασμού, επιφυλάχθηκε να επικοινωνήσει με τον πελάτη της και κατόπιν συνεννοήσεως μαζί του, ανακοίνωσε προς τους παρισταμένους ότι ο πελάτης της και εντολέας της απορρίπτει το ενδεχόμενο συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς. Η απάντηση αυτή εξόργησε τον εναγόμενο Δήμαρχο, ο οποίος αναφώνησε αναφερόμενος στο πρόσωπο του μη παρισταμένου ενάγοντος "πίσω από τον πεθερό, Θ. Κ. κρύβεται ο γαμβρός του Π. ο απατεώνας". Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο εναγόμενος ενώπιον των παρισταμένων ως άνω ισχυρίσθηκε το δυσφημιστικό για το πρόσωπο του ενάγοντος γεγονός "με εξαπάτησε αυτός ο Π.". Κάτι τέτοιο δεν βεβαιώνει ούτε ο παριστάμενος κατά το συμβάν αδελφός του ενάγοντος, ως άνω Ε. Π., ο οποίος εξεταζόμενος ως μάρτυρας τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, βεβαιώνει μόνο ότι ειπώθηκε ο δυσμενής και υβριστικός ως άνω χαρακτηρισμός για το πρόσωπο του ενάγοντος. Εξάλλου και από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής συνάγεται ότι ο ενάγων παραπονείται μόνο για τον υβριστικό χαρακτηρισμό που απηύθυνε ο εναγόμενος για το πρόσωπό του "απατεώνας". Έτσι είναι χαρακτηριστική η αποστροφή στο κείμενο της αγωγής του "και αν ακόμη ο εναγόμενος ήθελε να εκφράσει την άποψή του ότι εγώ (ενάγων) επηρέαζα τον πεθερό μου στην αντιδικία του με το Δήμο Κοντοβάζαινας ... θα μπορούσε προκειμένου να αποδώσει μία αντικειμενική κρίση για το πρόσωπό μου, να αναφέρει απλώς ότι εγώ κατηύθυνα τον πεθερό μου στο χειρισμό της όλης υπόθεσης και να αποφύγει ειδικότερα τη λέξη απατεώνας". Έτσι αυτό που έθιξε τον ενάγοντα ήταν ο υβριστικός χαρακτηρισμός για το πρόσωπό του ως "απατεώνας".

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε το δυσφημιστικό για το πρόσωπο του ενάγοντος γεγονός "με εξαπάτησε αυτός ο Π.", το οποίο περαιτέρω έκρινε ψευδές και συκοφαντικό, γιατί πράγματι ο ενάγων ουδέποτε εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει τον εναγόμενο και η εμπλοκή του στην υπόθεση περιορίσθηκε μόνο στην ως άνω εξέτασή του ως μάρτυρα. Τέτοιο όμως ψευδή και συκοφαντικό ισχυρισμό για το πρόσωπο του ενάγοντος ότι δηλαδή αυτός τον εξαπάτησε δεν απηύθυνε ο εναγόμενος κατά το ένδικο συμβάν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ως άνω φράση με το δυσμενή και υβριστικό χαρακτηρισμό "απατεώνας" που ανέφερε ο εναγόμενος για το πρόσωπο του ενάγοντος έγινε αντιληπτή από όλους τους παρισταμένους κατά την εκδίκαση της ανακοπής και προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση και διαμαρτυρίες των παρισταμένων από την πλευρά του διαδίκου πεθερού του ενάγοντος. Γι' αυτό όλοι οι παριστάμενοι ακόμη κα η Αντιεισαγγελέας Εφετών Πατρών, αλλά και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Δήμου Κοντοβάζαινας ζήτησαν από τον εναγόμενο να ανακαλέσει τον βαρύτατο χαρακτηρισμό για το πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα όμως και ο εναγόμενος και μετά το πέρας της συζητήσεως της ανακοπής συνέχισε να αποκαλεί και να φωνάζει τον ενάγοντα Π. απατεώνα στους διαδρόμους της Εισαγγελίας Εφετών και του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών. Όταν δε οι παριστάμενοι ως άνω δικηγόροι του εναγομένου Δημάρχου του ζήτησαν να ανακαλέσει και να ζητήσει συγγνώμη, γιατί ήταν μπροστά και το άκουγε και ο αδελφός του ενάγοντος, ως άνω μάρτυρας Ε. Π., ο οποίος μάλιστα παραπονέθηκε προς αυτόν με την φράση "ξέρεις τον αδελφό μου τον Π. για απατεώνα", ο εναγόμενος αδιαφόρησε και πάλι. Ο εναγόμενος εξεταζόμενος ως διάδικος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου παραδέχεται την αναφορά εκ μέρους του της λέξης απατεώνας, αλλά αρνείται ότι χαρακτήρισε με αυτή τον ενάγοντα γαμβρό του αντιδίκου του. Αντίθετα ισχυρίζεται ότι όταν δεν έγινε δεκτή η από μέρους του πρόταση συμβιβασμού της αστικής υπόθεσης, είπε διερωτώμενος για την απόρριψή του "τι θεωρείτε ότι είμαστε ο Δήμαρχος και οι υπόλοιποι δημοτικοί παράγοντες όλοι απατεώνες που θέλουμε να εξαπατήσουμε το Δικαστήριο". Ασφαλώς όμως εάν ελέγετο κάτι τέτοιο, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συνδεθεί με το πρόσωπο του μη παρισταμένου ενάγοντος μη διαδίκου στην εξεταζόμενη αστική διαφορά. Έτσι είναι προφανές ότι υπήρξε αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος με το ως άνω υβριστικό περιεχόμενο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω χαρακτηρισμός που απηύθυνε ο εναγόμενος για το πρόσωπο του ενάγοντος έγινε με προφανή σκοπό να μειώσει την τιμή και υπόληψή του και ενέχει ηθική και κοινωνική απαξία, είναι δε ποινικώς κολάσιμη πράξη (άρθρο 361 Π.Κ.) και πράγματι προσέβαλε παράνομα την προσωπικότητα του ενάγοντος που είναι σοβαρός και έντιμος οικογενειάρχης, πατέρας δύο ενήλικων τέκνων με σοβαρές σπουδές, συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος και παράλληλα από ετών μέτοχος της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωτράστ Χρηματιστηριακή Α.Ε.", της οποίας βασικός μέτοχος είναι η σύζυγός του, ενώ παράλληλα έχει σοβαρή ενασχόληση με τα κοινά ως πολιτευτής του πολιτικού κόμματος της "Νέας Δημοκρατίας" στη πόλη των Πατρών. Η προσβολή δε έγινε πλέον έντονη και προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση από το γεγονός ότι έγινε χωρίς πρόκληση από την πλευρά του ενάγοντος, ενώ έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο εντός του Δικαστικού Μεγάρου Πατρών και έγινε αντιληπτή ως γεγονός από μεγάλο αριθμό ατόμων που επισκέπτονται καθημερινά τα Δικαστήρια. Έτσι, από την κατά τα άνω παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αυτός υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το ύψος αυτής, με βάση το είδος, την βαρύτητα και τις συνθήκες τελέσεως της προσβολής, τον τόπο και τον χρόνο που τελέσθηκε αυτή, την υπαιτιότητα του εναγομένου, τη δημοσιότητα της προσβολής που έγινε χωρίς πρόκληση από τον ενάγοντα, την επαγγελματική, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και των δεδομένων της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής ανέρχεται στο ποσό των 9.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο". Με βάση τις ως άνω παραδοχές και εκτιμήσεις το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εναγομένου τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 Π.Κ., που συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ακολούθως δε, αφού κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσείοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις τελέσεως του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης και ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων διαμορφώνεται σε μεγαλύτερο του ανωτέρω ποσού, επιδίκασε στον τελευταίο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έκρινε ότι υπέστη από την αδικοπραξία αυτή, το ποσό των 9.000 ευρώ, απαγγέλοντας συγχρόνως εις βάρος του, κατά παραδοχή αγωγικού αιτήματος, προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών, ως μέσον εκτελέσεως της απόφασης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 361, 367 παρ. 2β του ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου με συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της εξύβρισης και μάλιστα της ειδικής μορφής, της με σκοπό εξύβρισης, τέλεσης του αδικήματος αυτού, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του, ενώ στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει, κατά τα προεκτεθέντα, έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του του άρθρου 367 §1εδ. δ' του ΠΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω ο αναιρεσείων ούτε στο δικόγραφο της έφεσής του, κατά της υπ' αριθμ. 914/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ούτε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, περιέλαβε ισχυρισμό, καταλυτικό των αγωγικών τοιούτων, κατ' άρθρο 367 παρ. 1 περ. δ' ΠΚ, περί υπάρξεως δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του και ενάσκησης νόμιμου καθήκοντος αυτού ως Δημάρχου, που τον οδήγησαν στον άνω χαρακτηρισμό του ενάγοντος, ούτε επικαλέστηκε γεγονότα τα οποία να θεμελιώνουν τις εκ της ανωτέρω διατάξεως περιστάσεις οι οποίες αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα της άνω πράξεώς του, αλλά περιορίστηκε στην άρνηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου ως προς την αλήθεια των περιστατικών που θεμελίωναν αυτήν, με την οποία του αποδίδετο η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος με συμπεριφορά που συνιστούσε το αδίκημα της εξύβρισης και μάλιστα της ειδικής μορφής, της με σκοπό εξύβρισης, τέλεσης του αδικήματος αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, (κατ' εκτίμηση), από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι ο άνω δυσμενής χαρακτηρισμός έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς ενάσκηση νόμιμου καθήκοντός του ως Δημάρχου, αποσκοπώντας στα συμφέροντα του Δήμου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 περ. δ' Π.Κ., στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόσθηκε στην προκειμένη περίπτωση από το Εφετείο η διάταξη αυτή, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη από την τελευταία ένσταση, δεν προβλήθηκε παραδεκτώς, αλλά το πρώτο γίνεται αναφορά της με το αναιρετήριο. Ομοίως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ο τρίτος, από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρ. 1012 του ΑΚ και 2 του Α.Ν. 1539/1938, αφού οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ούτε εφαρμόστηκαν από το Εφετείο. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361 και 367 παρ.2 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο χαρακτηρισμός "απατεώνας" που εκφώνησε ο εναγόμενος σε επήκοο όλων των παρισταμένων κατά την εκδίκαση της ως άνω αστικής υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και η Αντιεισαγγελέας Εφετών Πατρών, στοιχειοθετούσε το αδίκημα της εξύβρισης εις βάρος του ενάγοντος, η οποία μάλιστα έγινε σκοπίμως, δηλαδή ως έκφραση καταφρονήσεως και ονειδισμού αυτού (ενάγοντος). Αρκούσαν δε προς τούτο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η ως άνω λέξη (απατεώνας), που εκφώνησε μεγαλοφώνως ο εναγόμενος για τον ενάγοντα και η εμμονή του να μην την ανακαλέσει μολονότι τούτο του ζητήθηκε τόσον από την άνω αντιεισαγγελέα, όσον και από τους ίδιους τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, αλλ' αντιθέτως, και μετά το πέρας της συζήτησης της υποθέσεως, εξακολουθούσε να αποκαλεί μεγαλοφώνως τον ενάγοντα "απατεώνα" εντός του δικαστικού μεγάρου Πατρών σε επήκοον όλων των παρευρισκομένων, ενέχει έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας και άγει στην καταφρόνησή του, ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της με σκοπό εξύβρισης μείωσης της τιμής και της υπόληψής του, χωρίς μάλιστα ο χαρακτηρισμός "απατεώνας", να δικαιολογείται, ενόψει των ειδικότερων περιστάσεων που συνέτρεχαν και συγκεκριμένα ότι απρόκλητα και χωρίς την παρουσία του ενάγοντος προέβη στον χαρακτηρισμό αυτόν. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει οι αναιρεσείων με τους δεύτερο, τέταρτο, έκτο και έβδομο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως (δεύτερος, τέταρτος, έκτος και έβδομος), κατά τις εις αυτούς περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ και 361, 367 παρ. 2 ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα παραπάνω ζητήματα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων του αναιρεσειόντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006, ΑΠ 575/1978). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ, αντίθετος πέμπτος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των υπ' αριθ. 8/2005 πρακτικών, που τηρήθηκαν ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Πατρών, κατά την εκδίκαση της άνω αστικής υπόθεσης, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αιτίαση αυτή αναφέρεται σε εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με την υπ' αριθ. 12082/2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 318/β/20-2-2009), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 10 του ν. 2145/1993, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1500 ευρώ. Με την άνω Υ.Α. αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ, και ορίσθηκε ότι η αύξηση αυτή ισχύει για τις δίκες, τα εισαγωγικά δικόγραφα των οποίων θα κατατίθενται από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία (δημοσίευση) έγινε στις 20-2-2009. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, ως εισαγωγικό δικόγραφο από την κατάθεση του οποίου ισχύει το άνω ποσό των 30.000 ευρώ μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, είναι το δικόγραφο της αγωγής, με το οποίο εισάγεται η αίτηση παροχής έννομης προστασίας και όχι εκείνο με το οποίο ασκείται ένδικο μέσο. Επομένως, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η επιδικασθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος (εναγομένου) εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της άνω αδικοπραξίας του, ανέρχεται σε 9.000 ευρώ, και η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 10-05-2005 (όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της), σε χρόνο δηλαδή που είχε εφαρμογή η διάταξη της παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 1047 του ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν την ως άνω τροποποίησή της με την υπ' αριθ. 12082/2009 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ήταν εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου, και ως εκ τούτου το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις αυτές. Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά το άρθρο 1048 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, "προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται ... γ) κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους ...". Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση για απαίτηση από αδικοπραξία δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της η ηλικία του εναγομένου, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι έχει συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του και δεν μπορεί να απαγγελθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία αναφέρεται στην επάρκεια ή μη των επικαλούμενων για την εφαρμογή ορισμένου κανόνα δικαίου περιστατικών, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Η αοριστία της αγωγής, η οποία αφορά την αναγραφή με πληρότητα στο δικόγραφο των περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στο οποίο θεμελιώνεται το αίτημα της αγωγής, ελέγχεται με τους αναιρετικούς λόγους των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2003, ΑΠ 1330/2002, ΑΠ 1676/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 168/2010 οριστική απόφασή του δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη από 17-5-2005 αγωγή του, ζητεί να διαταχθεί προσωπική κράτηση εις βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως μέσον εκτέλεσης της επιδιωκόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία της εις βάρος του αδικοπραξίας συνισταμένης στην αξιόποινη πράξη της εξύβρισης, που είχε ως επακόλουθο την προσβολή της προσωπικότητάς του. Με βάση το άνω περιεχόμενο της αγωγής το Εφετείο έκρινε αυτήν ορισμένη και νόμιμη, κατά το μέρος που στήριζε το αίτημά της για προσωπική κράτηση του εναγομένου, λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας αυτού εις βάρος του ενάγοντος, στηρίζοντάς την στην διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, διότι δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' όσα η διάταξη αυτή απαιτεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να ζητήσει την προσωπική κράτηση του αναιρεσίβλητου, ούτε όμως και εκείνη του άρθρου 1048 περ. γ' ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής προσωπικής κράτησης η αναφορά σ' αυτήν της ηλικίας του εναγομένου, ο οποίος και μόνον μπορεί κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του και δεν μπορεί να διαταχθεί εις βάρος του προσωπική κράτηση. Επομένως, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από την από 08-07-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ