538/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated538/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 538 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του ... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκης, κατατέθηκε δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29923/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2769/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-3-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 12-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με την πιο πάνω σ' αυτήν πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ' αυτήν επιδόθηκε με επίσπευση του αναιρεσείοντος νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή ο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του για τη συνδρομή ή μη των αποδεικτικών γεγονότων την σχημάτισε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, αλλά από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρεται το εν λόγω έγγραφο αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής, έλαβε υπόψη του και το καταρτισθέν μεταξύ των διαδίκων από 20.2.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά σ' αυτό. Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω συμφωνητικού, είναι αβάσιμος.
Επειδή η αοριστία της αγωγής, υπό την έννοια της μη αναφοράς σ' αυτή με συγκεκριμένη εξειδίκευση των πραγματικών εκείνων γεγονότων που επιτρέπουν στον εναγόμενο να αμυνθεί και στο δικαστήριο να διαγνώσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα αυτής (αγωγής), ελέγχεται μέσω του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, στην από 6-2-2003 αγωγή της αναιρεσίβλητης και του συζύγου της ..., κατά του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, οι ενάγοντες εκθέτουν τα εξής: ότι δυνάμει του από 20-2-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, συνήψαν σύμβαση με τον εναγόμενο, ο οποίος είχε την ιδιότητα του συμβούλου επενδύσεων και συνεργάτη της αναφερόμενης σ' αυτή ΑΕΛΔΕ έδρας Θεσσαλονίκης, η οποία συνεργαζόταν με ΑΧΕΠΥ των Αθηνών, με την σύμβαση δε αυτήν ο τελευταίος ανέλαβε, ως χρηματοοικονομικός σύμβουλός τους, για χρονικό διάστημα ενός έτους (από 20-2-2001 έως 20-2-2001) τη διαχείριση (αγορά - πώληση) του χαρτοφυλακίου μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ιδιοκτησίας της πρώτης εξ αυτών, για λογαριασμό της, αξίας, κατά τον χρόνο υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού, 14.300.000 δραχμών, υποσχεθείς ότι θα τους αποδώσει το ποσό αυτό (αξία του χαρτοφυλακίου) ανεξαρτήτως της εξέλιξης (ανοδικής ή πτωτικής) του χρηματιστηρίου κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης και ότι σε περίπτωση κέρδους (ήτοι κάθε ποσού πλέον του άνω κεφαλαίου, που θα προέκυπτε από την αγορά και πώληση των επιδίκων μετοχών), θα ελάμβανε ως αμοιβή το 50% του κέρδους, ανεξαρτήτως του ύψους του, ενώ το υπόλοιπο 50% του κέρδους θα ανήκε σ' αυτούς, πλέον του κεφαλαίου.
Ότι, κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης, ο εναγόμενος τους ενημέρωνε συνεχώς για την πορεία του χρηματιστηρίου και τους επιβεβαίωνε ότι ισχύουν τα μεταξύ τους ως άνω συμφωνηθέντα, παράλληλα δε τους ενημέρωνε εγγράφως και η παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία των Αθηνών με την επωνυμία "ΓΕΝΕΣΙΣ ΑΧΕΠΕΥ", ως έχουσα τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου, έπειτα από παραχώρηση από την συνεργαζόμενη με αυτήν, εταιρία με την επωνυμία "PUBICON ΑΕΛΔΕ", της Θεσσαλονίκης, με την οποία συνεργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο ο εναγόμενος.
Ότι περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2001, εκφράζοντας στον εναγόμενο τις ανησυχίες τους εξ αιτίας της κακής πορείας του χρηματιστηρίου, εκείνος τους διαβεβαίωνε ότι ισχύουν τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και σε ένδειξη καλής θέλησης και απόδειξης της φερεγγυότητας του, κατέθεσε το ποσό των 2.134.421 δραχμών σε τραπεζικό τους, λογαριασμό, ως μέρους του κεφαλαίου, ενώ συνεχιζόταν η λειτουργία της σύμβασης, μετά δε τη λήξη του χρόνου αυτής στις 20-2-2002, τον κάλεσαν να προβεί σε εκκαθάριση και ειδικότερα να τους αποδώσει το υπόλοιπο του κεφαλαίου και σε περίπτωση που υπήρχαν κέρδη, το 50% αυτών, πλην όμως αυτός (εναγόμενος), με διάφορες προφάσεις και παραπλανητικές υποσχέσεις, επικαλεσθείς την κατά τον χρόνο εκείνο, πρόσκαιρη άνοδο του χρηματιστηρίου, τους ζήτησε παράταση του χρόνου της σύμβασης μέχρι το τέλος Μαΐου 2002 και επανέλαβε το ίδιο στη λήξη της προθεσμίας παράτασης, οπότε του έδωσαν νέα προθεσμία μέχρι 9-8-2002, αλλά και πάλι, αφού παρήλθε και η τελευταία αυτή προθεσμία, αρνήθηκε να εκτελέσει, την πιο πάνω συμβατική του υποχρέωση και εξ αιτίας της άρνησής του κατά το χρόνο αυτόν να τους αποδώσει το υπόλοιπο του κεφαλαίου εκ 35.702,36 ευρώ καθώς και της συνεχούς πτώσης της αξίας των μετοχών, αναγκάσθηκαν να προβούν σε ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου, εισπράξαντες μόλις το ποσό των 5.583,83 ευρώ.
Με βάση αυτά τα περιστατικά, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το ποσόν των 30.168,53 ευρώ που οφείλει, μετά την εκ του κεφαλαίου των 41.966,25 ευρώ, αφαίρεση του επιστραφέντος ποσού των 6.263,89 ευρώ (2.134.421 δρχ.) και του, εκ της κατά την 7-10-2002 ρευστοποίησης του χαρτοφυλακίου εισπραχθέντος ποσού των 5.533,83 ευρώ, νομιμοτόκως από 20-2-02, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, η αγωγή αυτή είναι αρκούντως ορισμένη, ως διαλαμβάνουσα όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, που καθιστούν εφικτή την άμυνα του εναγομένου, αλλά και τη δικαστική διάγνωση του αξιούμενου με αυτή (αγωγή) δικαιώματος.
Συνεπώς, ο 2ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραλείψεώς του να απορρίψει ως αόριστη και εντεύθεν απαράδεκτη την αγωγή στην οποία εκτίθεται ότι όφειλε ο εναγόμενος να αποδώσει στους ενάγοντες τη διαφορά μεταξύ της αξίας των χρηματιστηριακών τίτλων του χαρτοφυλακίου τους κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος της συμβάσεως (20.2.2001) και της αξίας των ίδιων τίτλων κατά τον χρόνο λήξεως της ισχύος της συμβάσεως, χωρίς όμως να προσδιορίζεται σ' αυτήν η αξία των εν λόγω τίτλων κατά τον χρόνο λήξεως της συμβάσεως, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, η νομική φύση της συμβάσεως ή της δικαιοπραξίας γενικότερα δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτή οι δικαιοπρακτούντες. Ο χαρακτηρισμός αυτός, ήτοι η υπαγωγή των συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων στον (ουσιαστικό) κανόνα δικαίου που ρυθμίζει την επώνυμη έννομη σχέση, αποτελεί έργο του δικαστή, η σχετική δε κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου είναι αναμφιβόλως κρίση νομική, υποκείμενη ως τέτοια στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Έτσι, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν τα γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά υπάγονται στην έννοια όχι της συμβάσεως της εντολής αλλά κάποιας αδικοπραξίας. Επί εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσεως από το ουσιαστικό δικαστήριο, υπάρχει παραβίαση των σχετικών με αυτή διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που καταφάσκει την ίδρυση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 3ο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται κατ' εκτίμηση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, ότι δηλαδή το Εφετείο, χαρακτηρίσαν την κρίσιμη έννομη σχέση, με βάση το εκ μέρους του γενόμενο δεκτό περιεχόμενό της, ως σύμβαση εντολής διαχείρισης χαρτοφυλακίου μετοχών ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, εισηγμένων στο ΧΑΑ από τον μη χρηματιστή αναιρεσείοντα, διεπόμενη (τη σύμβαση αυτή) από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ.
ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ, ενώ μοναδική βάση της αγωγής είναι η αδικοπραξία (ποινική απάτη) και εντεύθεν η (αδικοπρακτική) ευθύνη του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, και δεχθέν την αγωγή ως ουσία βάσιμη, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, αλλά και εκείνες των άρθρων 714 και 729 του ιδίου Κώδικα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εκτεθέν, κατά τη διερεύνηση του δευτέρου αναιρετικού λόγου, περιεχόμενο της αγωγής δικαιολογεί τον χαρακτήρα της επίμαχης έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως (ιδιόμορφης) εντολής, διεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. (όχι και του άρθρου 729) και 361 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.3.2008 αίτηση του..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2769/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ