Legislator Case Law & Legislation
538/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it challenges both first and second instance judgments.

Case Number 538/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance judgment and the underlying first-instance decision. The appellant argued that the appellate court erred by accepting facts without proof and misread documents, but the court found these grounds legally insufficient. The appeal was rejected because it simultaneously attacks a final appealable judgment and a non-appealable first-instance ruling, rendering it procedurally inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1), 559(10), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges both the final appellate judgment and the non-appealable first-instance judgment, or if the grounds for appeal are vague and fail to specify the exact content of misinterpreted documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal dual challenge cassation grounds vague allegations procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 538 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 538/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βγενόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας που εδρεύει στις ΗΠΑ με την επωνυμία ".........., ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ....." που έχει εταιρικό κατάστημα στο ..... Αχαϊας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 751/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/12/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή στην ουσία η έφεση και το Εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του Εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττονται τόσο η πρωτόδικη 326/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όσο και η επ' αυτής 751/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών. Η τελευταία, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, με συνέπεια η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να ενσωματωθεί σε εκείνη του Εφετείου.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήρΊο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ'αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578.

ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.

Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναιρετικής αιτήσεως, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παραβίαση:

α) των άρθρων 10 και 11 ΑΚ, 18 του ν.2190/1920, 323 εδαφ. β' και 905 παρ. 3 ΚΠολΔ, β) των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και γ) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά και με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η γενόμενη κατά την .... από την αναιρεσίβλητη, δια του νομίμου εκπροσώπου της ......., καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως ήταν έγκυρη και ισχυρά.

Στο αναιρετήριο όμως, ενώ εκτίθενται περιορισμένα στοιχεία του πραγματικού μέρους της υποθέσεως καθώς και διάφορες νομικές σκέψεις του αναιρεσείοντος, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με ελάχιστες επιλεκτικές αναφορές, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη ή αντιφατικώς και ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του.

Επίσης στο αναιρετήριο: α) δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου, β) δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας και παρόλα αυτά δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γ) δεν καθορίζονται ποιά ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίασή τους και δ) δεν προσδιορίζεται σε τι συνίστανται και από πού προκύπτουν οι αντιφάσεις των αιτιολογιών ούτε ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, του οποίου δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, οι οποίοι πρέπει γι' αυτό να απορριφθούν ως αόριστοι. Η πρώτη περίπτωση του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να έχει προσαχθεί καμία απόδειξη.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν συντρέχει όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από τα αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ (όχι και του αριθμ. 11, ο οποίος μόνον ενάριθμα αναφέρεται), προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι η από ....

γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος εγκρίθηκε με σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι την αποδεικτική του κρίση για το ανωτέρω πραγματικό γεγονός το Εφετείο διαμόρφωσε όχι αυθαιρέτως, αλλά με βάση τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και έγγραφα).

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία του. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δια εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος εάν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του και τέλος το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως εγγράφων, τα οποία η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα: α) της από ..... συμβάσεως διαχειρίσεως, που καταρτίσθηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρίας "Ελληνική Εταιρία Συμβούλων και Διαχείρισης Καζίνων" και β) των από 1.11.2002 και 23.1.2003 αποφάσεων (διαταγών) του περιφερειακού δικαστηρίου της κομητείας COOK Ιλλινόϊς ΗΠΑ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει πλήρη αοριστία, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.12.2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 751/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και της 326/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ