538/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 538 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 538/2007
Legislator headnote
AI generated538/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 538 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 538/2007
Full text
Απόφαση 538 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 538/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 5 ονόματα), εκπροσωπήθηκαν οι 1ος και 4ης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σοφοκλέους και οι 2η, 3η και 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Βιτσεντζάτο.
Της αναιρεσίβλητης : ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4819/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4717/2000 μη οριστική, 1387/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Ιουνίου 2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, την οποία (συζήτηση) επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, η αναιρεσίβλητη παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευθυμίου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος, όμως, δεν ήταν (κατά τη συζήτηση) πληρεξούσιός της, αφού το προσκομιζόμενο 7946/8-2-2007 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου ..... , με το οποίο αυτή (αναιρεσίβλητη) έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον άνω δικηγόρο να παρασταθεί στο δικαστήριο τούτο και να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της αιτήσεως στην άνω δικάσιμο, φέρει ημερομηνία συντάξεως 8-2-2007, ήτοι συντάχθηκε τρεις ημέρες μετά τη δικάσιμο. Επομένως, θεωρουμένης της αναιρεσιβλήτου ως μη εμφανισθείσης κατά τη συζήτηση, πρέπει, κατ άρθρο 576 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 502 παρ.2, 506 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατ άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., η ευδοκίμηση της αναιρέσεως. Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλήν άλλων 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν δε πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλομένη ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής (Ολομ.Α.Π. 27/1998, 32/1996).
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε ως κατ ουσίαν βάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1110 του Α.Κ., χωρίς να αναφέρει τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το κατ ουσίαν βάσιμο της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Με τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλομένη στερείται νομίμου βάσεως, αναφορικά με την επικαλούμενη από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη κυριότητά της επί των αναφερόμενων κινητών πραγμάτων, δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη δεν έχει αιτιολογίες είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλομένη, όπως από αυτή προκύπτει, έχει αιτιολογίες, όσον αφορά δε την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλομένης και τα ως άνω ελλείποντα περιστατικά.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 575/1978).
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, λαβούσα υπόψη τα μνημονευόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις προσκομισθέισες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σχημάτισε την κρίση της αναφορικά με την κυριότητα της ενάγουσας επί των αναφερόμενων σ αυτή (προσβαλλομένη) κινητών πραγμάτων. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερόμενων σ αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.Εξ άλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτής ισχυρισμός για να ιδρύσει (παραδεκτό) λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και (για το ορισμένο του λόγου) να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εκήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, εφόσον δεν αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία της αγωγής, είναι αόριστος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη αλλά μόνο προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ενώπιόν του, αν το πρόσωπο είναι καθ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, ενώ επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ως προς όσα βεβαιώνονται σ αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι, ενώ στην ... έκθεση αποβολής του δικαστικού επιμελητή .... αναφέρονται τα κινητά που βρίσκονταν στο μίσθιο κατά την αποβολή της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) από αυτό, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχαν στο μίσθιο κατά την αποβολή της ενάγουσας και άλλα κινητά που δεν αναφέρονταν στην έκθεση, αλλά στην αγωγή, στηριχθέν προς τούτο στις μαρτυρικές καταθέσεις.
Το περιστατικό που βεβαιώνεται στην άνω έκθεση αποβολής, ότι δηλαδή υπήρχαν στο μίσθιο κατά την αποβολή της ενάγουσας τα αναφερόμενα σ αυτή (έκθεση) κινητά, είναι από αυτά των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάξας την έκθεση αυτή δικαστικός επιμελητής.Επομένως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ως προς το περιστατικό αυτό επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς την προσβολή της εκθέσεως ως πλαστής, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων και των μαρτύρων.Κατά ταύτα, το Εφετείο, για να δεχθεί ότι στο μίσθιο κατά την αποβολή της ενάγουσας υπήρχαν τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη κινητά (ορισμένα από τα οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, δεν αναφέρονται στην έκθεση αλλά στην αγωγή), ορθά έλαβε υπόψη την άνω έκθεση και, ανταποδεικτικά, την κατάθεση του αναφερόμενου μάρτυρα και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου της καταθέσεως αυτής και της παραβιάσεως των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.14 και 12 του Κ.Πολ.Δ.
αντίθετος πέμπτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Το Εφετείο, με την 4717/2000 προδικαστική απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, κατ άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ., την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη 4819/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δικάσει ερήμην των εναγομένων και είχε δεχθεί την αγωγή της ενάγουσας και έταξε αποδείξεις, χωρίς έρευνα των λόγων αυτής (εφέσεως).Επομένως, το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί την άνω έφεση δεν χρειαζόταν να ερευνήσει τους λόγους της εφέσεως, μεταξύ των οποίων ο δεύτερος, στον οποίο περιέχεται ο ισχυρισμός ότι δεν συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων νέα μίσθωση αφορώσα τον ευρισκόμενο στην .... θερινό κινηματογράφο .... Κατά ταύτα, το Εφετείο, μη ερευνήσαν τον προαναφερθέντα, περιεχόμενο στον άνω λόγο εφέσεως, ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος έκτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ., ιδρυόμενος λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τις με επίκληση προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσαχθέν ..... τιμολόγιο του .... το οποίο μάλιστα αναφέρεται ειδικώς στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. έβδομος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, η ενάγουσα εζήτησε να υποχρεωθεί κάθε εναγόμενος και της καταβάλει, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία των εναγομένων, το ποσό των 8.000.000 δραχμών. Η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι από την αδικοπραξία (υπεξαίρεση) των εναγομένων η ενάγουσα ζημιώθηκε το ποσό των 9.041.000 δραχμών, κατά μερική παραδοχή της αγωγής και σύμφωνα με το άνω αίτημά της, υποχρέωσε κάθε εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.808.200 δραχμών ή 5.306, 52 ευρώ. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν επιδίκασε στην ενάγουσα πλέον του με την αγωγή αιτηθέντος και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος όγδοος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2005 αίτηση των .... κ.λ.π. για αναίρεση της 1387/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ