538/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated538/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2762/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8300/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της.
Full text
Απόφαση 538 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 538/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. Ψ. κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση.
Του αναιρεσίβλητου : Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.) που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2762/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8300/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Σεπτεμβρίου 2002 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 13 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με το πρώτο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 48 παρ.3 του ΝΔ 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" κατά την οποία ο χρόνος παραγραφής των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων αυτού, που συνδέονται μαζί του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών και που εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε να την εφαρμόσει, διότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974, καθόσον με τη θέσπιση αυτής υφίσταται διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι αυτών, σύμφωνα με τα άρθρα 250 αριθμ.6, 17 ΑΚ και 44 παρ.1, 48 παρ.1 του ΝΔ 496/1974, βραχυχρόνιας παραγραφής (πενταετία).
Για το ανωτέρω ζήτημα η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι η θεσπιζόμενη με την προαναφερόμενη διάταξη του ΝΔ 496/1974 υπέρ των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη παραγραφή δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ και είναι συνταγματικά θεμιτή, ενώ η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε αντίκειται στο άρθρ 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 659/2003, 1449/2002 κ.α.).
Ηδη όμως με την 1/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος και του Ν.3038/2002 έγινε δεκτό ότι η παρόμοια διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" που προβλέπει διετή παραγραφή των απαιτήσεων για αποδοχές ή αποζημιώσεις των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικώς ή στρατιωτικών, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 του Συντάγματος και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως.
Παρά το γεγονός δε ότι η ανωτέρω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια (άρθρα. 8 του Ν.3038/2002), η γενόμενη δεκτή σ' αυτή αντίθετη προς την κρατούσα άποψη δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, η επίλυση του οποίου μπορεί να έχει ως συνέπεια και τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, ως αντισυνταγματικής.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ.2β ΚΠολΔ, επιφυλασσομένου του τμήματος να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων της αναιρέσεως που δεν ερευνήθηκαν, στην περίπτωση που η Ολομέλεια ήθελε απορρίψει τον παραπεμπόμενο σ' αυτή λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου πάγου τον πρώτο λόγο της κρινόμενης από 25-9-2002 αιτήσεως της Γ. Ψ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8300/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ