Legislator Case Law & Legislation
537/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment limiting severance pay for public utility company employees.

Case Number 537/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject his claim for additional severance pay. The appellant argued that the court incorrectly applied statutory limits on compensation for employees of a public utility company, while the company contended the additional nine-month salary constituted severance pay subject to the maximum cap. The court ruled that the additional salary was indeed severance pay and therefore bound by the statutory ceiling of 15,000 euros, rejecting the appellant's arguments as legally unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2, 3 of A.N. 173/1967; Article 21, paragraph 13 of Law 3144/2003: Additional monthly salaries granted to employees of public utility companies upon termination are classified as severance pay and are subject to the statutory maximum compensation limit.

Keywords

AI generated
severance pay cap public utility company additional salary termination compensation statutory limit severance classification labor law

Cited Legislation

AI generated
A.N. 173/1967
2 του A.N. 173/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ.
Law 3144/2003
Law 2112/2020
Law 1876/1990
Law 618/1970

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 537 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 537/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1149/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης. Μάλιστα στην τελευταία περίπτωση η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, ανεξαρτήτως αν η επίδοση του οικείου περί παραιτήσεως δικογράφου έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα.

Συνεπώς η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε έφεση, είτε διότι παρήλθε άκαρπη η ανωτέρω τριακονθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης (ή σε περίπτωση μη επίδοσης αυτής η διετής πλέον - καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευσή της, κατά την παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ), είτε διότι κατά τα ήδη προαναφερθέντα ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της έφεσης ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, οπότε έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου, γίνεται, κατ' άρθρο 297 ΚΠολΔ, ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.

β ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το ασκηθέν ένδικο μέσον, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την από 1.2.2022 και με αριθμό κατ. 7378/20/2.2.2022 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν. Σ., που ασκήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Τριανταφύλλου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1149/15.6.2018 τελεσίδικη (πλέον) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10.4.2017 και με αριθμό κατ. 536753/1088/2017 αγωγή του, ως ουσία βάσιμη.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το νομίμως προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα με αριθμό 16594/21.2.2022, ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Έλλης Καλιτσουνάκη, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Αθηνών Γεώργιο Κουφογιάννη, τη δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "..." και τους διοριζόμενους απ' αυτούς άλλους δικηγόρους, να ασκήσουν την από 1.2.2022 αίτηση αναίρεσης, να προσδιορίσουν την αίτηση αναίρεσης και να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, έδωσε ρητή εντολή σ' αυτούς "να παραιτηθούν από την από 15.5.2020 και με αριθμό κατ. 32800/2020 έφεση που ασκήθηκε για λογαριασμό του κατά της ως άνω αποφάσεως ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αλλά και από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως στο μέλλον", παραίτηση η οποία έλαβε χώρα με το δικόγραφο της αναιρέσεως, το οποίο επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση (ΑΠ 318/2017). 2 Στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρείες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει, κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία, την καταβολή σε αυτούς και άλλης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967.

Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους και εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογουμένους και, στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών (Ολ.

ΑΠ 10/1998, ΑΠ 34/1997), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των ΣΣΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 800/2022, ΑΠ 174/2019, 614/2018). Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν, κατά κανόνα, κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.

Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ.

ΑΠ 20/2006, ΑΠ 800/2022). Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ.1 και 2 του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του ν.δ. 165/1973 και επέχει ισχύ νόμου, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με την 6395/1985 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541/16.9.1985), το οποίο, κατά το άρθρο 44 του νέου κανονισμού, εξακολουθεί να ισχύει για το προσωπικό που υπηρετούσε ως μόνιμο ή δόκιμο κατά την 10.6.1999, το μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, όταν απολύεται (αποχωρεί) με αίτησή του, λόγω 30ετούς πραγματικής υπηρεσίας ή, προκειμένου περί γυναικών, λόγω 25ετούς πραγματικής υπηρεσίας και εφόσον είναι έγγαμες ή έχουν ανήλικα τέκνα τα οποία συνοικούν με αυτές, 15ετούς πραγματικής υπηρεσίας, "λαμβάνει την υπό της κειμένης νομοθεσίας περί καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων, ως εκάστοτε ισχύει αύτη, οριζόμενη αποζημίωση".

Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της αποζημίωσης στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε. (ΟΤΕ)", κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία της (ν.δ. 1049/1949, α.ν. 301/1968, άρθρο 54 παρ.1 ν.δ. 165/1973, ν. 2167/1993, ν. 2257/1994) ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι, και κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ειδικά, άλλωστε, μνημονεύεται τούτο στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967.

Το χαρακτήρα αυτό, ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, δεν απέβαλε από το γεγονός της εξόδου της από το δημόσιο τομέα, δυνάμει του π.δ. 361/1991, όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο πρώτο του ν. 2257/1994, σύμφωνα με το οποίο ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ, "ο οποίος ιδρύθηκε με το ν.δ. 1049/1949 (ΦΕΚ Α' 195) και του οποίου το καταστατικό αναμορφώθηκε με το νόμο 2167/1993 (ΦΕΚ Α' 141), όπως ισχύει σήμερα, διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει, χωρίς να μεταβάλλεται η νομική του προσωπικότητα και χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας".

Το ότι το ανώτατο όριο αποζημίωσης αυξήθηκε ακολούθως με ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δεν επέφερε κατάργηση του νομοθετικώς θεσπισμένου ορίου, ώστε η οφειλόμενη από τον ΟΤΕ αποζημίωση να έχει πλέον εξομοιωθεί με τη γενικώς προβλεπόμενη στο ν. 2112/1920 (Ολ. ΑΠ 10/1998). Περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2374/1996 (Εισαγωγή μετοχών του ΟΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις), ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α' 189) που αφορούν στο ύψος της οφειλόμενης στο απολυόμενο προσωπικό του ΟΤΕ αποζημίωσης του ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α' 57), όπως ισχύουν, μετά τις υπογραφείσες μεταξύ του ΟΤΕ και της Ομοσπονδίας Εργαζομένων ΟΤΕ (ΟΜΕ-ΟΤΕ) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της εξακολουθούν να ισχύουν".

Επίσης, αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο πρώτο (προοίμιο) του ν. 3676/2008, σύμφωνα με το οποίο "Η εταιρεία με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ("ΟΤΕ" ή "Εταιρεία") είναι επιχείρηση ηλεκτρονικών επικοινωνιών, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα ως ανώνυμη εταιρεία", αφού δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της, ως ανώνυμης εταιρείας που ασκεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας, ούτε και από το άρθρο 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006, που ορίζει ότι, από την έναρξη ισχύος του, εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του ΟΤΕ ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOTE ΑΕ, όπως ισχύει, με την εξαίρεση των άρθρων 11, 12, 13, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας κλπ, που αφορούν σε θέματα εσωτερικού κανονισμού και αντίκεινται στις ρυθμίσεις του ως άνω Κανονισμού της COSMOTE ΑΕ, με την επιφύλαξη των εκεί αναφερομένων διατάξεων που εξακολουθούν να ισχύουν, το οποίο σαφώς ρυθμίζει μόνο το θέμα εναρμόνισης του κανονισμού προς αυτόν της COSMOTE (ΑΠ 800/2022, ΑΠ 675/2014).

Τέλος, με τον 9ο όρο της από 25.6.2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας (ΕΣΣΕ) μεταξύ της ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ, ορίζεται ότι "Η πρόσθετη αποζημίωση των τριών (3) μηνιαίων μισθών που χορηγούνται στο απολυόμενο προσωπικό, σύμφωνα με την απόφαση που πάρθηκε στην 2122/7.6.1989 (θ.33) συνεδρίαση του ΔΣ- ΟΤΕ ΑΕ, η οποία κατέστη όρος της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, αυξάνεται από 2.1.2002 σε πέντε (5) μηνιαίους μισθούς [όρος 9 της από 25.6.2001 ΕΣΣΕ]".

Η πρόσθετη αυτή αποζημίωση, με τον 6ο όρο της από 30.6.2003 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2.1.2004 σε επτά (7) μηνιαίους μισθούς και με τον 6ο όρο της από 19.5.2004 ΕΣΣΕ αυξήθηκε από 2.1.2005 σε εννέα (9) μηνιαίους μισθούς (ΑΠ 800/2022, ΑΠ 1314/2020, ΑΠ 614/2018, ΑΠ 597/2017). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, 1420/2013).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1149/15.6.2018 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 21η.01.1987 και απασχολήθηκε σ' αυτή μέχρι την 31η.12.2013, ήτοι 26 έτη, 11 μήνες και 9 ημέρες.

Κατά την ως άνω ημερομηνία (31.12.2013) ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης, κατόπιν ένταξής του στο πρόγραμμα οικειοθελούς αποχώρησης που εφάρμοσε η τελευταία το έτος 2013, δυνάμει της υπ' αριθμ. 427/Δ.1343/14.11.2013 απόφασης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Μ. Τ., υπογράφοντας το από 13.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της σύμβασης εργασίας του.

Κατά την αποχώρησή του ο ενάγων έλαβε τα ακόλουθα ποσά: α) ως αποζημίωση απόλυσης προσωπικού Ο.Τ.Ε. (νόμιμη αποζημίωση άρθρου 8 εδάφιο α του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το Ν. 2112/1920, με το πλαφόν του A.N. 173/1967, ως αυτό ίσχυε με τις ΕΣΣΕ), το ποσό των 25.291 ευρώ και β) πρόσθετο μικτό (προ φόρων και κρατήσεων) ποσό 124.281,19 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 149.580 ευρώ μικτά (κατόπιν στρογγυλοποίησης στην αμέσως επόμενη ακέραια δεκάδα) και 135.664 ευρώ καθαρά.

Στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ της εναγομένης και του ενάγοντος, ο τελευταίος δήλωσε ανεπιφύλακτα ότι με την καταβολή του ανωτέρω συνολικού ποσού υπερκαλύπτεται και σε αυτό συμψηφίζεται κάθε τυχόν χρηματική αξίωσή του έναντι της εταιρίας που συνδέεται με τη λύση της σύμβασης εργασίας του.

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, σύμφωνα με τον Ε.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., την πρόσθετη αποζημίωση των εννέα (9) μισθών που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19.05.2004 ΕΣΣΕ της εναγομένης, την οποία αξιώνει ο ενάγων, δικαιούνταν όσοι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί πριν τη 14η.7.2005 και ειδικότερα: 1) όσοι απολύονται ένεκα ψυχικής νόσου (άρθρο 40 παρ.1 β Ε.Κ.Π.-ΟΤΕ., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 του Ε.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.). 2) όσοι συμπληρώνουν το 65° έτος της ηλικίας τους (άρθρο 40 παρ. 1δ Ε.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 Ε.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.), 3) όσοι συμπληρώνουν 35 έτη πραγματικής υπηρεσίας (άρθρο 40 παρ. 1ε Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 Ε.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.), 4) όσοι εκλέγονται βουλευτές (άρθρο 40 παρ. 1στ Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 Ε.Κ.Π.-

Ο.Τ.Ε.), 5) όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης (άρθρο 40 παρ. 3 Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., σε συνδυασμό με το άρθρο 40 παρ. 6 Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε.), 6) όσοι υποβάλλουν αίτηση για αποχώρηση μετά τη συμπλήρωση 30ετίας ή 25ετίας προκειμένου περί Διευθυντών (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ι του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε.).

Στην περίπτωση αυτή ρητά προβλέπεται ότι η αποχώρηση αυτή εξομοιώνεται με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και ότι δικαιούται ο αποχωρών την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης, 7) το θήλυ προσωπικό μετά τη συμπλήρωση 25ετούς προϋπηρεσίας από του αρχικού διορισμού στον Ο.Τ.Ε., μετά δε 15ετούς κατά τα ανωτέρω πραγματικής υπηρεσίας, εφόσον είναι έγγαμο ή έχει ανήλικα τέκνα, τα οποία συνοικούν με αυτό (άρθρο 19 παρ. 2 περ.

γ του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 6395/1985 απόφαση του τότε Υπουργού Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541) που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του Ε.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε.). Ρητώς ορίζεται ότι η αποχώρηση αυτή εξομοιώνεται με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και ότι δικαιούται η αποχωρήσασα την προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης και 8) όσοι αποχωρούν βάσει του όρου Δ3 της από 10.05.1991 ΕΣΣΕ που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 44 του Ε.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., δηλαδή που θεμελιώνει δικαίωμα άμεσης σύνταξης.

Ο ενάγων, κατά το χρόνο της αποχώρησής του από την υπηρεσία της εναγομένης, δεν συμπεριλαμβανόταν σε κάποια από τις ως άνω κατηγορίες, πλην όμως, όπως διεξοδικά εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. ι του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε. περιέχουν δυσμενή μεταχείριση για τους άρρενες υπαλλήλους της εναγομένης που τελούν υπό αντίστοιχες συνθήκες με τις γυναίκες υπαλλήλους αυτής και συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου και είναι αντίθετη στη συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που ορίζουν τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος και οι σχετικές διατάξεις των Ν. 1414/1984 και 3896/2010 και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί καταργημένη από την 31η. 12.1982 και σε κάθε περίπτωση από την έναρξη ισχύος του Ν. 1414/1984 και του Ν. 3896/2010 και να εφαρμοσθεί υπέρ του ενάγοντος η ευμενέστερη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 περ. γ του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π.- Ο.Τ.Ε., η οποία ισχύει για το θήλυ προσωπικό [. . .].

Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του A.N. 173/1967, "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, OTE, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό το Ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Στην προκείμενη περίπτωση, η διεκδικούμενη από τον ενάγοντα πρόσθετη αποζημίωση των εννέα (9) μισθών που προβλέπεται στον όρο 6 της από 19.05.2004 ΕΣΣΕ της εναγομένης και την οποία δικαιούται δυνάμει του άρθρου 19 παρ. 2 περ. γ του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., υπερβαίνει το ανώτατο όριο αποζημίωσης απόλυσης των 15.000 ευρώ, το οποίο προκύπτει από το άρθρο 2 παρ. 2 του A.N. 173/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003.

Επισημαίνεται ότι η εναγόμενη εταιρία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφέλειας και υπάγεται στο ανώτατο όριο αποζημίωσης απόλυσης που ορίζει ο A.N. 173/1967 [. . .], ενώ παράλληλα η επίδικη αποζημίωση, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 19 παρ. 2 περ. γ του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 6395/1985 απόφαση του τότε Υπουργού Εργασίας και Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Β' 541) αποτελεί αποζημίωση απόλυσης, καθότι η εν λόγω αποχώρηση εξομοιώνεται με απόλυση λόγω ορίου ηλικίας, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 3 του α.ν. 173/1967, 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990, 21 παρ. 13 Ν. 3144/2003, Ν. 2112/2020 και τους σχετικούς με την ως άνω αποζημίωση όρους των από 7.3.1990, 25.6.2001, 30.6.2003 και 19.5.2004 ΕΣΣΕ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.

Τούτο διότι η εν λόγω παροχή των εννέα μηνιαίων μισθών, όπως αυξήθηκε διαδοχικά με τις προαναφερόμενες ΕΣΣΕ και χορηγείται στο προσωπικό που απολύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ- ΟΤΕ, αποτελεί πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, πέραν αυτής του ν. 2112/1920, η οποία, λόγω του ότι η εναγομένη συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας, υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στον περιορισμό που τίθεται με το άρθρο 3 του α.ν. 173/1967.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμοι. 5. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.2.2022 και με αριθμ. κατ. 7378/20/2.2.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1149/15.6.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.-

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ