Legislator Case Law & Legislation
537/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient causation reasoning regarding parking negligence.

Case Number 537/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a traffic accident verdict, finding the lower court's reasoning on causation insufficient. The appellants argued that the driver's negligence in parking did not legally cause the collision because the accident occurred within a short timeframe where traffic flowed normally. Consequently, the court declared the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must examine the substantive validity of appeal grounds, and if the lower court fails to establish a sufficient causal link between alleged negligence and the accident, the verdict must be set aside and remanded.

Keywords

AI generated
traffic accident causation parking negligence appeal admissibility Code of Civil Procedure remand for retrial insufficient reasoning civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 537 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 537/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Σ., 2) Β. Α. - Τ. του Ι., συζ. Ν. Π., κατοίκων ... και 3) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλέττη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "Ο.ΣΥ. ΑΕ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κρούπα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2952/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6129/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-3-2020 (αρ. κατ.2639/277/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 6129/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-6-2017 και με αρ. κατάθεσης 565418/3035/2017 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, στρεφόμενοι κατά των εναγομένων αναιρεσιβλήτων ισχυρίστηκαν, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ λεωφορείου, στην οδήγηση του οποίου είχε προστηθεί από την ιδιοκτήτρια αυτού, δεύτερη εναγόμενη και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές

βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη και κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή προκλήθηκε, στην Αργυρούπολη Αττικής, την 23-5-2016, αυτοκινητικό ατύχημα με την πρόσκρουση του παραπάνω λεωφορείου στο σταθμευμένο με αρ. κυκλοφορίας ... I X.Φ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι. Π. και είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, θετού τέκνου του πρώτου ενάγοντος, τέκνου της δεύτερης ενάγουσας και ετεροθαλούς αδελφού της τρίτης ενάγουσας.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ζήτησαν, μετά τον παραδεκτό εν μέρει περιορισμό του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 130.000 ευρώ και να υποχρεωθούν αυτοί, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, να καταβάλουν σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με την από 27-3-2017 αγωγή και με την από 22-3-2017 αγωγή που άσκησαν άλλοι συγγενείς του παραπάνω θανόντος (τέκνα αυτού άσκησαν την πρώτη αγωγή και ετεροθαλείς αδελφοί του την δεύτερη αγωγή) κατά των αυτών πιο πάνω εναγομένων και με τις οποίες αγωγές, εκθέτοντας τα ίδια πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πιο πάνω πρώτη από 28-6-2017 αγωγή ως προς τις συνθήκες του θανάσιμου τραυματισμού του Ι.

Π., ζήτησαν, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της κάθε αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και τον περιορισμό του αιτήματος αυτής (αγωγής) σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων σε κάθε αγωγή να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο κάθε ένας, σε κάθε ενάγοντα τα στην κάθε αγωγή αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν, λόγω θανάτου του συγγενούς τους.

Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αρ.2952/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι παραπάνω τρεις συνολικά αγωγές έγιναν μερικά δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 13-12-2018,12-2-2019 και 1-7-2019 εφέσεις, αντίστοιχα, από τους ενάγοντες των προαναφερθεισών αγωγών ως και οι από 2-1-2019, 24-5-2019 και 30-5-2019 εφέσεις, αντίστοιχα, από τους εναγόμενους της κάθε αγωγής.

Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αρ. 6129/2019 προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο ατύχημα τυγχάνουν ο πρώτος εναγόμενος και ο θανών και καθορίστηκε το ποσοστό συνυπαιτιότητάς τους σε 80% και 20%, αντίστοιχα, το δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις των εναγόντων εκκαλούντων της δεύτερης και τρίτης αγωγής και δέχτηκε αυτές των εναγομένων εκκαλούντων και την έφεση των εναγόντων της πρώτης αγωγής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε τις αγωγές, δέχτηκε μερικά αυτές ως κατ' ουσία βάσιμες, επιδικάζοντας στους εκκαλούντες, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μικρότερα ποσά από αυτά που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρο 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Κατά το άρθρο 34 παρ.1 ν.2696/1999. "Η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται, αν δεν δημιουργείται εξ αυτών κίνδυνος ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και αν δεν υπάρχουν σχετικές απαγορευτικές πινακίδες ή διαγραμμίσεις". Κατά την παρ. 2: "Η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται: .... β) σε απόσταση μικρότερη από δώδεκα (12) μέτρα από στάσεις αστικών, υπεραστικών, ηλεκτροκίνητων λεωφορείων και τροχιοδρομικών οχημάτων" και κατά την παρ. 9: "Ο οδηγός μηχανοκίνητου οχήματος εκτός των δίτροχων μοτοποδηλάτων και δίτροχων μοτοσυκλετών δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι και των ΕΠΗΟ αν υποχρεωθεί να σταθμεύσει σε οδόστρωμα σε θέση που απαγορεύεται η στάθμιση είναι υποχρεωμένος να τοποθετήσει πινακίδα ή κατάλληλη συσκευή, σύμφωνα με το άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα, με τρόπο ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που πλησιάζουν.

Η πινακίδα τοποθετείται στο οδόστρωμα και σε απόσταση μεγαλύτερη από είκοσι (20) μέτρα στις κατοικημένες περιοχές, πενήντα (50) δε μέτρα εκτός κατοικημένων περιοχών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του παρόντος. Η αυτή υποχρέωση υφίσταται και για τα ρυμουλκούμενα στην ως άνω περίπτωση".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π.149/2014).

Στην ερευνώμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη παραπάνω 6129/2019 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24-5-2016 ο Ι. Π. συγγενής των εναγόντων των συνεκδικασθεισών αγωγών, οδηγώντας το υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, ιδιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία εργαζόταν ως οδηγός, με συνοδηγό τον εξάδελφό του Ι. Α., εκτελούσε δρομολόγιο μεταφοράς αυτοκινήτων από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Στις 23.40 ώρα ο ως άνω οδηγός στάθμευσε το όχημά του επί της διπλής κατευθύνσεως οδού Αργυρουπόλεως στο Δήμο Αργυρουπόλεως Αττικής και συγκεκριμένα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού από Ηλιούπολη προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 41, προκειμένου να κατεβάσει ένα από τα μεταφερόμενα αυτοκίνητα.

Στο ως άνω σημείο σταθμεύσεως το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Αργυρουπόλεως από Ηλιούπολη προς λεωφόρο Βουλιαγμένης, έχει κατωφέρεια με μεγάλη κλίση πλάτους επτά (7) μέτρων, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας και με ανώτατο όριο ταχύτητας πενήντα (50) χιλιόμετρα, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει του Τμήματος Τροχαίας Ελληνικού.

Από την ως άνω έκθεση προκύπτει ότι υπήρχε επαρκής φωτισμός στο οδόστρωμα, ότι η ορατότητα δεν περιοριζόταν και ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική. Ο οδηγός του ως άνω οχήματος, αφού κατέβηκε από αυτό, μετέβη πίσω από το όχημα προκειμένου να ξεκινήσει τη διαδικασία για την εκφόρτωση μεταφερόμενου αυτοκινήτου, ενώ ο συνοδηγός Ι.

Α. στάθηκε στο πεζοδρόμιο παρακολουθώντας τον οδηγό του οχήματος που ξεκινούσε τη διαδικασία για το κατέβασμα των πέδιλων (ράμπας) του οχήματος. Μετά από τέσσερα (4) περίπου λεπτά από τη στάθμευση του ως άνω φορτηγού και ενώ ο οδηγός του Ι. Π. εκτελούσε ακόμα τη πιο πάνω διαδικασία εκφόρτωσης, ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (αστικό λεωφορείο), ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, εργοδότριας του πρώτου εναγομένου οδηγού, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος επί της οδού Αργυρουπόλεως, με κατεύθυνση από Ηλιούπολη προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του αστικού λεωφορείου στο οπίσθιο μέρος της αυτοκινητάμαξας με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο Ι.

Π., λόγω των πολλαπλών κακώσεων που υπέστη, καθότι εγκλωβίσθηκε ανάμεσα στα δύο οχήματα. Λόγω της σφοδρότητας της προσκρούσεως αλλά και της κατωφέρειας του οδοστρώματος το σταθμευμένο όχημα μετακινήθηκε προς τα εμπρός περίπου για τριάντα (30) μέτρα με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στα μεταφερόμενα από αυτό οχήματα και στο υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... IXE σταθμευμένο αυτοκίνητο και να καταστραφεί ολοσχερώς η παρακείμενη στάση των αστικών λεωφορείων, καθότι επέπεσε επ'αυτής ένα από τα μεταφερόμενα οχήματα. Από την έκθεση αυτοψίας προκύπτει ότι το σώμα του θανόντος βρέθηκε εγκλωβισμένο στο οδόστρωμα, όπου υπήρχε λίμνη αίματος, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από το πεζοδρόμιο, ότι δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης ή πλάγιας ολίσθησης ενώ ανευρέθηκαν χαραγές και αποξέσεις στο οδόστρωμα μήκους 6 μέτρων και πλάτους 1,70 μέτρων εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας που άρχιζαν από το σημείο προσκρούσεως και θραύσματα από τα οχήματα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας.

Από την υπ'αριθμ. πρωτ. .../9/273-ι/23-5-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. Σ., μηχανολόγου- μηχανικού, που διορίσθηκε ως πραγματογνώμων από την Τροχαία Ελληνικού και ο οποίος μελέτησε τους ταχογράφους των ως άνω οχημάτων, προκύπτει ότι α) το υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... αστικό λεωφορείο εκινείτο από την 23.20 ώρα μέχρι την 23.40 ώρα με ταχύτητα 70 χιλιομέτρων, στις 23.43 ώρα με ταχύτητα 60 χιλιομέτρων και στις 23.44 ώρα με μηδενική ταχύτητα κατόπιν βιαίας διακοπής της και β) το υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας ... φορτηγό εκινείτο στις 23.40 ώρα με ταχύτητα 45 χιλιομέτρων και ότι 23.45 ώρα είχε μηδενική ένδειξη καθότι βρισκόταν σε στάση. Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης που διενεργήθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Ελληνικού εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο Ι. Α., ο οποίος, στην από 24-5-2016 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, κατέθεσε ότι ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο εξάδελφός του Ι.

Π., ότι ο τελευταίος στάθμευσε το όχημα στη δεξιά λωρίδα της οδού Αργυρουπόλεως προκειμένου να ξεφορτώσει ένα αυτοκίνητο σε ένα κατάστημα και ότι είχε ανάψει τα αλάρμ του αυτοκινήτου και το φάρο, ότι αυτός βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και ο οδηγός πίσω από το φορτηγό και έβγαζε τα πέδιλα για να ξεφορτώσει, ότι ο οδηγός του είπε να έχει το νου του για τα αυτοκίνητα που θα διέρχονταν, ότι αυτός είδε ένα αστικό λεωφορείο να κινείται με μεγάλη ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ότι του έκανε νοήματα να πάει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και ότι ο οδηγός του λεωφορείου χωρίς καν να πατήσει φρένο προσέκρουσε πάνω στο φορτηγό και εγκλώβισε τον οδηγό μεταξύ του λεωφορείου και της καρότσας του φορτηγού, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα.

Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος, στην από 24-5-2016 έκθεση εξέτασής του, ως κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι οδηγούσε το αστικό λεωφορείο στην οδό Αργυρουπόλεως, χωρίς επιβάτες, καθότι είχε σχολάσει και μετέβαινε στο αμαξοστάσιο του Ελληνικού, κινούμενος με ταχύτητα 40-50 χιλιόμετρα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι δεν θυμάται τίποτε σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος.

Ο ίδιος στις από 2-12-2016 έγγραφες εξηγήσεις του, που κατέθεσε στις 6-12-2016 στο Τμήμα Τροχαίας Ελληνικού, ανέφερε ότι ενώ επέστρεφε στο αμαξοστάσιο και εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ξαφνικά και από αδιευκρίνιστη αιτία έχασε τις αισθήσεις του και ότι, μόλις συνήλθε, αντιλήφθηκε ότι το λεωφορείο που οδηγούσε είχε συγκρουσθεί με το φορτηγό που ήταν σταθμευμένο μπροστά του και ότι για το λόγο αυτό δεν έχει εικόνα για το πώς συνέβη η μοιραία σύγκρουση.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξετάσθηκε ως μάρτυρας των εναγόντων ο Ι. Α. που, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, κατέθεσε ότι βρισκόταν στο πεζοδρόμιο πίσω από το σταματημένο φορτηγό και τους κώνους σε απόσταση 20 μέτρων από αυτό, ότι το λεωφορείο εκινείτο με ταχύτητα στη δεξιά λωρίδα, ότι ο οδηγός του ήταν όρθιος στο τιμόνι, ότι δεν είχε μετακινηθεί από τη θέση του οδηγού, ότι η αυτοκινητάμαξα μετακινήθηκε 20 περίπου μέτρα, ότι ο οδηγός του λεωφορείου μετά το ατύχημα κατέβηκε και το μόνο που είπε ήταν η φράση "Θεέ μου τι έκανα", ότι δεν επικαλέσθηκε ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του, ότι πριν το ατύχημα είχαν περάσει άλλα δύο οχήματα και ότι ο φάρος και τα αλάρμ του αυτοκινήτου ήταν αναμμένα.

Περαιτέρω στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξετάσθηκε χωρίς όρκο ο πρώτος εναγόμενος που κατέθεσε ότι οδηγούσε το αστικό λεωφορείο προς το αμαξοστάσιο του Ελληνικού χωρίς επιβάτες, έχοντας πραγματοποιήσει το τελευταίο δρομολόγιο προς Κηφισιά (με αριθμό 550), ότι δεν αντιλήφθηκε το ατύχημα γιατί έχασε τις αισθήσεις του, ότι κατόπιν ιατρικών εξετάσεων που υποβλήθηκε διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο περί συγκοπικού επεισοδίου, ότι τη στιγμή του ατυχήματος δεν ήταν άυπνος ή κουρασμένος, ότι συνήλθε και ανέκτησε τις αισθήσεις του κατά την πρόσκρουση, που πετάχτηκε και αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, ότι οδηγούσε επί δεκατρία (13) χρόνια και ότι μετά το ατύχημα δεν οδήγησε ξανά και μετετάγη σε άλλες υπηρεσίες της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και συγκεκριμένα σε θέση φύλακα και αργότερα στην έκδοση εισιτηρίων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με απόφαση της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της δεύτερης εναγομένης εταιρείας (ΟΣΥ ΑΕ) ο πρώτος εναγόμενος μετήχθη για λόγους υγείας στη θέση του φύλακα από 27-9-2016 έως 27-12-2016 με υποχρέωση να επανεξετασθεί από τους ιατρούς εργασίας εταιρείας αυτής. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος υποβλήθηκε στις 2-2-2017 σε δοκιμασία ανακλίσεως στη Α' Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" όπου διαπιστώθηκε ότι στο 5° λεπτό της εξέτασης, μετά από τη χορήγηση νιτρωδών, υπέστη λιποθυμία με πτώση αρτηριακής πίεσης.

Στην ως άνω εξέταση ως συμπέρασμα αναγράφεται "θετική δοκιμασία ανακλίσεως για αγγειοκατασταλτικού τύπου συγκοπή". Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες προσκομίζουν την από 20-12-2017 ιατρική γνωμάτευση του Γ. Σ., καρδιολόγου, στην οποία αναγράφεται ότι η αγγειοκατασταλτική συγκοπή είναι η πιο συχνή αιτία απώλειας συνείδησης, ότι συμβαίνει όταν το σώμα αντιδρά με υπερβολικό τρόπο σε ερεθίσματα (πόνος, φόβος κλπ) ή σε υπερβολικά στρεσογόνες καταστάσεις, οπότε το σώμα αντιδρά με απότομη πτώση των παλμών της καρδιάς ή και της πίεσης του αίματος που μπορεί να προκαλέσει λιποθυμία, ότι για να τεκμηριωθεί η διάγνωση ο ασθενής υποβάλλεται σε δοκιμασία ανάκλισης και ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν χορηγείται θεραπεία διότι είναι περιττή και αναποτελεσματική.

Περαιτέρω στο προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες της από 13-12-2018 εφέσεως άρθρο της ιστοσελίδας του διαδικτύου "incardiology.gr" με τίτλο "συγκοπή ή λιποθυμία" αναφέρεται ως προς την αγγειοπαρασυμπαθητική συγκοπή (λιποθυμία) ότι είναι το πιο συχνό αίτιο συγκοπής που οφείλεται στην πτώση της αρτηριακής πιέσεως λόγω ανώμαλης αγγειοδιαστολής που προκαλείται αντανακλαστικά λόγω συγκίνησης, φόβου ή άγχους, ότι εμφανίζονται μερικά πρόδρομα συμπτώματα, όπως ναυτία, ζάλη, θόλωση ή εξασθένιση όρασης που μπορεί να προηγηθούν αρκετά λεπτά πριν τη λιποθυμία και ότι αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από το ιστορικό της εξέτασης του αρρώστου, τα εργαστηριακά ευρήματα και το ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ισχυρίζονται με το πρώτο λόγο της εφέσεως τους ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου από αυτούς, οδηγού του αστικού λεωφορείου ιδιοκτησίας της δεύτερης από αυτούς, καθότι αποδείχθηκε ότι το ατύχημα οφειλόταν σε ανωτέρα βία και συγκεκριμένα σε αιφνίδιο συγκοπικό επεισόδιο που αυτός υπέστη και ότι για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να τροχοπεδήσει.

Πλην, όμως, ο ως άνω ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλούντων δεν αποδείχθηκε βάσιμος κατ' ουσία για τους εξής λόγους: α) ο πρώτος εναγόμενος εξεταζόμενος προανακριτικά στις 24-5-2016 ως κατηγορούμενος, την επομένη ημέρα του ατυχήματος, κατέθεσε ότι δεν θυμόταν τίποτε για τις συνθήκες του ατυχήματος χωρίς να αναφέρει για λιποθυμικό επεισόδιο, το οποίο ανέφερε για πρώτη φορά στο από 2-12-2016 απολογητικό του υπόμνημα, β) ο Ι.

Α., που ήταν αυτόπτης μάρτυρας, κατά την εξέταση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι ο οδηγός λεωφορείου ήταν όρθιος στο τιμόνι και ότι δεν είχε μετακινηθεί από τη θέση του, ούτε είχε πέσει, εννοώντας ότι ήταν κανονικά στη θέση του οδηγού, ότι αμέσως μετά το ατύχημα κατέβηκε από το λεωφορείο και ότι το μόνο που είπε ήταν η φράση "θεέ μου τι έκανα" χωρίς να επικαλεσθεί ότι είχε χάσει τις αισθήσεις του, γ) από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν τραυματίσθηκε, από το οποίο συνάγεται ότι αυτός είχε τις αισθήσεις του και μπόρεσε να συγκρατήσει το σώμα του χρησιμοποιώντας για αντίσταση τα χέρια του στο τιμόνι, ενώ αν ήταν σε κατάσταση λιποθυμίας το σώμα του θα είχε εκτιναχθεί λόγω της σφοδρότητας της προσκρούσεως του αστικού λεωφορείου στο φορτηγό και θα είχε προφανώς τραυματισθεί, δ) από το γεγονός ότι αν και πριν το συγκοπικό επεισόδιο εμφανίζονται, όπως προεκτέθηκε, πρόδρομα συμπτώματα, όπως, ναυτία, ζάλη, θόλωση κλπ, ο πρώτος εναγόμενος κατά την εξέτασή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όχι μόνο δεν ανέφερε ότι του παρουσιάσθηκαν τέτοια συμπτώματα, αλλά αντίθετα κατέθεσε ότι δεν ήταν κουρασμένος ή ταλαιπωρημένος.

Το γεγονός, δε, ότι μετά από οκτώ (8) μήνες από την ημερομηνία του ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος υποβλήθηκε σε δοκιμασία ανακλίσεως, που απέβη θετική για αγγειοκατασταλτικού τύπου συγκοπή, δεδομένου ότι μετά τη χορήγηση νιτρωδών υπέστη λιποθυμία με πτώση της αρτηριακής πίεσης, δεν αποδεικνύει ότι αυτός είχε υποστεί αντίστοιχη λιποθυμική συγκοπή κατά την ημέρα του ατυχήματος, η δε σχετική αναφορά στο ως άνω ιατρικό έγγραφο εξέτασης, της ημερομηνίας του ατυχήματος, ως ιστορικό συγκοπικού επεισοδίου, έγινε κατόπιν αναφοράς του πρώτου εναγομένου και όχι ως διαπίστωση από ιατρική εξέταση, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό των εναγομένων των συνεκδικασθεισών αγωγών ότι το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε ανωτέρα βία, ισχυρισμό που αυτοί είχαν προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ορθά, κατ'αποτέλεσμα, έκρινε και αφού συμπληρωθεί η έλλειψη αιτιολογίας της εκκαλουμένης αποφάσεως με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως των υπό κρίση από 2-1-2019, από 24-5-2019 και από 30-5-2019 εφέσεων των εναγομένων - εκκαλούντων να απορριφθεί ως κατ'ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών στάθμευσε το φορτηγό που οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Αργυρουπόλεως με κατεύθυνση από Ηλιούπολη προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, που αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, σε σημείο όπου υπάρχει στάση αστικών λεωφορείων, όπου η στάση και η στάθμευση απαγορεύεται και όπου δημιουργείτο από αυτή (στάθμευση) κίνδυνος και παρακώλυση της κυκλοφορίας, προκειμένου να κατεβάσει από το όχημα που οδηγούσε ένα από τα μεταφερόμενα με αυτό οχήματα.

Το γεγονός, άλλωστε, ότι δημιουργείτο κίνδυνος από τη στάθμευση του φορτηγού προκύπτει και από την προανακριτική κατάθεση του συνοδηγού του οχήματος, που κατέθεσε ότι ο οδηγός του είπε τη φράση "να έχει το νου του για το αν έρχονται αυτοκίνητα". Πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος άναψε τα φώτα έκτακτης ανάγκης και το φάρο του οχήματος, πλην, όμως, παρέλειψε να τοποθετήσει σε απόσταση τουλάχιστον είκοσι (20) μέτρων πινακίδα (τρίγωνο) ή άλλη κατάλληλη συσκευή, όπως υποχρεούταν από τα άρθρα 34 παρ.9 και 81 του ΚΟΚ.

Ο μάρτυρας των εναγόντων, που ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο θανών, κατέθεσε, μεν, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ο θανών είχε τοποθετήσει κώνους, πλην, όμως, ο ίδιος στην προανακριτική του κατάθεση, που δόθηκε την επομένη ημέρα του ατυχήματος, είχε καταθέσει ότι ο θανών είχε ανάψει τα αλάρμ και το φανό, χωρίς να αναφέρει ότι είχε τοποθετήσει κώνους στο οδόστρωμα.

Άλλωστε ούτε στην προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ελληνικού, αναγράφεται ότι βρέθηκαν κώνοι ή τριγωνική πινακίδα στο οδόστρωμα. Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι για την επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων των συνεκδικασθεισών αγωγών και ήδη εκκαλούντων - εφεσίβλητων ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του αστικού λεωφορείου ιδιοκτησίας και κατοχής της δεύτερης εναγόμενης, ασφαλισμένου στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κατά ποσοστό 80%, γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη προσοχή, δεν επέδειξε την επιμέλεια που μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει κάτω από τις ως άνω περιστάσεις ο μέσος συνετός οδηγός, εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των εξήντα (60) χιλιομέτρων (νύκτα, κατοικημένη περιοχή, κατωφέρεια με μεγάλη κλίση του οδοστρώματος,

σταθμευμένο όχημα με αναμμένα τα φώτα ανάγκης και με φάρο) μεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των πενήντα (50) χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον θανόντα που βρισκόταν πεζός στο οδόστρωμα πίσω από το σταθμευμένο στη δεξιά λωρίδα όχημά του, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, αφού η υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και η οδήγηση χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη προσοχή, συνετέλεσαν ώστε ο πρώτος εναγόμενος να μη αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό που βρισκόταν στο οδόστρωμα.

Πλην, όμως, συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 20% είναι και ο ίδιος ο θανών καθότι ως επαγγελματίας οδηγός φορτηγού οχήματος έχοντας σκοπό να κατεβάσει από αυτό ένα από τα μεταφερόμενα αυτοκίνητα, δεν φρόντισε να σταθμεύει αυτό σε σημείο όπου επιτρεπόταν η στάθμευση, αλλά στάθμευσε προσωρινά σε σημείο όπου απαγορευόταν η στάθμευση και δημιουργείτο κίνδυνος και παρακώλυση της κυκλοφορίας, χωρίς να φροντίσει να τοποθετήσει τριγωνική πινακίδα σε απόσταση τουλάχιστον είκοσι (20) μέτρων πίσω από το σταθμευμένο όχημα που οδηγούσε ώστε να ειδοποιούνται από απόσταση οι οδηγοί που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας για να μειώνουν ταχύτητα, παραμένοντας για διάστημα τεσσάρων (4) περίπου λεπτών εντός του οδοστρώματος της δεξιάς λωρίδας, προκειμένου να κατεβάσει μεταφερόμενο όχημα, χωρίς να φέρει στο σώμα του φωσφοριζέ γιλέκο ή άλλο διακριτικό στοιχείο, ώστε να γίνεται αντιληπτός από απόσταση από τα αυτοκίνητα που κινούνταν στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, συμβάλλοντας αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά του, κατά το προαναφερθέν ποσοστό, στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι για το ένδικο τροχαίο ατύχημα υπήρχε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, απορρίπτοντας σιωπηρά την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, που προέβαλαν παραδεκτά και νόμιμα οι εναγόμενοι των συνεκδικασθεισών αγωγών στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις τους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθότι έπρεπε να κρίνει συνυπαίτιο και το θανόντα του θανάσιμου τραυματισμού του κατά το προαναφερθέν ποσοστό, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμου του σχετικού δεύτερου λόγου των από 2-1-2019, από 24-5-2019 και από 30-5-2019 εφέσεων των εναγομένων-εκκαλούντων".

Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι η σύγκρουση των ως άνω οχημάτων οφείλεται σε συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, συνισταμένη σε ό,τι λεπτομερώς ανωτέρω περιγράφεται, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του θανόντος οδηγού του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της προκλήσεως του ατυχήματος, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων εφαρμοσθεισών από εκείνο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, στερώντας έτσι, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, αν και το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο θανών οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου είχε σταθμεύσει το όχημά του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αργυρουπόλεως, με κατεύθυνση από Ηλιούπολη προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 41, σε σημείο όπου, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 2 εδ.

β' του Κ.Ο.Κ., απαγορεύεται, γιατί υπάρχει στάση αστικών λεωφορείων, δεν προσδιορίζει το ακριβές σημείο της οδού, όπου βρισκόταν η στάση αυτή και την απόσταση μεταξύ αυτής και του σταθμευμένου, όπως δέχεται, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 41 αυτοκινήτου του θανόντος, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν η απόσταση του αυτοκινήτου από την εν λόγω στάση των αστικών λεωφορείων ήταν μικρότερη των δώδεκα (12) μέτρων και, κατά συνέπεια, αν στοιχειοθετείται η εν λόγω αποδιδομένη στον θανόντα παράβαση.

Περαιτέρω, το Εφετείο και καθ' όσον αφορά στο προαναφερόμενο ζήτημα (της σταθμεύσεως του φορτηγού σε σημείο, όπου απαγορεύεται, λόγω στάσεως αστικών λεωφορείων) δέχεται ότι το φορτηγό αυτοκίνητο, εξ αιτίας της σφοδρότητας της συγκρούσεως και της κατωφέρειας του οδοστρώματος, μετακινήθηκε προς τα εμπρός σε απόσταση τριάντα (30) μέτρων, με αποτέλεσμα, εκτός άλλων, να προκληθεί η ολοσχερής καταστροφή της παρακείμενης στάσεως των αστικών λεωφορείων, λόγω της επ' αυτής πτώσεως ενός εκ των μεταφερομένων από αυτήν οχημάτων.

Δέχεται, δηλαδή, το Εφετείο, ότι η στάση των αστικών λεωφορείων, που, εξ αιτίας του προεκτεθέντος λόγου, καταστράφηκε ολοσχερώς, βρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον τριάντα (30) μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως, όπου, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές του, είχε σταθμεύσει το φορτηγό αυτοκίνητο, γεγονός, που, κατά λογική αναγκαιότητα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προ της συγκρούσεως τούτο (φορτηγό αυτοκίνητο) δεν ήταν σταθμευμένο σε απόσταση μη επιτρεπόμενη από την προεκτεθείσα διάταξη του Κ.Ο.Κ. (12 μέτρα ή μικρότερη) από τη στάση των αστικών λεωφορείων, εν όψει και του ότι δεν διευκρινίζεται ούτε σε ποιό συγκεκριμένο χρονικό σημείο και συνακόλουθα τοπικό σημείο (της προς τα εμπρός, κατά 30 μέτρα, κινήσεως του φορτηγού) συνέβη η πτώση του μεταφερομένου με αυτό (φορτηγό) οχήματος, με περαιτέρω συνέπεια η τοιαύτη κρίση του Εφετείου να αντιφάσκει με την προηγούμενη σχετική του.

Ακόμη, το Εφετείο αν και δέχεται ότι ο θανών οδηγός: α) είχε ανάψει τα φώτα έκτακτης ανάγκης και τον φάρο του οχήματός του και β) είχε επιφορτήσει τον συνοδηγό του Ι. Α. να στέκεται στο πεζοδρόμιο του προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Αργυρουπόλεως (στη δεξιά λωρίδα της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, είχε σταθμεύσει το όχημά του), προκειμένου να προειδοποιεί τους οδηγούς των κινουμένων επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας οχημάτων περί της σταθμεύσεως του οχήματός του, ώστε να κινηθούν επί της αριστερής λωρίδας αυτής και ότι ο τελευταίος προσπάθησε με νοήματα να προειδοποιήσει τον οδηγό του λεωφορείου, ο οποίος, όμως, δεν τον αντιλήφθηκε καθόλου, στη συνέχεια κρίνει ότι ο θανών παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 9 του Κ.Ο.Κ.

διότι δεν τοποθέτησε πίσω από το όχημά του και σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων τριγωνική πινακίδα, χωρίς όμως να διευκρινίζει με ποιο τρόπο η τοποθέτηση ενός, απειροελάχιστου σε όγκο, σε σχέση με: α) τα φώτα έκτακτης ανάγκης και τον φάρο του φορτηγού και β) την παρουσία στο πεζοδρόμιο ανθρώπου, που με χειρονομίες και σινιάλα προσπαθεί να προειδοποιήσει, αντικειμένου επί του οδοστρώματος και συγκεκριμένα της τριγωνικής πινακίδας, θα ήταν αποτελεσματικότερη και θα είχε ως αποτέλεσμα την αποφυγή της συγκρούσεως.

Περαιτέρω, αν και δέχεται, ότι ο θανών στάθμευσε το όχημα του επί της διπλής κατεύθυνσης οδού Αργυρουπόλεως και συγκεκριμένα στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού αυτής, από Ηλιούπολη προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 41, ότι στο παραπάνω σημείο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης έχει πλάτος 7 μέτρων με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος η ορατότητα δεν περιοριζόταν, υπήρχε επαρκής φωτισμός και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ότι ο θανών είχε ανάψει τα φώτα έκτακτης ανάγκης και τον φάρο του οχήματος του, ότι ο συνεπιβάτης του Α.

ήταν στο πεζοδρόμιο κι έκανε νοήματα στον οδηγό του λεωφορείου να πάει αριστερά, ότι είχαν περάσει ήδη δύο οχήματα χωρίς πρόβλημα στα τέσσερα λεπτά που ήταν ακινητοποιημένο το όχημα και ότι το λεωφορείο, κινούμενο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αργυρουπόλεως με ταχύτητα 60 χιλ/ώρα, προσέκρουσε στο φορτηγό, χωρίς ο οδηγός του να τροχοπεδήσει ή να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, δεν αιτιολογεί επαρκώς, πώς συνδέεται αιτιωδώς, η αποδιδόμενη στον θανόντα αμέλεια, συνισταμένη στην παραπάνω περιγραφείσα παράνομη επί του οδοστρώματος στάθμευση του οχήματος του και στην μη τοποθέτηση πίσω από αυτό και σε απόσταση 20 μέτρων τριγωνικής ή άλλης ενδεικτικής πινακίδας, με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα, ούτε πως το ατύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί, αν ο θανών είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητό του επί της αυτής οδού σε απόσταση μεγαλύτερη των 12 μέτρων από την εν λόγω στάση, εν όψει και των παραπάνω παραδοχών της σχετικά με τις συνθήκες κυκλοφορίας, σύμφωνα με τις οποίες η κυκλοφορία στα τέσσερα λεπτά, που είχε σταθμεύσει το όχημα, διεξήγετο κανονικά χωρίς κάποιο πρόβλημα και λαμβανομένου υπόψη, ότι κατά τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 34 περ.2β του ν.2696/1999, η απαγόρευση στάσης και στάθμευσης σε απόσταση μικρότερη των 12 μέτρων έχει τεθεί προς διευκόλυνση αποβίβασης και επιβίβασης των επιβατών του λεωφορείου και όχι για την ομαλή κίνηση των οχημάτων επί της οδού και την αποφυγή πρόσκρουσης, ενώ δεν υφίσταται παραδοχή για ύπαρξη σήμανσης, η οποία να απαγορεύει την στάθμευση (πέραν της προβλεπομένης στην διάταξη άρθρου 34 περ.2β ν.2696/1999) στο σημείο εκείνο της οδού.

Επομένως, όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες συνδυαστικά με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι βάσιμα και πρέπει να γίνουν δεκτά, καθώς και οι αντίστοιχοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα α) των λοιπών από τον αριθμό 1,8,19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, λόγων, αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας των πιο πάνω λόγων της αναίρεσης που έγιναν δεκτοί και αφορούν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της που πλήττεται με τους λόγους αυτούς.

Κατόπιν τούτου πρέπει, κατά παραδοχή των λόγων αυτών της αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6129/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνο, που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ