Legislator Case Law & Legislation
537/2018 AI generated

537/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 537/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

537/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): I.- Με την κρινόμενη από 5-10-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... 15-10-2013, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 537 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 537/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ (Ο.Α.Ε.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Ζωγράφου, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται, ως καθολικός διάδοχός του, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται από την ίδια, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Α., κατοίκου ..., 2)Κ. Γ. του Λ., κατοίκου ..., 3)Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 4)Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5)..., κατοίκου ..., 6)Ι. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 7)Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 8)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 9)Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 10)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 11)Μ. -Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 12)Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 13)Κ. Μ., κατοίκου ..., 14)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 15)Σ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 16)Β. Π. του Π., κατοίκου ..., 17)Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., 18)Μ. Π. του Ε., κατοίκου ... Κρήτης, 19)Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 20)Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 21)Δ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 22)Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 23)Θ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 24)Α. Χ. του Π., κατοίκου ..., 25)Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 26) Ο. Ψ. του Μ., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1149/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 5/10/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 31/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Με την κρινόμενη από 5-10-2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ... 15-10-2013, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

4ΚΠολΔ), υπ’ αριθμόν 1149/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 243/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4- 4-2007 και με αριθμό κατάθεσης Γ.Α.Κ ...2007 αγωγή τους ως μη νόμιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά στην καταψήφιση των αιτούμενων με την αγωγή ποσών και ακολούθως απέρριψε το ως άνω κεφάλαιο της αγωγής λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής.

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, ασκείται από διάδικο που νίκησε, με την επίκληση ότι έχει έννομο συμφέρον προς τούτο καθόσον με την απόρριψη του παραπάνω κεφαλαίου της αγωγής ως αορίστου παρέχεται η δυνατότητα στους αναιρεσιβλήτους να αναζητήσουν τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή τους ποσά, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, και στρέφεται κατά αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της οποίας δεν προκύπτει επίδοση και δεν υπόκειται αυτή σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 552, 553 παρ.1, 556 παρ. 2, 558 και 564 παρ. 3). Επομένως η αναίρεση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

II.- Ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 4-4-2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ισχυρίσθηκαν ότι απασχολήθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα με διαδοχικές συμβάσεις έργου, οι οποίες στην πραγματικότητα υπέκρυπταν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του και ειδικότερα εκθέτουν το χρόνο"που καθένας τους αρχικά προσλήφθηκε από το εναγόμενο το διάστημα από 16-11-1998 έως 24-10-2001 και τις διαδοχικές συμβάσεις που ακολούθησαν, που όλες χαρακτηρίστηκαν ως συμβάσεις έργου, για να απασχοληθούν στην υπηρεσία του εναγομένου ως επιμελητές εισπράξεων των εισφορών των ασφαλισμένων του.

Ότι παρείχαν τις υπηρεσίες για τις οποίες προσλήφθηκαν συνεχώς μέχρι την πρόσληψη καθενός από το εναγόμενο, που έλαβε χώρα το διάστημα από 15-4-2005 έως16 -9-2006 κατόπιν διαγωνισμού μετά τις υπ’ αριθμ..../2004 και ...2004 προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, αντίστοιχα, ως δοκίμου υπαλλήλου του εναγομένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε κενή οργανική θέση, και μετά από αντίστοιχες πράξεις του Αντιπροέδρου του εναγομένου, δημοσιευθείσες νόμιμα στο ΦΕΚ.

Με βάση το περιληπτικό αυτό ιστορικό ζήτησαν α) να αναγνωριστεί ο χαρακτήρας της απασχόλησής τους με τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή τους διαδοχικές συμβάσεις έργου ως ενιαίας σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή τους μέχρι το διορισμό τους, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθέναν από αυτούς , με εξαίρεση τους 14η και 23° των εναγόντων ως προς τους οποίους το αίτημα μετετράπη σε αναγνωριστικό, τα δώρα εορτών, καθώς και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από το χρόνο που συνήφθη η αρχική σύμβαση εκάστου εξ αυτών μέχρι και το χρόνο που τελικά προσλήφθηκε από το εναγόμενο, και τέλος, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από τους πρώτη, πέμπτη, όγδοο, ενδέκατη δωδέκατη, δέκατη έβδομη και εικοστό πέμπτο των εναγόντων, τις καθυστερούμενες αποδοχές των μηνών Αυγούστου’ 2005 έως και Φεβρουαρίου 2006, νομιμοτόκως από το χρόνο που ήταν καταβλητέο κάθε επιμέρους κονδύλιο, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 243//2010 οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεχόμενο α) ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των επίδικων συμβάσεων, ως συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, δεν δόθηκε από τα ίδια τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά αποδίδεται ευθέως από το νόμο (2η παράγραφο άρθρου 89 του ν. 2084/1992) όπου, ρητά γίνεται μνεία του νομικού χαρακτηρισμού της σύμβασης ως σύμβασης έργου, β) ότι οι επίδικες συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 89 του. 2084/1992 από φορείς κοινωνικής ασφάλισης με τους ενάγοντες ως ιδιώτες φέρουν πάντοτε, κατά νομοθετική επιταγή, το χαρακτήρα μισθώσεως έργου, ακόμη και αν οι ενάγοντες προσφέρουν εξαρτημένη εργασία και συνεπώς δεν μπορεί να τεθεί θέμα εκτιμήσεώς τους ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή ή σχέσεων εξαρτημένης εργασίας και γ) ότι δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει εν προκειμένω και ορθός νομικός χαρακτηρισμός των επιδίκων σχέσεων ως συμβάσεων έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ( που αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων) καθόσον ο νομικός αυτός χαρακτηρισμός επιβάλλεται μόνο όταν τα ίδια τα συμβαλλόμενα προσέδωσαν συγκεκριμένη νομική χροιά στη σύμβαση και όχι όταν ο χαρακτηρισμός της σύμβασης γίνεται από το νόμο.

Ακολούθως το Εφετείο Αθηνών στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν εφέσεως των εναγόντων αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη απόφαση, όσον αφορά το κεφάλαιο Λου αφορά την καταψήφιση των αιτουμένων με την αγωγή δώρων εορτών, αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και καθυστερούμενων αποδοχών (δεύτερο και τρίτο αίτημα της αγωγής) και απέρριψε την αγωγή κατά το κεφάλαιο (αίτημα) αυτό ως αόριστη αντικαθιστώντας ταυτόχρονα τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης ως προς πρώτο αίτημα της αγωγής.

III.- Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεση της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 1153/2010, ΑΠ 812/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α)" , με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από τους αριθμούς 17 και19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και δή ότι αυτή περιέχει αφενός μεν αντιφατικές διατάξεις αφετέρου δε ότι δεν έχει νόμιμη βάση και κυρίως δεν έχει αιτιολογίες, άλλως ότι έχει αντφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης για τον οποίο προβάλλεται από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ η, από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις μεταξύ του ιστορικού και του αιτιολογικού μέρους αυτής κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος καθόσον η αντίφαση θα πρέπει να υπάρχει, όπως προεκτέθηκε στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης.

Περαιτέρω, ενόψει του ότι με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, η αγωγή ως μη νόμιμη κατά το αίτημα αυτής και ως αόριστη κατά τα υπό στοιχεία β και γ αιτήματα αυτής απορριπτέος, ως απαράδεκτος, κρίνεται ο ίδιος ως άνω, κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται (από το αναιρεσείον) η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση αφού ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, διαλαμβάνουσα κατάρτιση ελάσσονος προτάσεως αναφερομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/97, ΑΠ 7Θ1/11, ΑΠ 121/2009), η οποία όμως ελλείπει στην ένδικη υπόθεση αφού η αγωγή απορρίφθηκε, ως νομικά αβάσιμη κατά το πρώτο αυτής αίτημα και ως αόριστη κατά τα άλλα αιτήματα αυτής.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη κατά της προσβαλλόμενης με τον οποίο αποδίδεται σε αυτή ότι επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή περισσότερο από ότι ζητήθηκε (αριθ.9, περ. α και β), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν δεν επιδικάστηκε κάτι σε βάρος του αναιρεσείοντος, προϋπόθεση που συντρέχει στην ένδικη υπόθεση αφού η κατ’ αυτού αγωγή απορρίφθηκε, κατά τα προαναφερθέντα.

Απαράδεκτοι επίσης είναι και οι τρίτος από τους αριθμούς 9 περ. α και β, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέταρτος από τους αριθμούς 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει τις αιτιάσεις που περιέχονται στον πρώτο και το δεύτερο λόγο της αναίρεσης που κρίθηκαν απορριπτέοι κατά τα ανωτέρω.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 περ. 1, δέχθηκε, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία και κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, των άρθρων 681 ,€π. Του Α. Κ. και 13 του Ν. 2112/1920, της παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 2130/1993, του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 , του άρθρου 89 του ν. 2084/1992,του άρθρου 78 του ν. 2676, του π.δ. 164/2004, του άρθρου 103 του Συντάγματος αλλά και αυτών των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ότι οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας και όχι με έγκυρη σύμβαση, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η μοναδική σύμβαση που συνέδεε τους αναιρεσιβλήτους με τον Οργανισμό ήταν αυτή της έγκυρης σύμβασης έργου.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης,το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα^ διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 περ. 1 δέχθηκε, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, αλλά και κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας ότι "Ό ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ’ εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη..", αν και από το ως άνω άρθρο του Συντάγματος συνάγεται απαγόρευση τόσο της μετατροπής των συμβάσεων, όσο και αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης έννομης σχέσης.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚπολΔ με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη ότι δέχθηκε, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία και κατά παράβαση της παρ.1 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, των άρθρων 681 επ. του Α.Κ. και 13 του ν. 2112/1920, της παρ. 6 του άρθρου 13 του 2130/1993, του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, του άρθρου 89 του ν.2084/1992, του άρθρου 78 τουν. 2676/1999 του π.δ. 164/2004, του άρθρου 103 του Συντάγματος, αλλά και αυτών των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ότι οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας και όχι με έγκυρη σύμβαση, ενώ θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η μοναδική σχέση που συνέδεε τους αναιρεσίβλητους με τον Οργανισμό ήταν αυτή της έγκυρης σύμβασης έργου (4ος λόγος) και ανεπίτρεπτη μεταβολή των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (5ος λόγος) αλυσιτελώς προβάλλονται και πρέπει να απορριφθούν για το λόγο αυτό, καθόσον στηρίζονται επί εσφαλμένης παραδοχής, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπιση της προσβαλλόμενης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή κατά τα ανωτέρω, δεν δέχθηκε μετατροπή των ένδικων συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αντιθέτως έκρινε ότι οι ένδικες αυτές συμβάσεις έργου φέρουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι είναι άκυρες αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ" απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο για την απόρριψη της αγωγής, κατά τα προεκτιθέμενα, αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον (καθολικός διάδοχος του οποίου από 1-1-2017 είναι πλέον, κατ’ άρθρο 51 παρ. 1 ν. 4387/2016, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης") ως ηττώμενο στη μειωμένη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, καθόσον έχει τα ουσιαστικά δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, κατ’ άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εις. Ν. ΚΠολΔ και όπως νυν ισχύει μετά την υπ’ αρ. 134423/1992 Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΊ 1/1993 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 σε συνδυασμό άρθρο 62 παρ. 3 περ. θ ν. 4387/2016, όπως ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2013 αίτηση με γενικό αριθμό κατάθεσης ...2013 για αναίρεση της 1149/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικαζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ΕΥΡΩ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30-1-2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15-3-2018

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ