537/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 537 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated537/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 537 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 537 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 537/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Ν.Ε.", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες εδρεύουν τύποις στην ... της ..., ουσία όμως στον Πειραιά και εκπροσωπούνται νόμιμα, 3) Α. Η. του Σ., 4) Χ. Η. του Σ. και 5) Π. Η. του Σ., κατοίκων .... Οι 2 πρώτες εκ των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χιωτέλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι δε 3ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο.
Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Η. του Σ., 2) Χ. Η. του Σ. και 3) Π. Η. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "... S.A." και 3) εταιρείας με την επωνυμία "...", οι οποίες εδρεύουν στην ... της ..., και εκπροσωπούνται νόμιμα. Η 1η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη, ενώ οι 2η και 3η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Χιωτέλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2008 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "... Ν.Ε.", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, επί της οποίας εκδόθηκε η 4005/2009 μη οριστική απόφαση. Στη συνέχεια ασκήθηκε η δεύτερη από 10-3-2010 αγωγή της ίδιας ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "... Ν.Ε." ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που συνεκδικάστηκε με την αρχική αγωγή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5327/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 945/2013 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάνε οι αναιρεσείοντες με τις από 21-11-2014 και 25-9-2014 αιτήσεις τους, αντίστοιχα και τους από 13-2-2015 πρόσθετους επί της από 25-9-2014 αίτησης, λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε τις από 16-9-2015 και 9-3-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της από 21-11-2014 αίτησης και β) την απόρριψη (πλην του πρώτου κυρίου λόγου) της από 25-9-2014 αίτησης και των από 13-2-2015 προσθέτων αυτής λόγων.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση στην ίδια δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού α)η από 25-9-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι εμπροθέσμως και παραδεκτά ασκηθέντες με το από 17-2-2015 αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής και β)η από 21-11-2014 αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 945/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, αφού έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως: Η ενάγουσα, εταιρεία με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (ήδη αναιρεσείουσα στην από 21-11-2014 αίτηση και πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 25-9-2014 όμοια) με την από 8-8-2008 αγωγή της επικαλούμενη την καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και του αποβιώσαντος ήδη Σ. Η. σύμβαση μισθώσεως έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της απορρύπανσης και του περιορισμού της θαλάσσιας ρύπανσης από την βύθιση του πλοίου του τελευταίου, ζήτησε την αναγνώριση της υποχρεώσεως των εναγομένων στην καταβολή της αμοιβής της, των μεν τεσσάρων πρώτων, υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Η. συζύγου και πατέρα αυτών, των πέμπτης και έκτης των εναγομένων, εταιρειών που είχαν την πραγματική τους έδρα στην ημεδαπή, χωρίς να έχουν υπαχθεί στον ελληνικό νόμο και να έχουν άδεια λειτουργίας, θεωρουμένων εν τοις πράγμασι ως προσωπικές εταιρείες με αποτέλεσμα ο επ’ ονόματι των συμβληθείς Σ. Η. να ευθύνεται εις ολόκληρον με αυτές και της έβδομης των εναγομένων ως διευθύντριας της πέμπτης εναγομένης πλοιοκτήτριας ανώνυμης εταιρείας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4005/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία αφ’ ενός μεν απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη ως προς τα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα και ως μη νόμιμη ως προς την έβδομη των εναγομένων, αφ’ ετέρου δε αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τις εναγόμενες εταιρείες, με σκοπό την έκδοση κοινής απόφασης και την ενιαία ρύθμιση της διαφοράς. Ακολούθως η ενάγουσα άσκησε την από 10-3-2010 αγωγή, στρεφόμενη πλέον, μετά την αποποίηση της κληρονομιάς από την αρχική πρώτη εναγομένη, σύζυγο του αποβιώσαντος Σ. Η., μόνον κατά των τέκνων του Α. Χ. και Π. Η. (ήδη αναιρεσειόντων στην από 25-9-2014 αίτηση αναίρεσης) και επανέφερε προς συζήτηση με κλήση την από 8-8-2008 αγωγή της κατά των εναγομένων εταιρειών, η συζήτηση της οποίας όπως προαναφέρθηκε είχε ήδη αναβληθεί. Συζητήσεως γενομένης επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 5327/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η πρώτη των ως άνω αγωγών ως προς τις εναγόμενες εταιρείες λόγω παραγραφής, έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η δεύτερη των αγωγών και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων φυσικών προσώπων να καταβάλουν στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας. Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις (και πρόσθετους λόγους οι εναγόμενοι) αμφότερα τα διάδικα μέρη. Επ’ αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 945/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση των εναγομένων και μετ’ εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η από 8-8-2008 αγωγή, έγινε δεκτή εν μέρει η από 10-3-2010 αγωγή, υποχρεώθηκαν δε οι δι’ αυτής εναγόμενοι (κληρονόμοι του Σ. Η.) και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση τους προς καταβολή στην ενάγουσα των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών. Η τελευταία ως άνω απόφαση πλήττεται ήδη με τις συνεκδικαζόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν αφενός η ενάγουσα (την από 21-11-2004) και αφ’ ετέρου οι εναγόμενοι, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Η. (την από 25-9-2014 αίτηση και τους από 17-2-2015 πρόσθετους λόγους αυτής).
Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά του νικήσαντος αντιδίκου του αναιρεσείοντος όχι δε και κατά του ομοδίκου του, ως προς τον οποίο" είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, εφ’ όσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία να βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.Α.Π. 24/1997). Επομένως η από 25-9-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά το μέρος που στρέφονται κατά των ομοδίκων των αναιρεσειόντων, εταιρειών με τις επωνυμίες "... S.A." και "...", που εδρεύουν στην ... της ..., υπέρ των οποίων η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχει διάταξη που να βλάπτει τους αναιρεσείοντες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επειδή, από το άρθρο 529 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι , στην κατ’ έφεση δίκη οι διάδικοι επιτρέπεται να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιον του ως απαράδεκτα, διότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αφού η λήψη τούτου υπόψη υποδηλώνει σιωπηρά απόκρουση της προθέσεως στρεψοδικίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 237 παρ, 3 εδ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία της δευτεροβάθμιας. δικής (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), νέοι ισχυρισμοί με την προσθήκη μπορεί να προταθούν και νέα αποδεικτικά μέσα να προσκομισθούν μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις κατατεθείσες προτάσεις, ενώ κατά την διάταξη του άρθρο 270 παρ.2 εδ. γ’ του Κ.Πολ.Δ.,, που επίσης τυγχάνει εφαρμογής στην κατ’ έφεση διαδικασία, για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η, εντός των προθεσμιών του άρθρου 237 παρ. 3, προσκομιδή, προσθέτων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διατάξεως, η οποία προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (Α.Π. 1454/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της από 25-9-2014 αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. ...28-5-2013 ένορκη βεβαίωση του Ν. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς, η οποία δεν είχε προσκομισθεί νομίμως από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κατά την ενώπιον του συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι συνετάγη μετά την εν λόγω συζήτηση, εντός της προθεσμίας αντικρούσεως, και προσκομίσθηκε από την ως άνω αναιρεσίβλητη με την κατατεθείσα την 28-5-2013 προσθήκη - αντίκρουση αυτής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδιαιτέρως της προσβαλλομένης αποφάσεως και της από 28-3-2013 "προσθήκης-αντίκρουσης" των προτάσεων της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, προσκομίσθηκε από την τελευταία προς αντίκρουση της υπ’ αριθμ. ...22-5-2013 ένορκης βεβαιώσεως του Ν. Δ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθησαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, συνταχθείσα την προτεραία της σχετικής συζητήσεως. Μάλιστα το Εφετείο μνημονεύει ιδιαιτέρως στην απόφαση του τις δύο ως άνω ένορκες βεβαιώσεις και δέχεται ότι αυτές παραδεκτώς προσκομίζονται και λαμβάνονται υπόψη.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 681 του Α.Κ., "με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, και ο εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή". Για το ορισμένο της εκ του άρθρου τούτου αγωγής του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής του για το έργο που εκτέλεσε και παρέδωσε στον εναγόμενο εργοδότη, οφείλει αυτός να επικαλεστεί τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση της βαρύνουσας αυτόν υποχρεώσεως να παραδώσει το έργο στον εργοδότη. Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 291, 292 Α.Κ. και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 συνάγεται ότι όταν συνομολογήθηκε νομίμως οφειλή σε ξένο νόμισμα, ο δανειστής ενασκώντας με την αγωγή την αξίωση του, μπορεί να ζητήσει να του καταβληθεί το ισάξιο σε δραχμές (ήδη ευρώ) του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα, κατά την οποία πράγματι γίνεται η πληρωμή, όχι δε και κατά τον χρόνο της λήξεως ή κάποιον άλλον χρόνο. Μετά την αντικατάσταση της δραχμής, ως εθνικού νομίσματος, με το ευρώ, η οποία έλαβε χώρα την 1η Ιανουαρίου 2002, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2842/2000, οι ανωτέρω οφειλές εξοφλούνται σε ευρώ με την συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ και αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της εξοφλήσεως. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις αξιώσεις που στηρίζονται απευθείας στο νόμο και στις έγκυρες συμβατικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, ενώ δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις των αξιώσεων αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που διέπονται από το Ελληνικό δίκαιο (Α.Π. 678/2010, 124/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 25-9-2014 αίτηση αναιρέσεως για την θεμελίωση της κατά των αναιρεσειόντων αγωγής της και δη της περί καταβολής της αμοιβής απαιτήσεως της εξέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής, κατ’ ακριβή εδώ εκ του αγωγικού δικογράφου μεταφορά: " ...έχουμε απαίτηση για τις θαλάσσιες εργασίες και τις εργασίες καθαρισμού των ακτών ποσού Δολλαρίων ΗΠΑ...2.70Ί.299, άλλως το δραχμικό ισόποσο κατά το πέρας των υπηρεσιών μας, ήτοι την 06.10.2000 ...Δρχ. 1.066.540.000 και ...σήμερα Ευρώ 3.129.977,90. Γενικά ο υπολογισμός των επιμέρους κονδυλίων της αγωγής μας είχε γίνει με βάση το Δολλάριο Η ΠΑ, δεδομένου ότι τα τιμολόγιά μας είναι δολλαριακά επειδή απευθύνονται κυρίως σε πελάτες πολλών εθνικοτήτων διεθνώς. Η σύμβαση μας που αφορούσε το επίδικο περιστατικό δεν είχε συμφωνημένο τίμημα σε Δολλάρια ΗΠΑ, αλλά αφορούσε παροχή υπηρεσιών και απλώς ο τιμοκατάλογος μας ήταν σε Δολλάρια ΗΠΑ. Στείλαμε δε το τιμολόγιο μας εκπεφρασμένο σε Δολλάρια ΗΠΑ, δεδομένου ότι το επίδικο πλοίο ήταν υπό αλλοδαπή σημαία (...), η πλοιοκτήτρια "... S.A.", εμφανιζόταν αλλοδαπή φερόμενη ως εδρεύουσα στην ... και τελούσε υπό διαχείριση της εταιρείας ...., επίσης φερόμενης ως εδρεύουσας στην αλλοδαπή (...).
Συνεπώς, η συναλλαγή εμφανιζόταν να είναι διεθνής. Δεδομένου όμως, ότι, όπως εκ των υστέρων απεδείχθη, η πλοιοκτήτρια του πλοίου είχε την πραγματική της έδρα στην Ελλάδα και μάλιστα εχρησιμοποιειτο από τον αποβιώσαντα Σ. Η. κατά κατάχρηση της νομικής της προσωπικότητας, νομίμως η απαίτηση μας είναι δραχμική (νυν σε Ευρώ) και προβάλλεται ως τοιαύτη και συνεπώς σε περίπτωση που χρειασθεί να υπολογισθεί το δραχμικό ισόποσο οποιουδήποτε επιμέρους κονδυλίου της απαιτήσεως μας, ο υπολογισμός αυτός πρέπει να γίνει με την ισοτιμία ενός (1) Δολλαρίου προς Δρχ. 394,825 (που είναι η ισοτιμία που ίσχυε την 06.10.2000, ήτοι κατά τον χρόνο περατώσεως της παροχής των υπηρεσιών μας) και με βάση αυτήν το καθένα από τα επιμέρους κονδύλια προσδιορίζεται σε δραχμές και έκαστο κονδύλιο διαιρούμενο δια 340,750 προσδιορίζεται αντιστοίχως και σε Ευρώ...". Η αγωγή υπό το άνω περιεχόμενο είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη και ως προς την συμφωνία των συμβαλλομένων μερών περί εργολαβικής αμοιβής, η οποία , όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν αγωγικό περιεχόμενο, δεν ήταν σε ξένο νόμισμα και δη σε δολλάρια, αλλά στο εγχώριο νόμισμα που τότε ήταν η δραχμή, στην οποία και μετετράπησαν, με την ισοτιμία του χρόνου περατώσεως του έργου, ο τιμοκατάλογος και τα εκδοθέντα από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων τιμολόγια, τα οποία ήταν εκπεφρασμένα σε δολλάρια Η.Π.Α., λόγω των διεθνών συναλλαγών της με πελάτες διαφόρων εθνικοτήτων. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη και ως προς κεφάλαιο της συμφωνηθείσης αμοιβής την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, παραλείποντας να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ως προς το ρηθέν κεφάλαιο της, την ένδικη αγωγή και ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της από 25-9-2014 αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο, μετά την παραδοχή δια της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ότι η αμοιβή της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν είχε συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα και δη σε δολλάρια, ορθώς ακολούθως εχώρησε στον προσδιορισμό αυτής, σε δραχμές, κατά τον χρόνο περατώσεως του έργου, κατά μετατροπή των δολλαριακών τιμολογίων της ανωτέρω, με την υφιστάμενη, κατά τον ίδιο χρόνο, μεταξύ δολλαρίου Η.Π.Α. και δραχμής, ισοτιμία. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος(κατά τα δεύτερο σκέλος του) λόγος της ίδιας ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 291, 292 Α.Κ. και 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932, με τον ως είρηται καθορισμό της ισοτιμίας των νομισμάτων (δολλαρίου - δραχμής και ήδη ευρώ) κατά τον χρόνο περατώσεως του έργου και όχι κατά τον ορθό χρόνο πληρωμής της αμοιβής που ανάγεται στον χρόνο συζητήσεως της αγωγής, είναι αβάσιμος, ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, της συνομολογήσεως δηλαδή της αμοιβής σε αλλοδαπό νόμισμα, η οποία στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν συντρέχει.
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 249 του Α.Κ. "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", κατά δε το άρθρο 250 του ίδιου Κώδικα σε πέντε χρόνια παραγράφονται μεταξύ άλλων οι αξιώσεις: "1. των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν". Εξάλλου κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ, που ορίζει ότι: "έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικός και κύριον επάγγελμα έχουν την εμπορίαν"., απαιτείται, ως στοιχείο της νομικής εννοίας του εμπόρου, η άσκηση εκ μέρους του κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικών πράξεων. Αντικειμενικώς εμπορική πράξη, κατά το αρθρ. 2 του από 2/14.5.1835 β.δ/τος "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων" είναι και η επιχείρηση χειροτεχνίας, συνιστά δε τοιαύτη και η εκτέλεση έργου στο πλαίσιο εργολαβικής συμβάσεως, αφού ο εργολάβος διαμεσολαβεί με σκοπό το κέρδος στην παρεχομένη από άλλους εργασία και στην χρήση μηχανημάτων. Επομένως οι αξιώσεις του εργολάβου από την εκτέλεση του έργου που εκτέλεσε, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του αρθρ. 250 αριθ. 1 Α.Κ., η οποία κατά τα άρθρα 251 και 253 του ίδιου Κώδικα αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή, η δικαστική της επιδίωξη (Α.Π. 768/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α’ του Α.Κ. "την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής", κατά δε το άρθρο 263 του αυτού Κώδικα "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 221 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η νέα αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί και πριν τελεσιδικήσει η απορριπτική της προηγουμένης απόφαση, για να έχει το ως άνω αποτέλεσμα πρέπει να έχει ασκηθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων και να θεμελιούται επί της αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (Α.Π.1221/2011, 215/2011). Τέλος, από τα άρθρα 11 και 12 του ν. 743/1977 "Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", όπως έχουν τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί σε ενιαίο κείμενο με το π.δ. 55/1998, προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση ρυπάνσεως ή πιθανού κινδύνου προκλήσεως τοιαύτης, ο πλοίαρχος και ο εκπρόσωπος του πλοίου υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως το περιστατικό στην αρμοδία Λιμενική Αρχή ή στο Υπουργείο και να λάβουν άμεσα κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, περιορισμό και αντιμετώπιση της ρυπάνσεως και αν αδυνατούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα στην έκταση που απαιτείται, υποχρεούνται να αναθέτουν αμέσως τις εργασίες αυτές σε αναγνωρισμένες επιχειρήσεις ευθυνόμενοι για τις συνέπειες κάθε καθυστερήσεως. Η αρμοδία Λιμενική Αρχή αμέσως μόλις πληροφορηθεί περιστατικό ρυπάνσεως ή πρόδηλο και επικείμενο κίνδυνο προκλήσεως ρυπάνσεως, λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την αποτροπή, τον περιορισμό και την εξουδετέρωση των συνεπειών της, ενημερώνοντας σχετικώς τον πλοίαρχο ή πλοιοκτήτη ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του και σε περίπτωση απουσίας αυτών, τον πράκτορα ή άλλον αρμόδιο του πλοίου. Η Λιμενική Αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί και να συντονίζει ιδιωτικά μέσα και να ζητεί τη συνδρομή συναφών οργανισμών ή ιδιωτικών επιχειρήσεων που διαθέτουν τα αναγκαία μέσα και τη σχετική πείρα για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. Η χρησιμοποίηση των μέσων που ανήκουν σε Οργανισμούς και ιδιώτες γίνεται πάντοτε κάτω από τον έλεγχο της Αρχής, ενώ οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν το πλοίο και αυτόν που με οποιονδήποτε τρόπο προκάλεσε τη ρύπανση, ενώ και οι εργασίες αντιμετωπίσεως της ρυπάνσεως, εκτελούνται πάντοτε υπό την άμεσο εποπτεία της Αρχής, η οποία εξασφαλίζει ότι διενεργούνται με την επιβαλλομένη ταχύτητα και με αποδεκτές μεθόδους. Οι αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολεμήσεως της ρυπάνσεως, έχουν όλες τις ευθύνες του εντολοδόχου για τη λήψη των προβλεπομένων μέτρων προλήψεως και καταπολεμήσεως της ρυπάνσεως και εκτελούν τις σχετικές εργασίες υπό την εποπτεία και κατά τις υποδείξεις της Λιμενικής Αρχής, με ποινή ανακλήσεως της αδείας, που τους έχει χορηγηθεί. Για την αποκατάσταση ζημιών που έχουν προκληθεί από ρύπανση προερχομένη από πλοίο, καθώς και για τις δαπάνες που έχουν γίνει για την αποτροπή ή την εξουδετέρωση αυτής υπεύθυνος είναι αυτός που προκάλεσε υπαιτίως τη ρύπανση ή τον πιθανό κίνδυνο προκλήσεως αυτής (πταισματική ευθύνη) και μετ’ αυτού ευθύνονται εις ολόκληρον (μεταξύ άλλων) ο πλοιοκτήτης , ο εφοπλιστής, ο εν Ελλάδι διαχειριστής του πλοίου, επί πλοίων δε ανηκόντων εις ανωνύμους εταιρείας και ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, ως και ο διευθύνων σύμβουλος αυτής. Οι δαπάνες στις οποίες υπεβλήθησαν το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α. για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση της ρυπάνσεως καταλογίζονται με απόφαση της Αρχής σε βάρος των ανωτέρω συνυπεύθυνων προς αποκατάσταση της ζημίας προσώπων (Α.Π.332/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αποφαινόμενο επί της ενστάσεως των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως και της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης περί διακοπής της παραγραφής, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Στην από 8-8-2008 ...αγωγή η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στην από 25-9-2014 αίτηση αναιρέσεως και αναιρεσείουσα στην από 21-11-2014 όμοια) επικαλείται... Ότι ο θανών Σ. Η., ήταν... ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης ως κυρίας του ρυπογόνου πλοίου, πέμπτης εναγομένης αλλοδαπής εταιρίας, ασκών...το σύνολο των εννόμων σχέσεων και πραγματικών καταστάσεων, που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως και εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής. Ότι η...ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία.... αποτελεί μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, ο δε ως άνω θανών ευθύνεται με την ιδιότητα του μόνου διευθύνοντος την άνω εταιρεία. Ότι η έκτη εναγομένη...αποτελεί, ομοίως, μια εν τοις πράγμασι ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν ήταν η διαχειρίστρια του ως άνω ρυπογόνου πλοίου, ο δε θανών Σ. Η. ήταν ο μόνος διευθυντής της εμφανιζόμενης διαχειρ. πλοίου εταιρείας, ασκών με την ιδιότητα του αυτή το σύνολο των εννόμων σχέσεων... που συνιστούν τις έννοιες της διοικήσεως εκπροσωπήσεως της εταιρείας αυτής, επιπλέον δε ήταν και ο μοναδικός μέτοχος αυτής. Ότι οι τέσσερις πρώτοι των εναγομένων αποτελούν τους νόμιμους κληρονόμους του αποθανόντος την 5.12.2003 Σ. Η. με την ιδιότητα της συζύγου η 1ηκαι των τέκνων οι 2ος, 3η και 4η. Ότι η ένδικη αξίωση είναι χρέος της κληρονομιάς, για το οποίο ευθύνονται σε ολόκληρο οι άνω κληρονόμοι του. Ότι οι ανωτέρω δύο (5η+6η) εναγόμενες εταιρείες είχαν την πραγματική τους έδρα στην ημεδαπή, χωρίς να υπαχθούν στον Ελληνικό Νόμο και να έχουν άδεια λειτουργίας, θεωρούνται εν τοις πράγμασι προσωπικές εταιρείες με αποτέλεσμα ο συμβαλλόμενος επ’ ονόματι των Σ. Η. να ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτές. Ότι, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, ο θανών ασκούσε ο ίδιος την εκμετάλλευση του ένδικου πλοίου κατά τρόπο αφανή, κυρίως... μέσω των παρενθέτων εναγόμενων νομικών προσώπων κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας αυτών...Και ότι συνεπώς, θεμελιώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη αυτού με τα νομικά πρόσωπα...Με την 8460/2008 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Πειραιώς η ανωτέρω αγωγή απορρίφτηκε λόγω της αοριστίας της ως απαράδεκτη για τους πρώτους τέσσερις των εναγομένων οι οποίοι ενήχθησαν με την ιδιότητα, των κληρονόμων του Σ. Η....Τέλος, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι...έπρεπε να αναβληθεί η συζήτηση της αγωγής ως προς την πέμπτη και έκτη των εναγόμενων με σκοπό την έκδοση κοινής αποφάσεως και ενιαίας ρύθμισης της διαφοράς (αρ.308 ΚΠολΔ)...Στην από 10-3-2010...αγωγή, την οποία η ίδια, όπως πιο πάνω, ενάγουσα, στρέφει μόνο κατά των τέκνων του ως άνω θανόντος..., αφού η μητέρα τους και σύζυγος του θανόντος Χ. Η., αποποιήθηκε... την...κληρονομιά, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου της εκτίθενται ακριβώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ενώ η οφειλή των εναγομένων προσδιορίστηκε, μετά την προσαύξηση του κληρονομικού μεριδίου του κάθε τέκνου: στο ποσό των 1.043.325,966 ευρώ....Με την εκκαλουμένη απόφαση συνεκδικάστηκαν α) η από 8-8-2008 αγωγή, μόνο κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των 5ης και 6ης από τους εναγόμενους, ως προς τις οποίες είχε αναβληθεί η συζήτηση... και β) η από 10-3-2010 αγωγή.
Ακολούθως...απορρίφτηκε η από 8-8-2008 αγωγή γιατί κρίθηκε ότι η ένδικη αξίωση ως προς τις εναγόμενες αυτές εταιρίες είχε παραγραφεί, ενώ έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η από 10-3-2010 αγωγή..Οι εναγόμενοι ...όπως και πρωτοδίκως προτείνουν την ένσταση της 5ετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσης, που γεννήθηκε στις 6-10-2000 και συνεπώς παρεγράφη στις 31-12-2005, αφού η επίδοση της από 8-8-2008 αγωγής έγινε στις 13-8-2008, ενώ η ενάγουσα παραδεκτά, όπως και πρωτοδίκως κατ’ αντένσταση ισχυρίζεται ότι διεκόπη η παραγραφή με την άσκηση της, όμοιας με τις προαναφερθείσες, από 17-1-2005 αγωγής...Πράγματι, οι εναγόμενες εταιρίες "... S.A." και "..." το πρώτον εμφανίζονται ως εναγόμενες στην από 8-8-2008 αγωγή που επιδόθηκε σ’ αυτές στις 13-8-2008....με αποτέλεσμα ως προς αυτές, να έχει παραγραφεί η ασκούμενη με την αγωγή, αξίωση λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου της 5ετίας από την γέννηση της αξίωσης στις 6-10-2000. Ως προς τους λοιπούς, όμως, εναγόμενους των από 8-8-2008 και 10-3-2010 αγωγών έχει διακοπεί η παραγραφή. Ειδικότερα η ενάγουσα είχε ασκήσει αρχικά ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 17.1.2005...αγωγή, ...από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε κατά την δικάσιμο της 19ης-2-2008 και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2665/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία καταργήθηκε η δίκη. Δηλ., η 1η διακοπή της παραγραφής, που συμπληρωνόταν στις 31-12-2005, τοποθετείται χρονικά στις 11-8-2005 με την επίδοση στις 11-8-2005 της από 17-1-2005 αγωγής. Από τη επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής αυτής αποδεικνύεται ότι αυτή στρέφεται εκ μέρους της ενάγουσας και κατά των εναγομένων των από 8-8-2008 και 10-3-2010 αγωγών και έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις αγωγές αυτές, ήτοι α) Ότι ο θανών Η. Σ. έδωσε την εντολή του έργου της απορρύπανσης στην ενάγουσα την 1-9-2009 ο ίδιος ατομικά κατ’ ουσίαν, τυπικά δε με έγγραφο της πλοιοκτήτριας "... S.A.", 2) Ότι το αναληφθέν έργο εκτελέστηκε και παραδόθηκε από την ενάγουσα - εργολάβο με την ταυτόχρονη παράδοση στους εργοδότες στις 18-10-2000 του σχετικού τιμολογίου βάσει των προσυμφωνηθέντων αντιστοίχων κοστολογήσεων κάθε επιμέρους συμφωνηθείσας εργασίας και 3) Ότι η συμφωνηθείσα για το έργο αυτό αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο συνολικά αιτούμενο στην αγωγή ποσό. Πλην αυτών, στο αγωγικό δικόγραφο της από 17-1-2005 αγωγής αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κατάχρηση νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών ...
Συνεπώς, πρόκειται περί ομοίας αγωγής με τις κρινόμενες, χωρίς αυτό να αναιρείται από το γεγονός ότι ο Α. Η. κατά την άσκηση της από 17-1-2005 αγωγής, στις 11-8-2005 ήταν ανήλικος...και εκπροσωπήθηκε στην δίκη αυτή από την μητέρα του ..., κατά την άσκηση της από 8-8-2008 αγωγής ...είχε ήδη ενηλικιωθεί και παραστάθηκε ο ίδιος. Σημειώνεται ότι στην από 17-1-2005 αγωγή ουδόλως αναφέρεται ότι ο ως άνω ανήλικος ευθύνεται...επ’ ωφελεία απογραφής...Ούτε στην από 8-8-2008 αγωγή γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί της ευθύνης του επ’ ωφελεία απογραφής...
Συνεπώς πρόκειται περί του ιδίου προσώπου, ως εναγόμενου και στις τρεις αγωγές, ευθυνόμενου εις ολόκληρον με τους λοιπούς συγκληρονόμους, κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας. Επομένως, εντός διαστήματος μικρότερου των 6 μηνών από τις 19-2-2008, που εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 2665/2008 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Πειρ. επί της από 11-8-2005 αγωγής, ήτοι στις 13-8-2008 έχουμε 2η διακοπή της παραγραφής μόνο ως προς τα φυσικά πρόσωπα και κληρονόμους του αρχικού υπόχρεου Σ.Η.....
Συνεπώς, η ως άνω ένσταση των εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και η από 8-8-2008 αγωγή, που στρέφεται μόνο κατά των αναφερόμενων εταιριών, πρέπει να απορριφθεί...Ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, όμως, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αντένσταση της διακοπής της παραγραφής και να απορριφθεί ως προς αυτούς η ένσταση παραγραφής...".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., απορρίπτοντας την ένσταση των εναγομένων - αναιρεσειόντων στην από 25-9-2014 αίτηση αναίρεσης περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως, κατά παραδοχή της επί της ως άνω διατάξεως ερειδομένης αντενστάσεως της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης περί διακοπής της παραγραφής, η οποία έλαβε χώρα με την άσκηση της πρώτης (από 17-1-2005) αγωγής και την επακολουθήσασα, εντός της διαγραφόμενης από την ρηθείσα διάταξη προθεσμίας, έγερση των ομοίου περιεχομένου από 13-8-2008 και από 10-3-2010 αγωγών. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στην παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 263 Α.Κ., για το λόγο ότι η άσκηση της ένδικης από 10-3-2010 αγωγής έλαβε χώρα πριν γίνει τελεσίδικη η απορριπτική της προηγουμένης αγωγής απόφαση, και επί πλέον διότι η αγωγή αυτή δεν ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική αιτία με την αρχική τοιαύτη, καθόσον σ’ αυτήν ο πρώτος των αναιρεσειόντων, είχε εναχθεί ως ανήλικος, εκπροσωπούμενος από την μητέρα του, ενώ στην ένδικη και την απορριφθείσα ως απαράδεκτη προηγούμενη αγωγή, ο ίδιος αναιρεσείων, που εν τω μεταξύ είχε ενηλικιωθεί, ενήχθη ατομικώς επ’ ονόματι του είναι αβάσιμος. Επίσης το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 249 και 250 αριθμ. 1 Α.Κ., αφού αντικείμενο των ενδίκων αγωγών είναι η διεκδίκηση της αμοιβής της ενάγουσας για την εκτέλεση του έργου της απορρυπάνσεως και περιορισμού της θαλασσίας μολύνσεως, που ανετέθη σ’ αυτήν δυνάμει συμβάσεως έργου, την οποία συνήψε με τον πραγματικό ιδιοκτήτη και διαχειριστή του βυθισθέντος πλοίου και δικαιοπάροχο των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων στην από 21-11-2014 αίτηση αναίρεσης Σ. Η., και συνεπώς η σχετική αξίωση αυτής υπόκειται, κατά τα προλεχθέντα, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ.1 Α. Κ. και όχι στην εικοσαετή τοιαύτη του άρθρου 249 του ίδιου Κώδικα. Ωσαύτως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια (559 αριθ.1), μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του π.δ. 55/1998, οι οποίες, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό τους, αφορούν τις υποχρεώσεις των υπευθύνων και των αρμοδίων αρχών, σε περίπτωση θαλάσσιας ρυπάνσεως ή κινδύνου προκλήσεως τοιαύτης καθώς και τις δαπάνες αντιμετωπίσεώς της από αναγνωρισμένες επιχειρήσεις καταπολεμήσεως της ρυπάνσεως, με εντολή της Λιμενικής Αρχής, οι οποίες (δαπάνες) βαρύνουν το ρυπογόνο πλοίο και καταλογίζονται με απόφαση της Αρχής σε βάρος των υπευθύνων για την αποκατάσταση της ζημίας προσώπων (πλοιάρχου, πλοιοκτήτου, εφοπλιστού, διαχειριστού).
Συνεπώς οι διατάξεις αυτές δεν καταλαμβάνουν την ένδικη διαφορά, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει ως αντικείμενο την εργολαβική αμοιβή της αναιρεσείουσας στα πλαίσια της συναφθείσης με τον προμνησθέντα Σ. Η. συμβάσεως έργου. Επομένως ο πρώτος λόγος της από 21-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την παραδοχή του, ότι η ένδικη αξίωσή της υπόκειται σε πενταετή και όχι σε εικοσαετή παραγραφή, παραβίασε (με την μη εφαρμογή του) τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του π.δ. 55/1998 και 249 Α.Κ. και συνακολούθως την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 250 αριθμ. 1 Α.Κ., και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.
Επειδή από το συνδυασμό των προειρημένων διατάξεων των άρθρων 250 αριθμ.1, 251 και 253 του Α.Κ., προς εκείνες των άρθρων 227 Α.Κ., 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως παραγραφής και το παραδεκτό αυτής, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και κυρίως ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής, για να μπορεί να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο διάρκεια της, να διατυπώνεται δε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και να περιλαμβάνει αίτημα απορρίψεως εκ του λόγου τούτου της αγωγής (761/2014, 568/2014).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση των στοιχείων που είναι αναγκαία για την θεμελίωση ενστάσεως έκρινε αυτήν ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια. Την ανωτέρω αναιρετική αιτίαση προσάπτει, η ενάγουσα αναιρεσείουσα στην από 21-11-2014 αίτηση αναιρέσεως στην προσβαλλομένη απόφαση, με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως της, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα παρά των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων ένσταση παραγραφής, η οποία προεβλήθη αορίστως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (λόγω μη προσδιορισμού του χρόνου ενάρξεως αυτής) και δεν εισήχθη νομίμως και παραδεκτώς ενώπιόν του, αλλ’ αντιθέτως δέχθηκε την ένσταση αυτή και έκρινε παραγεγραμμένη την ένδικη απαίτησή της εξολοκλήρου μεν ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες κατά το υπερβάλλον δε το αρχικό (προ της προσαυξήσεως) κληρονομικό μερίδιο (1/4) ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, δέχθηκε δε κατά τα ήδη εκτεθέντα και το Εφετείο, η ένσταση παραγραφής των εναγομένων προεβλήθη παραδεκτώς κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της από 8-8-2008 αγωγής ήταν δε επαρκώς ορισμένη, αφού προέκυπτε σαφώς η κατά την 6-10-2000 έναρξη αυτής και η συμπλήρωση της την 31-12-2005. Η ένσταση δε αυτή, όπως εκτίθεται ανωτέρω, έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες της δευτέρας αιτήσεως, οι οποίες ενήχθησαν το πρώτον για την συγκεκριμένη αξίωση την 13-8-2008, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους απερρίφθη, κατά παραδοχή της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα αντενστάσεως περί διττής διακοπής της παραγραφής με την επίδοση ομοίου περιεχομένου αγωγών. Επίσης η αυτή ένσταση παραδεκτώς και νομίμως εισήχθη ενώπιον του Εφετείου και δη κατά το μέρος που έγινε δεκτή πρωτοδίκως με λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας αλλά και με τις προτάσεις των δύο πρώτων αναρεσιβλήτων , ενώ κατά το μέρος που απερρίφθη, με λόγο εφέσεως των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων, που παρεπονούντο για την απόρριψή της, κατά παραδοχή της περί διακοπής αντενστάσεως, της αναιρεσειούσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του εναγομένου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει προς οριστική διάγνωση της διαφοράς όλα τα ζητήματα που υπεβλήθησαν πρωτοδίκως. Σε περίπτωση δε που κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλ’ επεκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις της αγωγής, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ’ η αγωγή, η δε έρευνα των βάσεων που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, λόγω της εκ του νόμου επερχόμενης υποκαταστάσεώς του στη θέση του πρωτοβαθμίου. Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο, να κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής ή των επικουρικών βάσεων. Η έρευνα δε αύτη χωρεί αυτεπαγγέλτως, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υποκαθίσταται, κατά νόμο, στη θέση του πρωτοβαθμίου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται για την συγκεκριμένη ενέργειά του έφεση ή αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΑΠ. 560/2011, Α.Π.834/2008, 1887/2008, 124/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα στην από 21-11-2014 αίτηση αναίρεσης) για την θεμελίωση της ευθύνης του πατέρα και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων στην από 25-9-2014 αίτηση αναίρεσης από την επίδικη συναλλαγή επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή κυρίως μεν την ιδιότητα αυτού ως μόνου διευθυντή (και μοναδικού μετόχου) των συνεναγομένων αλλοδαπών, εν τοις πράγμασι δε ομορρύθμων, εταιρειών πρώτης και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (στην από 21-11-2014 αίτηση), φερομένων αντιστοίχως ως κυρίας και διαχειρίστριας του ρυπογόνου πλοίου, ευθυνομένου εις ολόκληρον μετ’ αυτών, επικουρικώς δε την υπό του ιδίου ατομικώς, κατά τρόπο αφανή εκμετάλλευση του ως είρηται πλοίου, μέσω των ιδίων εταιρειών, χρησιμοποιουμένων ως παρενθέτων προσώπων κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας αυτών. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμη και βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν υπεισήλθε στην έρευνα της επικουρικής. To Εφετείο όμως δεχόμενο την έφεση των εναγομένων και απορρίπτοντας, μετ’ εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, εχώρησε στην έρευνα της επικουρικής βάσεως αυτής, την οποία και δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αφού, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως και την απόρριψη της κυρίας βάσεως της ένδικης αγωγής, είχε υποχρέωση, κατά τα προλεχθέντα, να χωρήσει αυτεπαγγέλτως στην έρευνα της μη ερευνηθείσης πρωτοδίκως επικουρικής βάσεως της αγωγής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της από 21-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ανωτέρω διατάξεως αναιρετική πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι η έρευνα της επικουρικής βάσεως της αγωγής έλαβε χώρα χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος.
Επειδή, με την διάταξη του άρθρου 70 του Α.Κ., που ορίζει ότι "δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο", καθιερώνεται ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια αυτών έναντι των μελών τους και αντιστρόφως, η οποία και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους. Ωστόσο, η αρχή αυτή κάμπτεται κατ’ εξαίρεση, όταν ο ως άνω διαχωρισμός δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, είτε κατά την καλή πίστη όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του Α.Κ., δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς υπάρξεως του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του.
Οι περιπτώσεις καταχρήσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου προσλαμβάνουν στο εταιρικό δίκαιο πολλές και ποικίλες μορφές, είναι δε δυνατό να εμφανίζονται τόσο κατά το στάδιο της ιδρύσεως , όσο και κατά το στάδιο λειτουργίας του νομικού προσώπου. Δεν συνιστά, υπό την ανωτέρω έννοια, καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανωνύμου εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (Ολ.Α.Π. 5/1996). Επίσης δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητος από έναν οι περισσοτέρους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, ούτε επίσης η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική από αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε και η εμφάνιση αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της ασκουμένης από την εταιρεία επιχειρήσεως, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή εκ μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντιστοίχως και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (παρακάμπτοντας υποχρεώσεις που τον δεσμεύουν ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά τοιαύτης καταχρήσεως αποτελούν κυρίως η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδοτήσεως ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθεμίτως και στην περίπτωση της συγχύσεως των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντιστοίχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαιτέρως όταν οι τρίτοι, που συνεβλήθησαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθησαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης καταστάσεως. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο για τις ζημιογόνες συνέπειες της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε αντιστρόφως (Ολ. Α.Π. 2/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής : "Η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία με αντικείμενο την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών προστασίας του θαλασσίου...χερσαίου και παρακτίου περιβάλλοντος. Είναι δε γνωστή στην αγορά με την συντομογραφία epe...δραστηριοποιείται από το 1977 στον τομέα της προσφοράς εξειδικευμένων υπηρεσιών προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος από πετρελαιοειδή και χημικά...έχει οργανώσει ένα δίκτυο 14 εξοπλισμένων και επανδρωμένων ιδιόκτητων αντιρρυπαντικών σταθμών που καλύπτει γεωγραφικά το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος... διαθέτει πολυάριθμο μόνιμο ειδικά εκπαιδευμένο και έμπειρο προσωπικό και εξοπλισμένα αντιρρυπαντικά συνεργεία υψηλής τεχνολογίας. Την 01.09.2000 στη θαλάσσια περιοχή "...", Χαλκίδας, το υπό σημαία ... φορτηγό πλοίο χύδην φορτίου "..."..., το οποίο ανήκε τυπικά στην εταιρεία ... ... ..., ουσιαστικός, όμως, και πραγματικός κύριος αυτού ήταν ο αποβιώσας Σ. Η., προκάλεσε εκτεταμένη ρύπανση. Η εταιρεία ... .... εφέρετο ως η διαχειρίστρια του πλοίου. Ειδικότερα...το πλοίο...φέρον επ’ αυτού 750 τόνους πετρελαίου ως καύσιμα...προκάλεσε εκτεταμένη... ρύπανση στην θαλάσσια περιοχή "...", Χαλκίδας, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του Ν. Ευβοϊκού κόλπου και των παραλίων Βοιωτικής-Αττικής με την διαφυγή 480-500 κυβικών μέτρων μαύρων καυσίμων (μαζούτ), συνεπεία κοπής / τσακίσματος στο μέσον του σκάφους με ταυτόχρονη βύθιση του μεσαίου τμήματος και υπερύψωσης των...άκρων του, μετά το πέρας φόρτωσης σε αυτό χύμα τσιμέντου εκ της ...πλωτής αποθήκης "..."...,λόγω της αναξιοπλοϊας του πλοίου και κακής φορτώσεως από μέρους του πλοιάρχου και του πληρώματος...Από την ως άνω διαφυγή των καυσίμων και πετρελαιοειδών...μεγάλα τμήματα ...τουριστικών περιοχών ρυπάνθηκαν, όπως της ......, του ......,των παράλιων ... σε συνολικό μήκος περίπου 22 χιλιομέτρων, ως επίσης της κοίτης του ποταμού ... σε μήκος 1,5 χιλιομέτρων και της παραλίας ... σε μήκος περί τα 2 χιλιόμετρα. Την ίδια ημέρα...ο αποβιώσας Σ. Η., ανέθεσε ουσιαστικά μεν ο ίδιος στην ενάγουσα, τυπικά δε μέσω της ως άνω πλοιοκτήτριας "... S.A.", με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα (fax) που έστειλε στα γραφεία της ενάγουσας στον Πειραιά, το έργο της απορρύπανσης, περιορισμού ρύπανσης της θαλάσσης και προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος εν γένει, λόγω διαρροής πετρελαίου από τις δεξαμενές του πλοίου, την οποία ανάθεση η ενάγουσα απεδέχθηκε. Επί 36 ημέρες, ήτοι από την 1.9.2000 έως την 6.10.2000 τα συνεργεία της ασχολήθηκαν με την απάντληση πετρελαιοειδών από τις δεξαμενές του βυθισμένου πλοίου και την απορρύπανση και αποτροπή επέκτασης της ρύπανσης σε σχέση με το ως άνω περιστατικό και γεννήθηκε η αναλυτικά κατωτέρω αναφερόμενη απαίτησή της. Για την σωστή και έγκαιρη αντιμετώπιση του επίδικου περιστατικού... η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στο ως άνω πλοίο υπό τη διαρκή εποπτεία, τον έλεγχο και τις οδηγίες της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής. Η ενάγουσα καθημερινώς καθιστούσε γνωστές τις εργασίες που πραγματοποιούσε τόσο στο ΥΕΝ/ΔΠΘΠ/Κεντρικό Λιμεναρχείο Χαλκίδας, όσο και στον αποβιώσαντα ουσιαστικό πλοιοκτήτη Σ. Η. και στην τύποις πλοιοκτήτρια εταιρεία του, καθώς και στον αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής της εταιρείας (Ρ & Ι (...), η οποία ...δεν κάλυψε την ζημία και η ενάγουσα εργάστηκε εντατικώς και με όλο το ανθρώπινο, υλικό και τεχνικό δυναμικό, που είχε στην διάθεση της επί τριάντα έξι (36) ημέρες...Ειδικώτερα, η ενάγουσα ενεργοποίησε άμεσα τα αντιρρυπαντικά της σκάφη ... καθώς και βοηθητικά σκάφη, για να πλεύσουν στο τόπο του επίδικου περιστατικού και γερανοφόρο φορτηγό και τεχνικοί μετέβησαν στον προβλήτα S... στο .... Χρησιμοποιώντας τα σκάφη αυτά καθώς και ναυλωμένες λάντζες τοποθετήθηκαν πλωτά φράγματα γύρω από το επίδικο πλοίο και απορροφητικές ουσίες στην περιοχή εντός του φράγματος. Τα πλωτά φράγματα της ενάγουσας συνδέθηκαν με αυτά του Κ.Λ. Χαλκίδας και τεχνικοί της ενάγουσας πόντισαν πρόσθετα αγκυροβόλια για την καλύτερη στερέωση των πλωτών φραγμάτων λόγω των ισχυρών παλιρροϊκών ρευμάτων που επικρατούσαν στην περιοχή. Η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στις 18.10.2000 στην πλοιοκτήτρια εταιρεία, ... το αντίστοιχο χρεωστικό σημείωμα με λεπτομερή περιγραφή του όγκου των εργασιών που παρασχέθηκαν και την για κάθε εργασία τιμολόγηση της, το οποίο η πλοιοκτήτρια παρέλαβε χωρίς καμία άρνηση ή επιφύλαξη δεδομένου ότι αυτή αποδεχόταν ανεπιφύλακτα τις ως άνω υπηρεσίες κατά τη διάρκεια παροχής τους και ουδέποτε πρόβαλε αντίρρηση αναφορικά με τις εργασίες ή το ύψος των χρεώσεων, οι οποίες έγιναν με βάση τον πάγιο και γνωστό στην ίδια, αλλά και στην ναυτιλιακή αγορά τιμοκατάλογο της, ο οποίος ισχύει απαράλλαχτα από το έτος 1999, οι δε τιμές είναι ειθισμένες αντικειμενικές, εύλογες και ανάλογες των παροχών της ενάγουσας...Ειδικότερα οι παρασχεθείσες από την ενάγουσα εργασίες απορρύπανσης καθημερινά από την 1-9-2000 έως τις 6-10-2000, οι δαπάνες και τα μέσα, που χρησιμοποιήθηκαν με τις αντίστοιχες χρεώσεις για υλικά και προσωπικό, έχουν, βάσει του εκδοθέντος από την ενάγουσα και ενσωματωμένου στο αγωγικό δικόγραφο τιμολογίου αναλυτικά ως εξής: (επακολουθεί λεπτομερής και αναλυτική παράθεση των εργασιών που έγιναν, ανά ημέρα και ώρα, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με την αντίστοιχη τιμολόγησή τους)...Το συνολικό ύψος της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας ανήλθε σε 2.701.299 δολ ΗΠΑ... ισούται κατά την ημερομηνία αποπεράτωσης των εργασιών την 06.10.2000 (με ισοτιμία 388,35) με δρχ. 1.049.049.466,65 και με Ευρώ (: 340,75) 3.078.648, ήτοι η απαίτηση ως προς κάθε έναν από τους εναγόμενους, μόνους κληρονόμους του θανόντος στις 5-12-2003 πατέρα τους, μετά την νόμιμη αποποίηση της επαχθείσας στην μητέρα τους... κληρονομικής της μερίδας είναι 769.662 ευρώ (3.078.648 : 4), αφού...μόνο κατά το 1/4 δεν παρεγράφη η ένδικη αξίωση ως προς τα τρία εναγόμενα τέκνα του θανόντος και αρχικού υπόχρεου Σ. Η.. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών...έγινε για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή οι πράξεις των εταιριών ήσαν στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της Η. Σ., που σκόπιμα παραλλάχτηκαν. Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώθηκε στις κατωτέρω αναφερόμενες περιπτώσεις προκειμένου ο κυρίαρχος μέτοχος Σ., Η. να χρησιμοποιήσει τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο .... να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του. Οι κατωτέρω δε αναφερόμενες πράξεις του Σ.Η. συγκεντρώνουν τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη κριτήρια, ήτοι αυτά της ανεπαρκούς χρηματοδότησης της εταιρείας, της συμπεριφοράς του βασικού μετόχου Σ.Η., που συναλλάσσονταν με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, η οποία δεν είχε εταιρική οργάνωση ή δεν είχε αναπτύξει επιχειρηματική δράση και ήταν ο Σ.Η. στην ουσία που συναλλάχτηκε υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος. Ειδικότερα αποδείχτηκαν σχετικά με την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιριών τα κάτωθι: Α) Με το ...15/2002 βούλευμα του Συμβ. Πλημ. Πειραιώς παραπέμθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά οι: α) Ε. Β. του Δ., πλωτάρχης του Λιμενικού Σώματος... να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι ...βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς περιστατικά που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες σε δημόσιο έγγραφο, σκοπεύοντας με την πράξη του αυτή να προσπορίσει στον Η. Σ.....και την εκπροσωπούμενη από αυτόν Εταιρεία με την επωνυμία "..."...παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 25.000.000 δρχ. Ειδικότερα...προσήλθε στο γραφείο του...η Ε. Κ. προσκομίζοντας επιστολή που έφερε ημερομηνία δήθεν την 21-8-2000, την οποία υπέγραφε ο Η. Σ., αυτός (Ε. Β.) με την προτροπή της, προέβη εν γνώσει του ψευδώς στη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του Η. Σ. στην ως άνω επιστολή, χωρίς να παρευρίσκεται και να υπογράψει ο ίδιος ο συντάξας αυτή, και έθεσε ψευδώς (σβήνοντας την ημερομηνία 5-9-2000 που είχε αρχικώς θέσει) ως ημερομηνία θεωρήσεως του γνησίου της υπογραφής προγενέστερη της πραγματικής και συγκεκριμένα την 21-8-2000. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στους συγκατηγορούμενούς του Ε. Κ. και Η. Σ. και την ως άνω εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο εταιρεία παράνομο περιουσιακό όφελος, ενόψει του ότι με την προαναφερόμενη επιστολή, η οποία κατατέθηκε στις 5-9-2000...στην αρμοδία διεύθυνση Ναυτιλιακής Πολιτικής και Ανάπτυξης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ο Η. Σ. με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας "..." γνωστοποιούσε ότι η ανωτέρω Εταιρεία δήθεν έπαυσε από 21-8-2000 (δηλ. ψευδώς πριν το ρυπογόνο ένδικο συμβάν) να διαχειρίζεται το υπό σημαία ... Φ/Γ πλοίο "..." ...το οποίο είχε βυθιστεί στις 1-9-2000, ... προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να βεβαιωθεί ψευδώς...ότι η διαχείριση του ως άνω πλοίου από την προαναφερόμενη ανά ημέρα και ώρα Εταιρεία, είχε παύσει σε χρόνο προγενέστερο της βυθίσεως του...και β) τους Σ. Η....και Ε. Κ. ... για να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι ... προκάλεσαν την απόφαση στον Ε. Β. να τελέσει αδίκημα της ψευδούς βεβαιώσεως... Η παραπάνω μεθόδευση έγινε προκειμένου να εμφανιστεί με βεβαιότητα από το παραπάνω έγγραφο ότι η διαχείριση του ως άνω πλοίου από την προαναφερόμενη εταιρεία είχε παύσει σε χρόνο προγενέστερο της βυθίσεως του και, έτσι, να αποφευχθεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους σχετικά με την ανωτέρω ρύπανση...Το γεγονός ότι ο θανών Σ. Η. ασκούσε ουσιαστικά τον έλεγχο της ανωτέρω διαχειρίστριας εταιρίας αποδεικνύεται από τα κάτωθι προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα έγγραφα: 1)εταιρικά έγγραφα της ... ... από τα οποία προκύπτει ότι ο αποβιώσας ήταν ο μοναδικός μέτοχος, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας αυτής.... 2) Αγωγή με ημερομηνία 10-6-2006 ... ενώπιον του Πολ. Πρωτ. Πειρ. εταιρειών συμφερόντων του αποβιώσαντος Σ. Η., μεταξύ των οποίων και της διαχειρίστριας ... και της πλοιοκτήτριας ... για υπεξαίρεση ναύλων, στην οποία αναφέρεται ότι όλες οι ενάγουσες (μεταξύ των οποίων και η ... και η ...) εντάσσονται στον κύκλο εργασιών της οικογένειας του αποβιώσαντος Σ. Η. και ότι οι εταιρείες αυτές εντάσσονται "στον κύκλο εργασιών της δραστηριοποιούμενης στο χώρο ναυτιλίας οικογένειας του αποθανόντος ... Σ. Α. Η.". 3) Ένορκη Βεβαίωση της Μ. Κ. (υπαλλήλου του Σ. Η. )...στα πλαίσια άλλης δίκης, στην οποία αναφέρεται ότι "Όλη την επιχειρηματική δραστηριότητα ασκούσε αποτελεσματικά ο Σ. Η.". 4) Την από 23-2-2009 Βεβαίωση του YEN, σύμφωνα με την οποία μέλη του Δ.Σ. της διαχειρίστριας (...)...ήταν ο Σ. Η. ως πρόεδρος Δ.Σ., η αδερφή του Ε. Β. αντιπρόεδρος Δ.Σ. και η Μ. Κ., η οποία...ήταν υπάλληλος (λογίστρια) του Σ. Η..... σύμφωνα με τις από 24-2-2009 προτάσεις της Κ., διευθύντριας των γραφείων του Σ. Η.... ο Σ. Η. απλώς υπαγόρευε τα πρακτικά ΔΣ τα οποία υπέγραφαν τα μέλη του ΔΣ χωρίς καν να τα διαβάσουν.
Συνεπώς η σύνθεση του ΔΣ της διαχειρίστριας ήταν τυπική και μόνος του ο Σ. Η. διοικούσε την διαχειρίστρια ... και κατ’ αποτέλεσμα μόνος διαχειριζόταν το πλοίο. 5) Τον Ελληνικό Ναυτικό Οδηγό σύμφωνα με τον οποίο ο Σ. Η. ήταν ο διαχειριστής (manager) του βυθισθέντος και ρυπογόνου ...... 6) Την ένορκη κατάθεση της Α. Α., στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων ... "...η ...., η οποία συνεστήθη κατ’ έτος 1987 και εγκαταστάθηκε μόλις το έτος 1997 ως εταιρεία Α.Ν. 89/67, ήτοι αμέσως μετά την ανάκληση (της κατωτέρω αναφερόμενης ...) προς τον σκοπό να αποκτήσουν νέα διαχειρίστρια εταιρεία τα πλοία του αποβιώσαντος, φέρεται ιδιοκτήτρια διαφόρων ακινήτων στον Πειραιά κατά τα έτη 1991-1995, ήτοι προ της νομίμου εγκαταστάσεως της και είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόκτηση τους...Επίσης, αξιοσημείωτο είναι ότι επί όλων των ως άνω ακινήτων ενεγράφη μετά την βύθιση του m/v ... προσημείωση ύψους Δρχ. 200.000.000 υπέρ ... Α.Ε.(που ανήκε επίσης στον αποβιώσαντα Σ. Η.) για επισκευές του πλοίου (από 24-5-2000 μέχρι 08.08.2000) με βάση απόφαση .../2001 (ήτοι ένα έτος περίπου μετά τις επισκευές και την βύθιση)...Αποτέλεσμα των ανωτέρω, ήταν η επιβάρυνση πλοίων ή (ως ανωτέρω) ακινήτων δια υποθηκών ή προσημειώσεων με υπέρογκα ποσά υπέρ εταιρειών αποκλειστικών συμφερόντων του αποβιώσαντος, γεγονός το οποίο εάν μη τι άλλο καταδεικνύει ...την πρόθεση του να καταδολιεύσει στην πραγματικότητα τους πιστωτές του." Τούτο ενισχύεται και από τις κατωτέρω αγορές ακινήτων, που έγιναν επ’ ονόματι της διαχειρίστριας, πριν την εγκατάσταση της στην Ελλάδα...Άλλωστε αποτελούσε πάγια τακτική του θανόντος η ανάμειξη της ατομικής του περιουσίας και αυτής των εταιριών του. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σύμφωνα με το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα από 17-1-2001 τραπεζικό έμβασμα κατέβαλε ο ίδιος από τον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό 14335 δολ ΗΠΑ για αμοιβές πληρώματος πλοίου της εταιρίας του. Ειδικά δε για την χρησιμοποιηθείσα από τον θανόντα ως προκάλυμμα διαχειρίστρια εταιρία πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Στην προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα ως άνω αγωγή των ..., ..., ... και άλλων ...ρητά γίνεται μνεία για την ανάμειξη των περιουσιών των υπό την διαχείριση της πλοίων "προεχούσης εκμεταλλεύσεως του Σ. Η.", (β) Η εταιρεία αυτή (καίτοι εμφανιζότανε ως διαχειρίστρια πλοίων) δεν είχε ούτε εταιρική οργάνωση ούτε καν το απαραίτητο προσωπικό, δηλ. δεν είχε καν ως συνηθιζόταν στη ναυτιλιακή πρακτική επί ομοίων εταιρειών Αρχιπλοίαρχο...παρά μόνο 2-3 γραμματείς, (γ) Η εταιρεία χρησιμοποιούνταν για να αποφεύγονται οι ευθύνες στους πιστωτές ...δ) Ακολούθως ο Σ. Η. προχώρησε σε αίτηση ανακλήσεως της άδειας εγκαταστάσεως της, ώστε να μην έχει γραφείο στην Ελλάδα και να είναι δυσχερής η ικανοποίηση των αξιώσεων των πιστωτών του, μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας".
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 200 και 288 Α.Κ.. Τούτο δε διότι οι εκτεθείσες παραδοχές του καταφάσκουν την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητος των εναγομένων εταιρειών "... S.A." και "..." υπό την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις αυτών ήταν στην πραγματικότητα πράξεις του μοναδικού μετόχου και διαχειριστού αυτών Σ. Η.. Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο τελευταίος χρησιμοποίησε και στην ένδικη συναλλαγή τις εν λόγω εταιρείες ως παρένθετα πρόσωπα, προκειμένου να αποφύγει, με την επίκληση της νομικής τους προσωπικότητας, την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, ότι οι εταιρείες αυτές δεν είχαν επαρκή χρηματοδότηση, εταιρική οργάνωση, το απαραίτητο προσωπικό και επιχειρηματική δράση, αλλά εχρησιμοποιούντο προς όφελος του ως είρηται κυρίαρχου μετόχου τους Σ. Η., ο οποίος μάλιστα προς απόσειση των ευθυνών του από την επίδικη συναλλαγή, επεχείρησε με προχρονολογημένη επιστολή να εμφανίσει ψευδώς ότι η δεύτερη των ως άνω εταιρειών "..." είχε παύσει να είναι διαχειρίστρια του ρυπογόνου πλοίου πρό της βυθίσεως αυτού, ότι επί των ακινήτων που είχε αποκτήσει η εν λόγω εταιρεία (χωρίς μάλιστα να διαθέτει και την ανάλογη οικονομική δυνατότητα), μετά τη βύθιση του πλοίου ενεγράφη προσημείωση υποθήκης για υπέρογκα ποσά υπέρ της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που ανήκε επίσης στον Σ. Η., του οποίου και αποτελούσε πάγια τακτική η ανάμειξη της ατομικής περιουσίας με εκείνη των εταιρειών του, καθιστούν την εκ μέρους των αναιρεσειόντων κληρονόμων του επίκληση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των συνεναγομένων εταιρειών του προς αποφυγή εκπληρώσεως των υποχρεώσεών τους, καταχρηστική και δικαιολογούν την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας αυτών. Επομένως ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της από 25-9-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της καταχρήσεως της αυτοτελούς υπάρξεως του νομικού προσώπου των ως άνω εταιρειών και δεν δικαιολογούν εντεύθεν την άρση της αυτοτελείας της νομικής τους προσωπικότητας, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η επίκληση της νομικής προσωπικότητος των ανωτέρω εταιρειών ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του αντιστοίχου δικαιώματος και είναι, ως εκ τούτου, καταχρηστική, έτσι ώστε να δικαιολογείται η άρση της νομικής προσωπικότητα και περιουσιακής αυτοτέλειας των εταιρειών αυτών και η αναγνώριση της υποχρεώσεως του πράγματι συμβληθέντος μετά της εναγούσης Σ. Η. και ήδη των αναιρεσειόντων κληρονόμων του προς καταβολή της οφειλομένης στην τελευταία εργολαβικής αμοιβής της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω, ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της αποφάσεως ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού εξ αιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (Α.Π. 309/2014, 87/2013, 570/2010, 2061/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες της από 25-9-2014 αιτήσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι ενώ στο εισαγωγικό μέρος της οι συνεναγόμενες εταιρείες "... S.A.", και "..." αναγράφονται ως de facto ομόρρυθμες εταιρείες, στο σκεπτικό της δε έκρινε ότι εσφαλμένως οι εταιρείες αυτές εθεωρήθησαν ως τοιαύτες από τον Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, θεμελιουμένη στην εις ολόκληρον μετά των εταιρειών αυτών ευθύνη του Σ. Η. ως βασικού μετόχου και μόνου διευθυντού των εταιρειών τούτων, ακολούθως δέχθηκε αντιφατικά ευθύνη του ίδιου ως κυρίαρχου μετόχου των εταιρειών αυτών, ενεργήσαντος κατά κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας τούτων, προς καταστρατήγηση του νόμου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, πέραν του ότι δεν υφίστανται πράγματι, αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής και συνεπώς δεν συγκροτούν τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερουμένης από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1 α’ Κ.Πολ.Δ., έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αιρομένων αναδρομικώς των συνεπειών της ασκήσεώς της. Το ίδιο δε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 παρ.1 β’ και 295 παρ.1β’ του Κ.Πολ.Δ., και στην περίπτωση του περιορισμού με τις προτάσεις του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1348/2006, 1352/2009, σχετ. Ολ.Α.Π.9/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεχόμενο την έφεση και τους προσθέτους λόγους των αναιρεσειόντων και δικάζοντας, μετ’ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης τις ένδικες αγωγές δέχθηκε εν μέρει την δεύτερη (από 10-3-2010) εξ αυτών για το συνολικό ποσό των 2.701.299 ευρώ και δη ως καταψηφιστική για το ποσό των 1.000.000 ευρώ, το οποίο και υποχρέωσε τους εναγομένους καταβάλουν συμμέτρως στην ενάγουσα, και ως αναγνωριστική για το υπόλοιπο ποσό των 1.701.299 ευρώ, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων για την κατ’ ισομοιρίαν καταβολήν τούτου στην ενάγουσα, μολονότι αυτή (ενάγουσα), όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής της, είχε περιορίσει παραδεκτώς το συνολικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο επιδίκασε με την προσβαλλομένη απόφασή του πλέον του αιτηθέντος και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. β’ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια , όπως βασίμως διατείνονται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 25-9-2014 αιτήσεώς τους οι αναιρεσείοντες. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που προέβη στην καταψήφιση του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού των 1.000.000 ευρώ, να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, ενόψει δε της δεσμευτικής για το Εφετείο ενέργειας της παρούσης αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως (Α.Π. 1162/2013). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η από 25-9-2014 πρώτη των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, όπως διαμορφώθηκε και με τους από 17-2-2015 προσθέτους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς την δεύτερη και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη πρέπει να γίνει δεκτή κατά τον κριθέντα βάσιμο, ως άνω, λόγο της και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, να διαταχθεί δε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες. Επίσης πρέπει να απορριφθεί η δεύτερη των συνεκδικαζομένων αιτήσεων και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο(άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος οι αναιρεσείοντες και στις δύο αιτήσεις, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αυτοτελώς παρισταμένων αναιρεσιβλήτων εταιρειών με την επωνυμία "... S.A." και "...", όπως ορίζονται ειδικότερα, ενώ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ τους, λόγω της κατά την αυτή έκταση νίκης και ήττης αυτών (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει : α) την από 25 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση των Α., Χ. και Π. Η. του Σ., και τους από 13 Φεβρουαρίου 2015 προσθέτους λόγους των ιδίων και β)την από 21 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 945/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την πρώτη (από 25-9-2014) αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής ως προς τις αναιρεσίβλητες εταιρείες με την επωνυμία "... S.A." και "...". Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την αυτή ως άνω αίτηση, όπως διαμορφώθηκε και με τους προσθέτους λόγους, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Αναιρεί την υπ’ αριθμ.945/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς την καταψηφιστική της διάταξη. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της ουσίας κατά το αναιρούμενο μέρος.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι: 1)Α. Η., 2)Χ. Η. και 3) Π. Η. έχουν υποχρέωση να καταβάλουν κατ’ ισομοιρίαν στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των δύο εκατομμυρίων επτακοσίων μιας χιλιάδων διακοσίων ενενήντα εννέα (2.701.299) ευρώ, ήτοι εννιακόσες χιλιάδες τετρακόσια τριάντα τρία (900.433) ευρώ έκαστος με το νόμιμο τόκο από την 11-8-2005.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ’ ‘ αριθμ. 945/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (εταιρειών με την επωνυμία "... S.A." και "...), τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Συμψηφίζει εξολοκλήρου μεταξύ των αναιρεσειόντων (Α., Χ. και Π. Η. του Σ. και εταιρείας "... ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ") τα δικαστικά έξοδα αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ