537/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 537 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated537/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 537 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 537 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Πότε υπάρχει ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τι ελέγχεται με τον λόγο αυτό. Πότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Συνοπτικές αιτιολογίες. Ελλείψεις ως προς την ανάλυση και την στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Δεν συνιστούν αιτιολογία της αποφάσεως τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που συνέχονται με τις ουσιαστικές παραδοχές. απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η ουσία της υποθέσεως. περιεχόμενο γονικής μέριμνας κατά τα άρθρ. 1510 - 1512, 1514 και 1518 ΑΚ. Ρύθμιση γονικής μέριμνας από το δικαστήριο σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως. αληθινό συμφέρον του τέκνου, πως διαπιστώνεται η συνδρομή τούτου. Κριτήρια προσδιοριστικά του συμφέροντος αυτού. το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια. Περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου κατά το άρθρ. 1532 ΑΚ. Έννοια καταχρηστικής ασκήσεως γονικής μέριμνας κατά το άρθρ. 1532 ΑΚ. Αποκλεισμός προσωπικής επικοινωνίας γονέως με τέκνο κατά το άρθρ. 1520 ΑΚ και ν. 2101/1992 «Κύρωση διεθνούς συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού». Πραγματικά περιστατικά. Αποκλεισμός του πατέρα από το γονικό λειτούργημα λόγω καταχρηστικής ασκήσεώς του. απαγόρευση επικοινωνίας πατέρα με το τέκνο. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Αίτημα αναβολής κατά το άρθρ. 250 ΚΠολΔ. Δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ούτε αίτηση κατά το άρθρ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε αίτημα αναβολής κατά το άρθρ. 250 ΚΠολΔ. Παραλείψεις σχετικά με την εφαρμογή των άρθρ. 387 και 390 ΚΠολΔ δεν δημιουργούν λόγους αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 8, 9, 12 και 19 ΚΠολΔ, ούτε από άλλη διάταξη. Τι αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, διότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν πράγμα, άλλως διότι απορρίφθηκαν εκ του πράγματος ως αβάσιμοι. Απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης ως αντιφατικοί. τέτοιοι είναι οι λόγοι από το άρθρ. 559 αριθ. 11 και 20 και από το άρθρ. 559 αριθ. 11 και 12 ΚΠολΔ, που αφορούν έγγραφο. Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα
Αριθμός 537/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ηλία.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ι. του Γ., πρώην συζ. Δ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις, από 25 Οκτωβρίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως και τις από 17 Ιανουαρίου 2002 και 4 Μαρτίου 2003 ομοίες της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1667/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8056/2004 προδικαστική, 320/2006 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 896/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την Εφετειακή απόφαση (320/2006) και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4281/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2010 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28.11.2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512,1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησης της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αοριστίας αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασης τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και αδελφούς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από το συνδυασμό, επίσης, των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητας του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς ΑΠ 1218/2006).
Επίσης, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλεια του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1218/2006, 1910/2005).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρ. 1532 ΑΚ ορίζει ότι "αν ο πατέρας ή η μητέρα παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημα τους για την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου ή τη διοίκηση της περιουσίας του ή αν ασκούν το λειτούργημα καταχρηστικά ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σ' αυτό, το δικαστήριο εφόσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου ή ο Εισαγγελέας μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε πρόσφορο μέτρο. Το δικαστήριο μπορεί ιδίως να αφαιρέσει από τον ένα γονέα την άσκηση της γονικής μέριμνας ολικά ή μερικά και να την αναθέσει αποκλειστικά στον άλλο ή αν συντρέχουν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου να αναθέσει την επιμέλεια του τέκνου ολικά ή μερικά σε τρίτο ή να διορίσει επίτροπο". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι περιπτώσεις κακής άσκησης της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας του ανηλίκου που ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το κοινωνικό συμφέρον γενικότερα είναι: α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων, β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος τους, γ) η αδυναμία τους να ανταποκριθούν σ' αυτό. Όμως, απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ως επί το πλείστον ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Έτσι η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα, που από αυτό (γονικό λειτούργημα) επιβάλλονται. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου. Η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια δηλαδή με πράξη ή με παράλειψη ασκήσεως των καθηκόντων τους. Όμως, η κρίση για το αν συντρέχει κατάχρηση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας θα πρέπει να στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις ή παραλείψεις του υποχρέου - δικαιούχου, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη ή παράλειψη είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίζει γενική (αρνητική) κρίση. Ειδικότερα, καταχρηστικά κατά τα ανωτέρω ασκείται η επιμέλεια τέκνου, αν ο έχων την επιμέλεια γονέας παραβαίνει τα καθήκοντα του εκ της επιμέλειας με κίνδυνο να επιφέρει ως συνέπεια βλάβη στην ψυχική ή σωματική ανάπτυξη του τέκνου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ. 1520 ΑΚ προς εκείνες των άρθρ. 3§1 και 9§3 του Ν. 2101/1992 "Κύρωση της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού" συνάγεται, ότι είναι επιτρεπτό να αποκλεισθεί η προσωπική επικοινωνία του γονέως με το ανήλικο τέκνο του, εάν τούτο επιβάλλεται από το συμφέρον του τελευταίου (ΑΠ 896/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με την από 17.1.2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε υποβάλει στο ουσιαστικό δικαστήριο, αφενός μεν το αίτημα να της ανατεθεί αποκλειστικά η γονική μέριμνα της ανήλικης (γεννηθείσας στις 28.5.1999) θυγατέρας της, την οποία είχε αποκτήσει με τον αναιρεσίβλητο, σε διάσταση σύζυγο της, αφετέρου δε να απορριφθεί το αίτημα του τελευταίου για προσωπική επικοινωνία με την ανήλικη. Τα αιτήματα της αυτά στήριζε η αναιρεσείουσα, προεχόντως, στον ισχυρισμό της, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κακοποιήσει σεξουαλικά την ανήλικη και γι' αυτό η προσωπική επαφή μαζί της προκαλεί σ' αυτήν ψυχική βλάβη. Επί των αιτημάτων αυτών της αναιρεσίβλητης, που επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με έφεση της αναιρεσίβλητης και αναπέμφθηκαν σ' αυτό ύστερα από την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσίβλητης με την υπ' αριθ. 896/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε και τα δύο αιτήματα με τις ακόλουθες ανέλεγκτες επί της ουσίας παραδοχές : Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 25.4.1998. Από το γάμο αυτό απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, τη Μ., η οποία γεννήθηκε την 28.5.1999. Η έγγαμη συμβίωση από την αρχή παρουσίασε σοβαρά προβλήματα και τελικά διασπάστηκε οριστικά την 17.4.2001. Το ανήλικο παρέμεινε με την μητέρα του, στην οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του με την με αριθ. 10794 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και οριστικά με την εκκαλουμένη απόφαση. Με την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ρυθμίστηκε προσωρινά και το δικαίωμα επικοινωνίας του εναγομένου με το ανήλικο και ορίστηκε ότι μπορούσε να επικοινωνεί μαζί του κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο από 11.00 του Σαββάτου μέχρι 20.00 της Κυριακής. Κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας ανακλήθηκε η εν λόγω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και απαγορεύθηκε η επικοινωνία του εναγομένου με το ανήλικο που είχε ήδη απαγορευθεί με την από 28.2.2003 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε καταγγελίες της ενάγουσας, ότι η ανήλικη είχε αποκαλύψει σε αυτήν ότι ο εναγόμενος είχε επιχειρήσει σε βάρος της ασελγείς πράξεις τα χρονικά διαστήματα που επικοινωνούσε με αυτήν. Κατόπιν μηνύσεως της ενάγουσας κατά του εναγομένου για τις εν λόγω πράξεις ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για 1) αποπλάνηση παιδιού νεότερο των 10 ετών κατ' εξακολούθηση και 2) ασέλγεια μεταξύ συγγενών κατ' εξακολούθηση. Μετά τη διενέργεια της κύριας ανάκρισης κατά την οποία εξετάσθηκαν, εκτός των άλλων, η ενάγουσα και η παιδοψυχίατρος και η παιδοψυχολόγος που είχαν εξετάσει την ανήλικη, μετά δε την απολογία του εναγομένου διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση με το υπ' αριθ. 5705/03 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και στη συνέχεια παραπέμφθηκε να δικαστεί για τις ανωτέρω πράξεις ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών. Προσωρινά κρατούμενος παρέμεινε το χρονικό διάστημα από 15.4.2004 μέχρι 26.8.2004, οπότε αντικαταστάθηκε η προσωρινή του κράτηση με τους περιοριστικούς όρους της καταβολής χρηματικής εγγύησης 5000 ευρώ και της εμφάνισης του στο Α.Τ. του τόπου της κατοικίας του το πρώτο 15νθήμερο κάθε μήνα. Η διάπραξη των ασελγών πράξεων σε βάρος της ανήλικης από τον εναγόμενο επιβεβαιώνεται χωρίς καμία επιφύλαξη από την παιδοψυχίατρο Α. Κ. με την παιδοψυχιατρική εκτίμηση της κατάστασης της ανήλικης στο Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο της Παιανίας του Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, η οποία συνέταξε με τη σύμπραξη και ψυχολόγου την από 21.2.2003 γνωμάτευση της, μετά από εκτεταμένη έρευνα και συνεχή προσωπική επικοινωνία με την ίδια την ανήλικη. Οι ψυχιατρικές εκθέσεις και ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, όπως και οι καταθέσεις των μαρτύρων του και οι ένορκες βεβαιώσεις τους, στηρίζονται κυρίως σε διαβεβαιώσεις του ίδιου του εναγομένου και σε γενικευμένα επιστημονικά συμπεράσματα, χωρίς να έχει εξετασθεί και η ίδια η ανήλικη. Αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω και των σφοδρών αντιπαραθέσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η ανήλικη έφθασε στη κατάσταση να διακατέχεται από άσχημα συναισθήματα για τον πατερά της, φοβίες και αποστροφή και η οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του να είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για την εν γένει ψυχοσωματική της εξέλιξη και αν ακόμη οι ως άνω κατηγορίες σε βάρος του εναγομένου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έτσι, το συμφέρον του ανηλίκου με τις σημερινές συνθήκες επιβάλλει να αποκλεισθεί η επικοινωνία του ανηλίκου με τον πατέρα του. Επομένως το αίτημα της αγωγής της ενάγουσας, με το οποίο ζητεί να ανατεθεί σε αυτήν αποκλειστικά η γονική μέριμνα, για όλους τους ανωτέρω λόγους, το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 1520 ΑΚ, 3§1 και 9§3 του Ν. 2101/1992 "Κύρωση της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού", έπρεπε να γίνει δεκτό ως βάσιμο και στην ουσία, όπως και η ένσταση της εναγομένης προς απόκρουση της αγωγής του ενάγοντος για τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με το ανήλικο και να γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ως προς το ανωτέρω αίτημα της και να απορριφθεί εκείνη του εναγομένου". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της αντίθετα κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, κατά το μέρος που αφορούσε την ρύθμιση της επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του και δεν αφαιρέθηκε ολοκληρωτικά η άσκηση της γονικής μέριμνάς της από τον αναιρεσείοντα πατέρα της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1514, 1518, 1520 και 1532 ΑΚ και 3§1 και 9§3 του Ν. 2101/1992, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών: 1) της καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος πατέρα του γονικού λειτουργήματος του απέναντι στο ανήλικο τέκνο του κατά τρόπο που επέφερε ως συνέπεια βλάβη στην ψυχική και σωματική ανάπτυξη του και 2) της ύπαρξης συμφέροντος στο πρόσωπο της ανήλικης, που δικαιολογεί την απαγόρευση της επικοινωνίας της με τον αναιρεσείοντα και την αφαίρεση της γονικής μεριμνάς της απ' αυτόν. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τον έκτο, κατά το ένα μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου, οι ίδιοι δεύτερος και έκτος, κατά το ένα μέρος του, λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561§1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα της καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος του γονικού λειτουργήματός του και της ύπαρξης συμφέροντος στο πρόσωπο της ανήλικης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με το ότι έπρεπε να μην απαγορευτεί η επικοινωνία του και να μην του αφαιρεθεί ολοκληρωτικά η γονική μέριμνα της ανήλικης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II. Επειδή, το κατά το άρθρ. 250 ΚΠολΔ δικαίωμα του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή κατ' αίτηση κάποιου διαδίκου της αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, όταν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή, που έχει επιρροή επί της διάγνωσης της διαφοράς, απόκειται στην ελεύθερη κρίση του, που δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης ούτε από τις διατάξεις των περιπτώσεων του άρθρου 559 αριθ. 8, 9 και 19 του ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε παρόμοιο αίτημα διαδίκου, που δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αφού σαν τέτοια νοείται μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, και όχι οποιαδήποτε αίτηση που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα και έχει την έννοια της ευχής, έστω και αν χαρακτηρίζεται ως αίτημα από τον διάδικο. Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τα δύο πρώτα μέρη του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 8, 9 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για την αναβολή της δίκης μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της εκκρεμούς ποινικής δίκης σε βάρος του για τις κατηγορίες της αποπλάνησης παιδιού νεότερου των 10 ετών και της ασέλγειας μεταξύ συγγενών κατ' εξακολούθηση, κρίνεται απαράδεκτος.
III. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 387 και 390 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι το Δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων προκύπτει, ότι η παράλειψη του Εφετείου να αναλύσει και να αξιολογήσει στις αιτιολογίες του χωριστά και διεξοδικά την κρίση των πραγματογνωμόνων ή τεχνικών συμβούλων σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ή του αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις των άρθρ. 387 και 390 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράλειψη του Δικαστηρίου να προσδώσει στη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων ή τεχνικών συμβούλων πλήρη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα προς την έκθεση άλλων τεχνικών συμβούλων δεν δημιουργεί το λόγο αναίρεσης του αριθ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 8, 9 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, συνεκτιμώντας την από 21.2.2003 γνωμάτευση παιδοψυχιατρικής εξέτασης της Α. Κ., που συντάχθηκε ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και ψυχιατρικές εκθέσεις που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από την κρίση των ψυχιατρικών εκθέσεων που συντάχθηκαν με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικά και διεξοδικά τη διαφορετική κρίση στην οποία κατέληξε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στις διατάξεις των αριθμών 8 και 9, αλλά ούτε και των αριθμών 19 ή 12 (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του λόγου) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ούτε σε άλλη διάταξη.
IV. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ότι 1) μήνυσε την παιδοψυχίατρο Α. Κ. για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης και της ψευδούς βεβαιώσεως, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της παράβασης καθήκοντος και την αναιρεσίβλητη για ηθική αυτουργία στις ίδιες πράξεις και της χρησιμοποίησης της ίδιας ψευδούς ιατρικής πιστοποίησης, 2) ότι η ίδια παιδοψυχιατρική γνωμάτευση είναι αντίθετη προς τα πορίσματα της Διεθνούς Βιβλιογραφίας, 3) ότι όλες οι διαπιστώσεις της ίδιας γνωμάτευσης είναι ψευδείς όπως και το περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης και για το λόγο αυτό την μήνυσε για συκοφαντική δυσφήμηση, 4) ότι δεν κλήθηκε σε καμία από τις τέσσερις συνεδρίες εξέτασης της ανήλικης, μετά τις οποίες συντάχθηκε η ίδια παιδοψυχιατρική γνωμάτευση, 5) ότι οι διαπιστώσεις της ίδιας παιδοψυχιατρικής γνωμάτευσης δεν επιβεβαιώθηκαν από το Ιατροπαιδαγωγικό Κέντρο Παλλήνης και η ανήλικη κόρη του δεν υποβλήθηκε σε σειρά εξετάσεων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, που στήριξε και την αγωγή της, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων κακοποίησε σεξουαλικά την ανήλικη κόρη του, καταχρώμενος τη μετ' αυτής επικοινωνία του και την άσκηση της γονικής μέριμνας. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά το Εφετείο, απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς αυτούς, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που τους συγκροτούν, δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επεχείρησε σε βάρος της ανήλικης ασελγείς πράξεις τα χρονικά διαστήματα που επικοινωνούσε με αυτήν και ασκούσε την γονική μέριμνα και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
V. Επειδή, οι αντιφατικοί μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης που ασκούνται σωρευτικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (ΑΠ 472/2008, 84/2007, 1046/1999). Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης όταν με τον έναν πλήττεται η απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι τα παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρ. 559 αριθ. 11 και 20 αντίστοιχα (ΑΠ 33/2007, 296, 837, 1062/2006) ή όταν με τον ένα λόγο υποστηρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι δεν προσδόθηκε στο ίδιο έγγραφο η από το νόμο αποδιδόμενη αποδεικτική ισχύς (λόγοι από τον αριθ. 11 και 12 αντίστοιχα). Στην προκειμένη περίπτωση οι σωρευτικά προβαλλόμενες από τους αριθ. 11 και 20 αντίστοιχα του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, που προβάλλονται αφενός με τον τέταρτο και αφετέρου με τους πέμπτο και έκτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγους της αίτησης αναίρεσης: 1) για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο : α) της με αριθμό πρωτ. 385/2005 Έκθεσης Κοινωνικής έρευνας της Κοινωνικής Λειτουργού της "ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" Α. Κ., που έγινε βάσει της υπ' αριθ. 8054/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, β) της από 28.5.2005 ψυχιατρικής έκθεσης του Α. Δ., Ψυχιάτρου, Επίκουρου Καθηγητή Ψυχιατρικής - Ψυχιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γ) της υπ' αριθ. 874/7.9.2005 Ιατρικής Γνωμάτευσης του Δ. Σ., Αναπληρωτή Διευθυντή του Ψυχιατρικού Τμήματος του Γ.Ν.Α. "Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", δ) των υπ' αριθ. 416, 5417, 6418/2003 και 9556 της 23.5.2003 ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων του στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ύστερα από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης και 2) της παραμόρφωσης από το Εφετείο ως προς το ίδιο μέρος μέρους των πιο πάνω εγγράφων με στοιχ. α έως γ κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (αιτιάσεις), αφού αναφέρονται στα ίδια έγγραφα και στο ίδιο περιεχόμενο τους, που αφορά την ψυχιατρική κατάσταση της ανήλικης, αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Εξάλλου, ο εκ του αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά τις παρατεθείσες ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι φερόμενες ως παραμορφωθείσες ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων είναι δεκτικό παραμόρφωσης στο πλαίσιο εφαρμογής της ίδιας διάταξης.
VI. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 772/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα) σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι πρέπει να αφαιρεθεί η γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων από τον αναιρεσείοντα πατέρα και να απαγορευθεί η επικοινωνία του με αυτή, γιατί καταχρώμενος της γονικής μέριμνας και της επικοινωνίας του με αυτήν την αποπλάνησε και ασέλγησε επ' αυτής κατ' εξακολούθηση. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αντίθετος έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2008 αίτηση του Δ. Σ. του Μ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 4.281/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ