537/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10435/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2319/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated537/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2002 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη όπως το δικόγραφο της αγωγής αυτής εκτιμάται, διαδοχικές συμβάσεις παραγγελίας διεθνών οδικών μεταφορών, στις οποίες αυτή μεν υπείχε θέση παραγγελιοδόχου ή αντίδικος της δε παραγγελέως, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει συμφωνηθείσες αμοιβές, συμποσούμενες σε 2.391.491 δρχ.
Full text
Απόφαση 537 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 537/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SUPERTRANS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Της αναιρεσιβλήτου: της σε εκκαθάριση τελούσης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Διονυσία Μουζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10435/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2319/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 90 επ. και 95 επ. Εμπ. Ν., εκτός από τα βασικά πρόσωπα που μετέχουν στη σύμβαση μεταφοράς (αποστολέας ή φορτωτής, αγωγιάτης ή μεταφορέας, παραλήπτης) μπορεί να παρεμβληθεί και άλλο πρόσωπο, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς. Αυτός αναλαμβάνει, με σύμβαση με τον παραγγελέα, δηλαδή συνήθως τον αποστολέα (φορτωτή), να ενεργήσει στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα, ό,τι απαιτείται για την πραγμάτωση της μεταφοράς, ιδίως δε να μεριμνήσει για την ανεύρεση του μεταφορέα και τη σύναψη με αυτόν συμβάσεως για την εκτέλεση της μεταφοράς (Ολ.
ΑΠ 33/1998). Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται κατ' αρχήν εγγυητικώς, ανεξαρτήτως πταίσματός του, για κάθε καθυστέρηση, φθορά ή απώλεια των μεταφερομένων πραγμάτων (Ολ. ΑΠ 33/1998). Στις διεθνείς μεταφορές η κυρωθείσα με το ν. 559/1977 διεθνής σύμβαση της Γενεύης για τη διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς (CMR) δεν εφαρμόζεται αμέσως στη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, αφού η εν λόγω διεθνής σύμβαση ρυθμίζει σχέσεις που αφορούν μόνον τον μεταφορέα, αλλά μόνον εμμέσως, ήτοι εφαρμόζεται μόνο με την έννοια, ότι ρυθμίζοντας την ύπαρξη και το μέγεθος της ευθύνης του μεταφορέα, από την οποία, ως εγγυητική, εξαρτάται η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς προσδιορίζει το μέτρο της τελευταίας.
Επομένως, στο μη σχετιζόμενο με την κατά τα άνω εγγυητική ευθύνη του ζήτημα του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του αντισυμβαλλομένου του αποστολέα για την αμοιβή του, δεν εφαρμόζονται οι περί παραγραφής διατάξεις της Συμβάσεως CMR, και οι σχετικές αξιώσεις δεν υπόκεινται στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 32 αυτής, αλλά οι κοινές διατάξεις και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ, που προβλέπει την πενταετή παραγραφή των αξιώσεων των εμπόρων για την επιμέλεια αλλοτρίων υποθέσεων.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2002 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη όπως το δικόγραφο της αγωγής αυτής εκτιμάται, διαδοχικές συμβάσεις παραγγελίας διεθνών οδικών μεταφορών, στις οποίες αυτή μεν υπείχε θέση παραγγελιοδόχου ή αντίδικος της δε παραγγελέως, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει συμφωνηθείσες αμοιβές, συμποσούμενες σε 2.391.491 δρχ.
ή 7.018,32 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αξίωση στηριζόταν σε ισχυρισμό ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση μεταφοράς, στην οποία η ενάγουσα είχε θέση μεταφορέα (και όχι παραγγελιοδόχου μεταφοράς), έκρινε ότι αυτή (αξίωση) είχε υποκύψει στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 32 § 1 της Συμβάσεως CMR, που συμπληρώθηκε εν επιδικία, αφού από την επίδοση της αγωγής που διενεργήθηκε την 18/1/2002 και μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη ήτοι τον προσδιορισμό δικασίμου, που έγινε την 28/1/2003, παρήλθε χρόνος πέραν του έτους.
Κρίνοντας όμως έτσι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ήτοι ανύπαρκτη αγωγική βάση (βάση ερειδόμενη στο μη περιεχόμενο στην αγωγή περιστατικό της συνάψεως συμβάσεως μεταφοράς, που διαφέρει από τη σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς), και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεδομένου ότι διαφοροποιούν τον χρόνο παραγραφής της ένδικης αξιώσεως.
Συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ο δε σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως, που σημειωτέον, κατ' ορθήν υπαγωγή, ερείδεται επί της τελευταίας αυτής διατάξεως και όχι και επί της επικαλουμένης επιπλέον διατάξεως του άρθρ. 10, είναι βάσιμος. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2319/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, κατά τα αντίστοιχα μέρη της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ